Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

Τότε που τα απογεύματα κρατούσαν περισσότερο

 



Κάποιες φορές, χωρίς να το περιμένεις, ο νους κάνει ένα μικρό παραστράτημα.
Αρκεί μια μυρωδιά από πράσινο σαπούνι, ένα παλιό ξύλο, ή ο ξεψυχισμένος ήχος ενός λαϊκού τραγουδιού που κάνει παράσιτα, για να σε γυρίσει πίσω.
Να σε πάει κάπου που δεν έχει ημερομηνία.
Όχι σε συγκεκριμένο χρόνο, αλλά σε μια αίσθηση.
Τότε που τα απογεύματα κρατούσαν περισσότερο, και η σιωπή ήταν γεμάτη φαντασία.
Τότε που το φως έπεφτε λοξά στο μωσαϊκό, κι εσυ εκεί καθόσουν καταχαμα με ξυλομπογιές και έφτιαχνες έναν κόσμο ολοδικό σου.
Που κοιμόσουν μαζί με όλους στρωματσάδα, με τα πόδια μπλεγμένα και τα γέλια να μη λένε να κοπάσουν.
Και που πλενόσουν με το λάστιχο στην αυλή, με το νερό να κόβει την ανάσα και τον ήλιο να στεγνώνει τα σώματα και τις έγνοιες μαζί.
Μια μνήμη.
Όχι για να γυρίσεις πίσω.
Όχι για να μείνεις εκεί.
Μα σαν να ψάχνεις ένα σιωπηλό σημάδι, που σου θυμίζει από πού ξεκίνησες.
Η τέχνη, τότε, δεν λεγόταν τέχνη.
Δεν ήταν “καλλιτεχνία”.
Ήταν απλώς ανάγκη.
Ανάγκη να βγει προς τα έξω ό,τι δεν χωρούσε μέσα.
Η φαντασία, η αλήθεια, το όνειρο.
Ήταν εκείνη η φυσική, ανεξήγητη λαχτάρα να ζωγραφίσεις, να τραγουδήσεις, να χαλάσεις ένα χαρτί για να φτιάξεις έναν ήλιο με πρόσωπο, μια πάνινη κούκλα από τα ρετάλια της θείας σου που ήταν μοδίστρα.
Ήταν η ανάγκη να βγάλεις από μέσα σου έναν κόσμο που δεν σου τον έμαθε κανείς, αλλά τον έπλασες εσύ.
Όχι για να σε καμαρώσουν.
Μα γιατί δεν γινόταν αλλιώς.
Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι το πιο ανθρώπινο κομμάτι μας.
Είναι εκείνη η στιγμή που σταματάμε κι αντί να κοιτάμε πίσω ή μπροστά, επιλέγουμε να ζήσουμε τώρα.
Μα όσο περνούν τα χρόνια, κάτι αλλάζει.
Καθώς μεγαλώνουμε, όλη αυτή η ανάγκη βρίσκει λιγότερο χώρο.
Σαν να ‘ναι ντροπή να ονειρεύεσαι.
Και κάπως έτσι, η φαντασία μπαίνει στο συρτάρι, δίπλα στις παλιές φωτογραφίες, κι η δημιουργικότητα ξεχνιέται όπως ξεχνιέται ένα γράμμα χωρίς αποστολέα.
Μα δεν χάνεται.
Όχι στ’ αλήθεια.
Μένει εκεί, σαν το παλιό τραπεζομάντιλο της γιαγιάς, που το βρίσκεις τυχαία και ξέρεις ότι δεν είναι απλώς ύφασμα.
Είναι μνήμη, είναι σιγουριά, είναι σπίθα.
Γιατί η παιδική ηλικία δεν είναι νοσταλγία, είναι αναφορά.
Δεν είναι φυγή απ’ το τώρα, μα ρίζα για να πατήσεις γερά.
Δεν είναι πως θέλουμε να γυρίσουμε πίσω.
Όχι.
Το παρελθόν δεν μας τραβάει, ούτε θέλουμε να γίνουμε πάλι παιδιά.
Μας μιλάει.
Μας θυμίζει ποιοι είμαστε.
Δεν μένουμε εκεί.
Ζούμε στο παρόν
Ζούμε στο τώρα, με την καρδιά ανοιχτή.
Θέλουμε μονάχα να θυμόμαστε εκείνο το βλέμμα που έβλεπε τον κόσμο πρώτη φορά, δίχως οδηγίες χρήσης.
Όμως ξέρουμε πως για να προχωρήσεις, πρέπει που και που να θυμηθείς το βλέμμα του παιδιού που δεν είχε κανόνες, μόνο χρώματα.
Που δεν ήξερε ότι ο κόσμος υπάρχει ήδη, και γι’ αυτό τον ξαναέφτιαχνε κάθε μέρα.
Κι όμως, βαθιά μέσα μας, εκείνο το παιδί δεν χάθηκε.
Κρατά ακόμη τα μολύβια, τη μουσική, τις λέξεις.
Υπάρχει μέσα μας ακόμα, εκείνο το βλέμμα που πρωτόβλεπε τον κόσμο σαν καινούριο, που δεν ήξερε ότι όλα είναι ήδη φτιαγμένα, και γι’ αυτό έπλαθε ξανά από την αρχή.
Ένα σπίτι με καπάκια, δυο σύννεφα με μπαμπάκι, μια ιστορία που δεν έμοιαζε με καμιά.
Αυτό το παιδί, περιμένει ένα φως απ’τα παλιά, για να ξαναφανεί.
Για να θυμηθούμε πως είμαστε φτιαγμένοι να δημιουργούμε.
Όχι για να εντυπωσιάζουμε, αλλά για να υπάρχουμε πιο αληθινά.
Η ψυχή δεν μπαίνει σε κουτί.
Όσο υπάρχει μέσα μας εκείνο το παιδί που έφτιαχνε κόσμους, επειδή δεν ήξερε ότι απαγορεύεται, τόσο υπάρχει και η τέχνη.
Η δημιουργικότητα.
Η σπίθα.
Όχι για να ξεφύγεις από το τώρα.
Αλλά για να το ζήσεις πιο αληθινά.
Γιατί τελικά, η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι μνήμη.
Αντίσταση.
Ελπίδα.
Είναι ο πιο τρυφερός τρόπος να φτιάχνεις τον κόσμο ξανά, όπως θα ήθελες να τον βρεις.
Και τώρα ξέρουμε.
Και αυτό το κάνει ακόμα πιο πολύτιμο.
Κι όσο κι αν μοιάζει μακρινό, είναι πάντα εδώ.
Σαν το παλιό τρανζιστοράκι στο ράφι, που παίζει χαμηλόφωνα στην καρδιά σου, περιμένοντας να του γυρίσεις ξανά το κουμπί.
Maria Stathi


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου