Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Τι Κρύβουν οι Βαρβαρικές Επιδρομές - Χουάν Μανουέλ ντε Πράντα

 



Η βάρβαρη εισβολή στη Θέουτα μας έδειξε σκηνές τυπικές του αντάρτικου πόλης που μέχρι τώρα είχαμε δει μόνο σε εξεγέρσεις στα προάστια του Παρισιού: πυρπολημένα αυτοκίνητα, επανειλημμένες επιθέσεις σε στρατιώτες και αστυνομικούς, επιθέσεις σε μέσα μαζικής μεταφοράς, σεξουαλική κακοποίηση και ούτω καθεξής. Δεν είναι σαφές σε κανέναν (ή μόνο σε όσους ζουν κλειδωμένοι σε αυτά τα σκονισμένα κλουβιά σκέψης που ονομάζονται ιδεολογίες) ότι αυτές δεν είναι συμπεριφορές ανθρώπων που έρχονται για να κερδίσουν τα προς το ζην σε μια άλλη χώρα, ούτε καν σε απελπιστικές καταστάσεις όπου ο καθένας μπορεί να διαπράξει ένα έγκλημα από καθαρό ένστικτο επιβίωσης ή για να προστατεύσει τους αγαπημένους του, όπως ο Ζαν Βαλζεάν. 

Τα κύματα εγκληματικότητας που έχουν εξαπλωθεί στη Θέουτα δεν έχουν καμία σχέση με την απελπισμένη εγκληματικότητα στην οποία αναφερόμαστε. είναι ενέργειες σχεδιασμένες σύμφωνα με μια στρατηγική εδαφικής κατάκτησης και εκδίωξης των αυτόχθονων πληθυσμών, μια στρατηγική που χρησιμοποιείται ήδη - με εξαιρετικά αποτελέσματα - σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στη Γαλλία.

 Αυτή η στρατηγική μπορεί να συνοψιστεί πολύ συνοπτικά: στα περίχωρα μιας πόλης, δημιουργούνται άνομες ζώνες ή, όπως θα έλεγε ο Μισέλ Φουκώ, «ετεροτοπίες», οι οποίες λειτουργούν εκτός κοινωνικών κανόνων και καθίστανται ακατοίκητες. Στη συνέχεια, η περιοχή σταδιακά επεκτείνεται, σαν λεκές από λάδι. 

Αυτό έχει συμβεί επανειλημμένα στη Γαλλία, όπου μουσουλμανικοί πληθυσμοί αποικίζουν μια γειτονιά και οργανώνουν συμμορίες εξειδικευμένες στον αστικό αντάρτικο, εισάγοντας διάφορες μορφές πολιτικού εκφοβισμού, λίγο πολύ ανεπαίσθητους ή κραυγαλέους, τις οποίες οι « μικροί λευκοί » (οι φτωχοί λευκοί κάτοικοι) δεν τολμούν καν να αναφέρουν, από φόβο αντιποίνων, καταλήγοντας να μεταναστεύσουν σε άλλες γειτονιές ή πόλεις.

 Η έξωση των κατοίκων αργά ή γρήγορα ακολουθείται από την κατάρρευση της αστυνομικής δύναμης, καθώς η περιπολία αυτών των άνομων ζωνών απαιτεί την ανάληψη πρόσθετων και πολύ δαπανηρών κινδύνων, ειδικά επειδή οι αρχές αναγκάζουν την αστυνομία να υιοθετήσει ήπιες, ειρηνικές μεθόδους, ακριβώς όπως συμβαίνει στη Θέουτα.

 Δεν πρέπει να συγχέουμε αυτές τις «ζώνες χωρίς νόμο» με τα γκέτο, όπου οι περιθωριοποιημένοι πληθυσμοί ζουν περιορισμένοι ο ένας στον άλλον. Οι κάτοικοι των ζωνών χωρίς νόμο δεν είναι ούτε περιορισμένοι ούτε περιθωριοποιημένοι. Αντίθετα, έχουν κατακτήσει την περιοχή που κατοικούν, δημιουργώντας -μέσω φανερής ή συγκαλυμμένης βίας- τον δικό τους αυτόνομο χώρο, εκδιώκοντας όσους προηγουμένως κατοικούσαν εκεί. 

Και, φυσικά, σε αυτές τις άνομες ετεροτοπίες που δημιουργούνται από τις βαρβαρικές εισβολές, η φανταστική επιμιξία (φυλετική και πολιτισμική ανάμειξη) που ενέπνευσε τόσες πολλές μυθικές αφηγήσεις ορθής σκέψης προοδευτισμού δεν υπάρχει. Αρχικά, μπορεί να υπάρχει μια ομοιότητα ή παντομίμα επιμιξίας, με την πολύχρωμη επίδειξη τυμπάνων και σαμιών. Αλλά αυτό είναι ένα πόρο που χρησιμοποιείται από πονηριά, που αντικαθίσταται γρήγορα από πολύ πιο αποτρεπτικές συμπεριφορές μόλις εξασφαλιστεί ο έλεγχος.

 Αυτή η στρατηγική, που επαναλαμβάνεται στη Γαλλία, είναι η ίδια που σκοπεύουν να εφαρμόσουν στη Θέουτα, σε μια ακόμη πιο σκληρή και πιο βάναυση μορφή. Φυσικά, όσοι το κατήγγειλαν στη Γαλλία εκείνη την εποχή —σχεδόν πάντα οι εργατικές τάξεις που υπέστησαν τις συνέπειες— κατηγορήθηκαν για υπερβολή και εντυπωσιασμό, για τροφοδοσία ρατσιστικών φαντασιώσεων και παράνοιας. Αυτό ακριβώς είναι το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποίησε η Γκράντε Μαρλάσκα, η Ισπανίδα Υπουργός Εσωτερικών, όταν περιέγραψε τα παράπονα των κατοίκων της Θέουτα ως «αισθητηριακές εκδηλώσεις» και «υποκειμενικές ανασφάλειες». 

Οι γαλλικές διανοητικές ελίτ —οι οποίες, όπως και οι Ισπανοί ομόλογοί τους, ζουν σε πλούσιες γειτονιές— έχουν εγκαταλείψει τους « μικρολευκούς» στην τύχη τους.«που υπέστησαν τις εισβολές, κηρύσσοντας τις αρετές της «κοινωνικής επιμειξίας» και παρακάμπτοντας το ζήτημα με άχρηστες και ρητορικές «πολιτικές ολοκλήρωσης», με την ελπίδα ότι ο αυξανόμενος αριθμός εισβολέων θα διασφαλίσει σύντομα την εκλογική νίκη του προοδευτισμού υπό διάφορες προσωπείες, μετριοπαθείς ή ριζοσπαστικές ανάλογα με τις περιστάσεις. 

Αυτό έχει συμβεί επανειλημμένα στη Γαλλία και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου το τμήμα του πληθυσμού που υποφέρει από βαρβαρικές εισβολές δεν είναι πλέον σε θέση να σχηματίσει πλειοψηφίες ενάντια στις συμμαχίες που σφυρηλατεί ο μετριοπαθής και ριζοσπαστικός προοδευτισμός με τους εισβολείς. Αυτές οι συμμαχίες, με τη σειρά τους, οδηγούν στην άνθηση κομμάτων που τρέφονται με φόβο και θυμό, προσπαθώντας χονδροειδώς να αντιμετωπίσουν τον εισβολικό αποικισμό με το πολιτισμικό κενό που ήταν η κύρια αιτία του.

 Πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε, αν δεν θέλουμε να απαρνηθούμε την πνευματική ειλικρίνεια, ότι η ενσωμάτωση πληθυσμών που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς είναι εγγενώς αδύνατη. Και πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι οι πολιτισμοί ιδρύονται από θρησκείες και εξαφανίζονται όταν η θρησκεία που τους ίδρυσε παρακμάζει. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως κοσμικός πολιτισμός, ούτε Δημοκρατικός, ούτε ρεπουμπλικανικός, ούτε συνταγματολογικός, ούτε καμία άλλη τέτοια ανοησία. όπου λείπει η θρησκεία, υπάρχει μόνο ένα πολιτισμικό κενό, το οποίο αναπόφευκτα γεμίζει ένας άλλος πολιτισμός, αυτός των εισβολέων. Όσοι έρχονται να γεμίσουν αυτό το κενό απλώς εκτελούν ένα σχέδιο (ας το πούμε έτσι).

 Πολύ πιο κακοήθης είναι η θέση που παίρνουν αυτές οι ελίτ -προφανώς προερχόμενες από κοινωνικές τάξεις που έχουν διατηρηθεί από την επαφή με τις βαρβαρικές εισβολές- που αρνούνται την πραγματικότητα και συνεχίζουν να επαινούν τα κύματα μετανάστευσης και να χειροκροτούν τις μαζικές νομιμοποιήσεις, εξαπολύοντας αναθέματα εναντίον όσων καταγγέλλουν αυτή τη νέα μορφή συλλογικής αυτοκτονίας. Έχω συχνά αναρωτηθεί για τα κίνητρα της προδοσίας και της τρέλας τους. 

Δεν μου διαφεύγει ότι σχεδόν όλοι τους υποστηρίζονται γενναιόδωρα από οργανισμούς που χρηματοδοτούνται με τη σειρά τους από τον παγκοσμιισμό και διαφθείρονται από τον ηγεμονικό προοδευτισμό με πληθώρα προνομίων και πλεονεκτημάτων. Αλλά η αποστροφή τους κρύβει έναν άλλο, πιο σκοτεινό και πιο μυστικό λόγο, ο οποίος δεν μπορεί να εξηγηθεί ως αφελής υπεράσπιση των λεγόμενων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε ως υποταγή στην πολιτική ορθότητα, ούτε ως μαζοχιστική διαστροφή των συναισθημάτων, ούτε ως παραληρηματική φιλανθρωπία, ούτε καν ως μοιρολατρία των αυτοκαταστροφικών παρορμήσεων.

 Όλα αυτά τα συστατικά -και ακόμη και η καθαρή ηλιθιότητα- είναι... ανακατεμένα μαζί στο καζάνι της ταπείνωσης από το οποίο πίνουν αυτές οι ελίτ· αλλά υπάρχει ένα άλλο συστατικό που λειτουργεί ως γαλακτωματοποιητής για όλους τους. Στην καρδιά αυτής της ταπείνωσης, που εξηγεί τα βαθύτερα βάθη της, βρίσκεται το μίσος για τη θρησκεία που θεμελίωσε τον πολιτισμό μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε πολιτικό ζήτημα υπάρχει πάντα ένα θεολογικό πρόβλημα.

 ( www.kontrainfo.com ).

https://www.ereticamente.net/

Περί Ψυχολογίας & Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στην Σύγχρονη Ελλάδα

 


Της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη 


 

 

            Στην καθημερινή κλινική πράξη ως ψυχολόγος, αλλά και ως μέλος αυτής της κοινωνίας έρχομαι αντιμέτωπη, όπως ενδεχομένως ερχόμαστε όλοι μας, με διάφορες κοινωνικές ιστορίες που σκιαγραφούν μια κοινωνική πραγματικότητα θραυσματικού τύπου, όπου τα άτομα (αλλά και οι συλλογικότητες), νιώθουν κατακερματισμένα, αδυνατούν να «ενώσουν τα κομμάτια τους», ώστε να δημιουργήσουν ένα αποτέλεσμα στη δική τους ζωή και των συνανθρώπων τους. Τα άτομα αυτά συχνά ταλανίζονται από διάφορες ψυχικές διαταραχές, (εντός και εκτός εισαγωγικών), βιώνουν συναισθήματα δυσφορίας, μελαγχολίας, απουσίας νοήματος, έλλειψης ικανοποίησης, έλλειψης ενδιαφέροντος κλπ. Παράλληλα, συχνά αισθάνονται ένα γνωστικό και ταυτόχρονα συναισθηματικό χάος και υπαρξιακό κενό, μοναξιά, αδυναμία στοχοθεσίας, απουσία προσανατολισμού, δυσκολία στη λήψη απόφασης. Μοιάζουν πολλές φορές να νιώθουν ή να είναι λίγο ή πολύ  «εκτός τόπου και χρόνου». Συγχρόνως, τα άτομα αυτά αποτελούν τμήματα ενός λαού που υφίσταται το ένα σοκ μετά το άλλο και βιώνουν σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο μια πολυδιάστατη κρίση. 

 



            Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε λοιπόν πως αυτές οι προσωπικές – κοινωνικές ιστορίες που φτάνουν στα γραφεία των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων συναντιούνται νοητά η μια με την άλλη, συνθέτοντας το μωσαϊκό της γέφυρας πάνω στην οποία περπατά η ιστορία του παρόντος διερχόμενη από τη νεωτερική στη λεγόμενη «μετανεωτερική» περίοδο. Οι ιστορίες αυτές μοιάζουν με θραύσματα καθημερινής πραγματικότητας που περιγράφουν με βιωματικό τρόπο τις εσωτερικές αντιφάσεις των ατόμων των οποίων οι σταθερές και  οι έως σήμερα αυτονόητες αξίες μοιάζουν να αμφισβητούνται. Των ατόμων που αισθάνονται πως η γλώσσα και τα συμβολικά οχήματα επικοινωνίας, δηλαδή οι λέξεις, μοιάζουν να απεκδύονται τα έως σήμερα γνωστά νοήματα τους και «κούφιες», να επανέρχονται είτε ως προσχήματα, είτε με νέα περιεχόμενα στο πλαίσιο μιας οργουελιανής προοπτικής της γλώσσας, όπου κάθε τι «κοινό» (μεταξύ των οποίων πρωτίστως η ίδια η κοινή λογική), μετατρέπονται σε κάτι αλλότριο και «σχετικό», καθιστώντας την στοιχειώδη επικοινωνία όλο και πιο δύσκολη με όλους τους άλλους· πρώτα απ’ όλα με τους οικείους, με τους συμπολίτες, αλλά τελικά και με τον ίδιο τον εαυτό. Πρόκειται για μια ανθρωπολογικού τύπου μετάλλαξη που τείνει στην απανθρωποποίηση του είδους. 


 


            Μέσα από αυτά τα θραύσματα καθημερινής πραγματικότητας που εκτείνονται από τις διαπροσωπικές σχέσεις, την επικοινωνία, την εκπαίδευση, την εργασία έως τις ταυτότητες, τις νοοτροπίες και τις νέες χρηστοήθειες, χαρτογραφούνται λοιπόν οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει το σύγχρονο άτομο. Εκείνες τις συνθήκες που καθορίζουν την συνείδηση, τις συμπεριφορές και τις στάσεις του. Τις συνθήκες επίσης που συνεισφέρουν καθοριστικά στη δυσφορία του και συμβάλλουν στη διαμόρφωση του αιτήματος του για ψυχολογική υποστήριξη.  



            Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης ψυχικής δυσφορίας, αλλά συγχρόνως και ακραίας εξατομίκευσης, το νόημα της ζωής για τους περισσότερους ανθρώπους γυρνάει γύρω από το σώμα και τον εαυτό τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολογία και η ψυχιατρική αναδεικνύονται σε «mainstream» επιστήμες, γεγονός που συμβάλλει καθοριστικά στην «μοδάτη» εμπορευματοποίηση τους.  



            Φτάνουμε λοιπόν σε μια λογική της εύκολης, γρήγορης και επιφανειακής ανακούφισης των συμπτωμάτων και οι παροχές ψυχικής υγείας διέρχονται από τις εξής Συμπληγάδες Πέτρες:  



 

 

A) Μια εργαλειακή,  στενά βιολογίζουσα, «νεο-θετικιστική» αντιμετώπιση των ψυχολογικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων, η οποία υλοποιείται σχεδόν αποκλειστικά από φαρμακευτικές αγωγές. Δηλαδή ανάγονται όλα τα συμπτώματα και οι διαταραχές στη βιολογική υπόσταση του ατόμου. 



 

 

Β) Μια «ανάλαφρη ψυχολογία» της καθημερινής ζωής που αποσπασματικά και εξίσου εργαλειακά, αλλά αυτή τη φορά με τεχνικές «διαπροσωπικής διαχείρισης» (ευχολόγια,  φιλικές συμβουλές διατυπωμένες με επιστημονοφανή τρόπο, προσεγγίσεις τύπου human relations κλπ), επιχειρεί επιφανειακά να αντιμετωπίσει τα προβλήματα κουκουλώνοντας τα όπως όπως, με συνταγές κοινωνικής επιτυχίας και ατομικής ευημερίας. 


 


     

 

             Σε αυτό το δίπολο εγκλωβίζονται συχνά πρώτοι από όλους οι διάφοροι περιφερόμενοι «ειδικοί» ψυχικής υγείας.  Κατ’ επέκταση και τα άτομα που απευθύνονται για βοήθεια στους ειδικούς αυτούς.  



             Παράλληλα, ανθεί μια αγορά που απαρτίζεται από εμπόρους υπηρεσιών ψυχοσωματικής υγείας και ευεξίας, δηλαδή στην πλειοψηφία τους από κατά φαντασίαν ορθολογιστές, (αλλά και κατά φαντασίαν  μάγους) της σύγχρονης, κατά κύριο λόγω εξαμερικανισμένης μεταφυσικής. Άλλοτε με και άλλοτε, πολύ συχνά, χωρίς βασικές σπουδές στην ιατρική ή στην ψυχολογία.  


 


            Μέσα σε αυτό το τοπίο πρόχειρης εμπορευματοποίησης της ψυχικής υγείας θα πρέπει επομένως να προσθέσουμε όλους εκείνους που χωρίς βασικές σπουδές ψυχολογίας ή ιατρικής και ψυχιατρικής ειδικότητας, διατείνονται με πολλή σοβαρότητα πως παρέχουν υπηρεσίες «ψυχολογικής υποστήριξης», βασιζόμενοι σε εξειδικεύσεις και σε σεμινάρια (μεγάλης ή μικρής διάρκειας) σε διάφορα «κέντρα», όπως υποτίθεται, σε διάφορες «θεραπευτικές προσεγγίσεις». Πολλοί άλλωστε έχουν αποκτήσει  μεταπτυχιακά ή ακόμα και διδακτορικά διπλώματα από ιδιωτικά ή και δημόσια ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς παρ’ όλα αυτά να έχουν βασικές σπουδές στο αντικείμενο της Ψυχολογίας ή της Ψυχιατρικής. 


 


 

 

Επομένως, ας αναρωτηθούμε:  



 

 

Οι βασικές σπουδές είναι απαραίτητες ως προϋπόθεση για την άσκηση ενός επιστημονικού επαγγέλματος στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης επιστήμης ή όχι; 



Πόσοι θα πήγαιναν ως ασθενείς σε έναν «γιατρό» που έχει βασικές σπουδές φιλόλογου, μηχανικού, ψυχολόγου ή ανθρωπολόγου; 



 Θα μπορούσε ένας οικονομολόγος ή φιλόλογος ή νομικός ή αρχιτέκτονας να δηλώσει «Σύμβουλος Οφθαλμιατρικής Υγείας» ή «Καρδιοθεραπευτής» ή «Ειδικός Σπληνοχειρουργός» και να νομιμοποιείται να «θεραπεύει»; 


 


Πόσοι οικονομολόγοι ή αισθητικοί ή κοινωνιολόγοι έγιναν γιατροί επειδή έκαναν απλώς και μόνο κάποιο μεταπτυχιακό στην ιατρική ή κάποια ταχύρρυθμη μετεκπαίδευση σε κάποια ιατρική εξειδίκευση ή κάποια τριετή εκπαίδευση στην χειρουργική ή τη θεραπεία του καρκίνου; 


 


Όμως γιατί ένας οικονομολόγος ή φιλόλογος ή νομικός ή αρχιτέκτονας μπορεί να δηλώσει «Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας» ή «Ψυχοθεραπευτής» και να ασκεί κλινικό έργο ως «Ψυχολόγος»; 



Παρατηρούμε επομένως πως τα προβλήματα που διαπιστώνονται στην κατάσταση της ψυχικής υγείας στην σύγχρονη Ελλάδα δεν αφορούν μόνο τις κρατικές ελλείψεις, την υποχρηματοδότηση και την απαξίωση των δημοσίων υπηρεσιών ψυχικής υγείας που αποτελούν, παρά το διαρκώς αυξανόμενο αίτημα για υποστήριξη τον τελευταίο τροχό της αμάξης, αλλά συνδέεται επίσης με το ευρύτερο επιστημολογικό χάος που παρατηρείται στις κοινωνικές επιστήμες και ιδιαζόντως σε εκείνη της εντελώς ανοχύρωτης επιστήμης της ψυχολογίας. Ένα επιστημολογικό χάος που κατά την εφαρμογή της επιστήμης αυτής  στην κλινική ιδίως πράξη, δημιουργεί σύγχυση και κυρίως ασάφεια σε σχέση ακριβώς με αυτά τα πεδία εφαρμογής. Να σημειώσουμε πως κάτι τέτοιο βέβαια δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες δυτικές χώρες. 



 

   Συγχρόνως, η ψυχολογία τείνει να μετατρέπεται σε «ιδεολογική σάλτσα» και μάλιστα πολιτικώς ορθή. Μπαίνει λίγο πολύ παντού, εισαγόμενη σε όλες τις καθημερινές συζητήσεις δια της «ψυχολογιοποίησης» των πάντων. Επιστημονοφανώς εκλαϊκευόμενη στο λόγο όλων, χάνει  την «ουσία των αντικειμένων της» (το κοινωνικό, ιστορικά εγγεγραμμένο στο παρόν, ανθρώπινο άτομο) – όπως χάνει τις μεθόδους και τα επιστημονικά της ερείσματα. Μάλιστα αυτό γίνεται πιο έκδηλο όσο μετατρέπεται – όλο και πιο συχνά πλέον- σε «επάγγελμα της μόδας». Να διευκρινίσουμε πως με τον όρο «Ψυχολογιοποίηση» εννοούμε την «εγκαθίδρυση ενός ψυχολογικού ντετερμινισμού, ενός δεσμού αιτιότητας ανάμεσα σε μια κοινωνική συμπεριφορά ή μια ιδεολογική τοποθέτηση και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά που την προκάλεσαν». (Παπαστάμου Σ. Ψυχολογιοποίηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα: 1989, σ.19)  



      Στο όνομα λοιπόν του εκδημοκρατισμού της γνώσης, δηλαδή της εκλαΐκευσης της, αναπτύχθηκε μια αποβλακωτική επιστημονοφανής μπουρδολογία, που σε όλους σχεδόν τους τομείς (την οικονομία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, την φιλοσοφία, την ψυχολογία ακόμα και την κοσμολογία ή την αστρονομία κλπ.), φαίνεται να συναρπάζει όλους τους αφελείς και τους ημιμαθείς που ψαρεύουν γνώσεις από εδώ και από εκεί, δηλαδή αποσπασματικές πληροφορίες και ασαφείς εννοιολογικές κατασκευές περί παντός επιστητού. Βεβαίως, να σημειώσουμε πως το διαδίκτυο διευκόλυνε ιδιαίτερα αυτή τη διαδικασία. 


 


            Φτάνοντας προς το τέλος, θα ήταν ίσως χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι ο ψυχολόγος που σέβεται τον εαυτό του, την επιστήμη και το λειτούργημα του (αλλά και ο ψυχίατρος, του οποίου δεν θα πρέπει προφανώς να παραγνωρίζουμε την γόνιμη οπτική γωνία προσέγγισης των κλινικών προβλημάτων), οφείλουν μεταξύ άλλων να προσεγγίζουν το αίτημα των ατόμων για υποστήριξη μέσα από μια συνθετική, κοινωνιοκεντρική προσέγγιση των ψυχικών δυσκολιών, η οποία δίνει βάση στην κοινωνική, πολιτισμική και ιστορική εγγραφή του ατομικού συμπτώματος.  



            Με άλλα λόγια, οφείλει να μην επικεντρώνεται μόνο στο ΠΩΣ να υποστηριχθεί ψυχολογικά ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος που υποφέρει ψυχοσωματικά και ψυχικά, αλλά ν’ ασχοληθεί ταυτόχρονα με το ΓΙΑΤΊ έφτασε να υποφέρει σε τέτοιο βαθμό, από τόσο νεαρή ηλικία, τόσο συχνά και τόσο γενικευμένα.  



 Συγχρόνως ο ειδικός, ψυχίατρος ή ψυχολόγος, οφείλει στο πλαίσιο της επιστήμης που θεραπεύει να αναρωτηθεί: 



 

 

Πού αποσκοπεί ο εντυπωσιακός σημερινός πολλαπλασιασμός των ψυχικών διαταραχών; 



  

 

Ποια η σχέση της αύξησης των διαφόρων διαγνώσεων με τον εναγκαλισμό της φαρμακοβιομηχανίας με την ψυχιατρική; 



 

 

Γιατί τα συμπτώματα, που άλλοτε αποτελούσαν εκδηλώσεις – εκφράσεις δυσφορίας – και εντάσσονταν σε ευρύτερες διαγνωστικές κατηγορίες – τείνουν να αποτελούν στις πρόσφατες, αναθεωρημένες εκδόσεις των Διαγνωστικών Εργαλείων αυτόνομες και ανεξάρτητες διαταραχές; 



Πώς εξηγείται ο όλο και αυξανόμενος αριθμός διαγνώσεων σε παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, πέραν από την κάπως γλυκανάλατη και προσχηματική ερμηνεία, η οποία ισχυρίζεται πως πλέον υπάρχουν οι δομές και οι ειδικοί για να διαγνώσουν αυτό που σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους υπήρχε εξίσου, αλλά παρέμενε αδιάγνωστο; 


 


Πώς ακριβώς θα μπορούσε να λειτουργήσει «ψυχοθεραπευτικά» μια κλινική παρέμβαση που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ψυχική κατάσταση αποσπασματικά, κατακερματισμένα και εργαλειακά;  



 

 

Η ψυχιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής δεν οδηγεί άραγε  σε μια τάση παθολογικοποίησης όλων των συνηθισμένων ψυχικών διακυμάνσεων του κοινωνικού ατόμου, οι οποίες συνήθως απορρέουν από (ή συνδέονται με) δυσκολίες/αλλαγές/απώλειες/ματαιώσεις/απογοητεύσεις, με τις οποίες όλα τα άτομα «κανονικά» θα έρθουν αντιμέτωπα κάποιες, (ενδεχομένως και πολλές) φορές στη ζωή τους;  



 

 

Ποιο είναι το διαγνωστικό όριο, πέραν από το οποίο, πραγματοποιούνται καταχρηστικές διαγνώσεις που βαφτίζουν «διαταραχές» φυσιολογικές ενδεχομένως εκφάνσεις των ατομικών συμπεριφορών;  



 

 

Τελικά, ποιες είναι (ή έστω, ποιες θα «έπρεπε» να είναι) οι σχέσεις της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας με τις επικρατούσες κοσμοθεωρίες και ιδεολογίες περί των σχέσεων του ατόμου με την κοινωνία;  



 

 

Ώστε να βάλουμε τη βάση μιας πραγματικής διεπιστημονικότητας σε θεωρητικό/επιστημονικό, αλλά και εφαρμοσμένο επαγγελματικό επίπεδο. Για να μην είναι πια η «διεπιστημονικότητα» ένα άλλοθι προχειρότητας ή ακόμα χειρότερα, μια δύσπεπτη  «σούπα λέξεων».  



 


 

 

Σημ. Το άρθρο αποτελεί τμήμα της εισήγησης στο Εργαστήριο για την Ψυχική Υγεία, 23/11/2025, που πραγματοποιήθηκε στην «Λεόντειο», στο πλαίσιο του 2ου  Επιστημονικού Συνεδρίου «Περί του Υπαρξιακού Προβλήματος», με θέμα: “Προκλήσεις και Αδιέξοδα της Ψυχικής Υγείας στην σύγχρονη Ελλάδα”

 

 



https://resaltomag.blogspot.com/

Tελειώνουν τον Μητσοτακισμό Κασιδιάρης, Σαμαράς, Ελληνικός Παλμός;

 



Σαμαράς, Καρυστιανού, Ελληνικός Παλμός και η υπόθεση της Συμμαχίας Ελλήνων περιπλέκουν τους εκλογικούς υπολογισμούς. Πίσω από τα πρόσωπα βρίσκεται το δυσκολότερο πρόβλημα για την κυβέρνηση των διεφθαρμένων: Οι υγιείς (όσοι απομένουν τέτοιοι πλέον) πολίτες που παύουν να θεωρούν την παντελώς σάπια «Νέα Δημοκρατία» μονόδρομο.
 
 
Κάθε είδους κατάσταση που φέρει το προσωνύμιο «Καθεστώς», πόσω δε μάλλον το μητσοτακικό καθεστώς της απόλυτης διαφθοράς, αρχίζει να μπερδεύει στην κυριολεξία την παραμονή του στην πρώτη θέση με αυτό της εμπιστοσύνης της κοινωνίας. Κοιτάζει τη διαφορά από τον δεύτερο και παραβλέπει πόσοι έχουν απομακρυνθεί από την ίδια. Μετρά τις αδυναμίες των αντιπάλων και ...παρηγορείται!Όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια που αγγίζει ένα καραμπινάτο 80-82% σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της Alco και της Metron Analysis που βγήκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, δεν εξαφανίζεται επειδή δεν έχει ακόμη βρει ακόμη ενιαία πολιτική έκφραση.
 
Εκεί βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος για το σαπισμένο πλέον Μέγαρο Μαξίμου.
 
Το ερώτημα υπερβαίνει τη δυναμική ενός προσώπου ή ενός νέου σχηματισμού. Αφορά την αντοχή μιας κυβερνητικής κυριαρχίας που δοκιμάζεται ταυτόχρονα από διαφορετικές πλευρές: Από την παραδοσιακή Δεξιά, από το αίτημα δικαιοσύνης και λογοδοσίας, από τον πατριωτικό και ορθόδοξο χώρο που εκφράζει ο Νίκος Παπαδόπουλος με τον «Ελληνικό Παλμό», αλλά και από την ευρύτερη απόρριψη του πολιτικού συστήματος του Ψευτορωμαίϊκου.
 
Οι δημόσιες μετρήσεις προσφέρουν ήδη λόγους για σοβαρό προβληματισμό. Στην έρευνα της Metron Analysis για το MEGA, της 24ης Σεπτεμβρίου 2026, η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης καταγράφεται στο 76%, ενώ η πρόθεση ψήφου για τη Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 24,1%. Πρόκειται για διαφορετικούς δείκτες, που δεν πρέπει μεν να συγχέονται, αλλά μαζί όμως, αποτυπώνουν την απόσταση ανάμεσα στην εκλογική πρωτιά και στην ευρύτερη κοινωνική αποδοχή.
 
Ο Σαμαράς και η αμφισβήτηση από το εσωτερικό της παράταξης
 
Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, επειδή η κριτική του προέρχεται από το εσωτερικό της ιστορικής διαδρομής της Νέας Δημοκρατίας. Ένας πρώην αρχηγός και πρωθυπουργός μπορεί να αμφισβητήσει την κατεύθυνση της παράταξης με διαφορετικό βάρος από εκείνο ενός εξωτερικού αντιπάλου.
 
Η πιθανή εκλογική του απήχηση χρειάζεται, ωστόσο, σωστή ανάγνωση. Στην έρευνα της Interview για την Political, που δημοσιοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου, το 5% απάντησε ότι θα ήταν «πολύ» πιθανό να ψηφίσει κόμμα υπό τον Σαμαρά και το 7% «αρκετά» πιθανό. Αυτές οι απαντήσεις καταγράφουν προδιάθεση, αλλά δεν αποτελούν καθόλου ως μοναδικότητα για ένα τόσο χαμηλό εκλογικό ποσοστό.
 
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει ακροατήριο διαθέσιμο να εξετάσει μια τέτοια επιλογή. Εάν αυτή η προδιάθεση αποκτήσει οργάνωση, πρόγραμμα και συνεκτική εκπροσώπηση, τότε είναι απόλυτα βέβαιο πως θα δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στη Νέα Δημοκρατία που θέλει πάση θυσία το μαγικό νούμερο του 25% και κάτι.
 
Η κρίσιμη αμφισβήτηση για το Κτήνος του Μαξίμου, θα ήταν να παγιωθεί σε παραδοσιακούς ψηφοφόρους της παράταξης η πεποίθηση ότι η σημερινή ηγεσία έχει απομακρυνθεί από όσα εκείνοι θεωρούν θεμελιώδη. Μια τέτοια ρήξη δύσκολα θεραπεύεται μόνο με επικοινωνιακές εξαγγελίες. Το μόνο βέβαιο.
 
Καρυστιανού: Η πολιτική βαρύτητα του αιτήματος δικαιοσύνης
 
Τώρα, ας πάρουμε τη περίπτωση Μαρία Καρυστιανού, η οποία αποτελεί διαφορετική παράμετρο. Η δημόσια παρουσία της έχει συνδεθεί με τα Τέμπη και το αίτημα απόδοσης ευθυνών. Γι’ αυτό και η πολιτική της απήχηση δεν περιγράφεται επαρκώς με την πρόχειρη κατάταξή της σε έναν κατάλογο «κομμάτων δεξιά της Νέας Δημοκρατίας».
 
Η απαίτηση για δικαιοσύνη μπορεί να συναντήσει ψηφοφόρους διαφορετικών πολιτικών καταβολών. Ανθρώπους που διαφωνούν μεταξύ τους σε πολλά, αλλά συγκλίνουν όλοι στην ανάγκη να ελέγχεται η εξουσία με αδιάβλητο και διαφανή τρόπο και να απαντά συγκεκριμένα για τις πράξεις και τις παραλείψεις της και όχι να παίζει με τη νοημοσύνη του κοινού, βάζοντας παράλληλα τους υποτακτικούς της (δημοσιογράφους, βουλευτές, αναλυτές κλπ) να λένε αρλούμπες και ασυναρτησίες τύπου Γεωργιάδη, Βούλτεψη, Μαρινάκη, Πορτοσάλτε και κάθε άλλο φρούτο εποχής.
 
Στην ίδια έρευνα της Metron Analysis, η Καρυστιανού συγκεντρώνει 27% θετικές γνώμες. Αυτό είναι μέτρηση δημοτικότητας, όχι πρόθεση ψήφου. Δείχνει, πάντως, ότι διαθέτει αναγνωρίσιμη δημόσια παρουσία, την οποία μια σοβαρή πολιτική ανάλυση οφείλει να συνυπολογίζει.
 
Η δοκιμασία όμως για την ίδια, είναι η μετατροπή του αιτήματος δικαιοσύνης σε ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση. Για την «κυβέρνηση των διεφθαρμένων», η δοκιμασία είναι να απαντήσει επί της ουσίας. Αλλά η απαξίωση ενός προσώπου δεν απαντά στα ερωτήματα των πολιτών που το ακούν, απλά το...διαφημίζει περισσότερο.
 
Ελληνικός Παλμός: Μια παράμετρος που χρειάζεται καθαρή καταγραφή
 
Η όποια πολιτική ανάλυση αναρτηθεί δημόσια, για να είναι πράγματι συνεπής προς το κοινό, πρέπει να συμπεριληφθεί σε αυτήν η ανερχόμενη πορεία ενός μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού προς την Ορθοδοξία και τον ρωμαίϊκης υφής πατριωτισμό, που αυτή τη στιγμή εκπροσωπείται από τον «Ελληνικό Παλμό» του πρώην βουλευτή της ασήμαντης πλέον «Νίκης» Νίκου Παπαδόπουλου.
 
Η επίσημη παρουσίασή του τοποθετεί στο επίκεντρο την εθνική κυριαρχία, την Ορθοδοξία, την οικογένεια και την κοινωνική προστασία. Με αυτές τις αναφορές επιχειρεί να διαμορφώσει διακριτή πολιτική ταυτότητα.
 
Το αναλυτικό ερώτημα είναι πόση απήχηση μπορεί να αποκτήσει αυτή η πρόταση και από ποιες εκλογικές δεξαμενές. Ενδεχόμενη ενίσχυσή του θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τη Νέα Δημοκρατία όσο και άλλους σχηματισμούς με συγγενείς αναφορές. Θα μπορούσε επίσης να κινητοποιήσει ανθρώπους που σήμερα απέχουν.
 
Η πληροφορία περί ποσοστού άνω του 3% σε μη δημοσιοποιημένες μετρήσεις χρειάζεται βέβαια επιβεβαίωση, με στοιχεία για την εταιρεία, τον χρόνο διεξαγωγής, το δείγμα και το ερώτημα, αλλά ως πρώτη εκτίμηση με βάση την δημοφιλία του «Ελληνικού Παλμού» στα social Media και σε μεγάλες ομάδες του Facebook, όπως είναι η ομάδα ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ με πάνω από 50.000 ακόλουθους.
 
Εξ' άλλου, είναι γνωστό τοις πάσι ότι οι διάφοροι δημοσκόποι αποκρύπτουν σκόπιμα και συστηματικά την καταγραφή κομμάτων που έχουν ως σημαία το δόγμα Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια και ο "Ελληνικός Παλμός" αυτό ακριβώς εκπροσωπεί.
 
Αυτό δεν καθιστά όμως περιττό το αίτημα διαφάνειας. Αντιθέτως, το κάνει συγκεκριμένο: Όταν ένας σχηματισμός συγκεντρώνει ή δεν συγκεντρώνει μετρήσιμη υποστήριξη, ο αναγνώστης δικαιούται να γνωρίζει πώς καταγράφεται, εάν εμφανίζεται χωριστά ή μέσα στην κατηγορία «άλλο κόμμα» και με ποια μεθοδολογικά κριτήρια.
 
Οι καθαροί πίνακες υπηρετούν την ενημέρωση. Οι υπαινιγμοί, από οποιαδήποτε πλευρά, δεν μπορούν να τους υποκαταστήσουν.
 
Συμμαχία Ελλήνων: Οι ισχυρισμοί χρειάζονται μέτρηση και ο νόμος τεκμήρια
 
Στην περίπτωση της «Συμμαχίας Ελλήνων», η δημόσια στήριξη του Ηλία Κασιδιάρη, καταδικασμένου αδίκως και πρώην φυλακισμένου παρανόμως από τη πρώτη κυβέρνηση Σαμαρά για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, έχει καταγραφεί.
 
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί για διψήφια εκλογική επιρροή ή πρωτιά στις ηλικίες 17 έως 25 ετών κατά την άποψη μου, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επιβεβαιωμένα ευρήματα χωρίς δημοσιευμένη έρευνα. Επίσης, σε πρόσφατη δήλωσή του, ο ίδιος ο Κασιδιάρης άφησε ανοικτή τη μορφή ενδεχόμενης εκλογικής συμμετοχής του· Συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται η κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι δεν θα είναι υποψήφιος.
 
Ανάλογη ακρίβεια χρειάζεται στο νομικό ζήτημα. Η απόφαση 1/2024 του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου αποτυπώνει ότι ο έλεγχος αφορά και την πραγματική ηγεσία ενός κόμματος. Επομένως, η απουσία επίσημου τίτλου δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει τη συζήτηση. Η απλή υποστήριξη και η άσκηση πραγματικής ηγεσίας είναι διαφορετικά ζητήματα, τα οποία εξετάζονται με συγκεκριμένα στοιχεία.
 
Η εκλογική δε νομιμότητα απαιτεί δικαστική κρίση με αιτιολογία σοβαρή και απολύτως τεκμηριωμένη. Όμως δυστυχώς, όπως το είδαμε αυτό στις προηγούμενες εκλογές του 2023 και στην υπόθεση αλλαγής προσώπων και δικαστών του Αρείου Πάγου - ένας εξ αυτών αποκάλυψε ότι προσπάθησε η κυβέρνηση να τον δωροδοκήσει για να μην εμποδίσει την τροπολογία που θα καταθέτονταν στη Βουλή - υπάρχει ο προσωπικός διακόπτης που ανοιγοκλείνει το Κτήνος του Μαξίμου, που συσκοτίζει τη θεσμική διαδικασία και αποδυναμώνει την πολιτική κριτική. Το έκανε μία φορά. Τώρα όμως αν το κάνει, θα θάψει οριστικά τόσο τη ΝΔ, όσο και τον εαυτό του.
 
Οι ψηφοφόροι δεν μεταβιβάζονται με εντολή
 
Το σενάριο ότι ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός της «Συμμαχίας Ελλήνων» θα οδηγούσε αυτομάτως το αντίστοιχο εκλογικό ακροατήριο στον Σαμαρά είναι υπόθεση, όχι πρόβλεψη που στηρίζεται σε δημοσιευμένα δεδομένα. Είναι απολύτως βέβαιο ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αποτελούσε από τη μία τον οριστικό ενταφιασμό του Κτήνους, αλλά από την άλλη οι ψήφοι μπορεί να πήγαιναν στον Σαμαρά, αλλά μπορεί και όχι. Θα μπορούσαν να πάνε οπουδήποτε. Είτε στη Καρυστιανού, είτε στον Νίκο Παπαδόπουλο, είτε στην Ελληνική Λύση του Βελόπουλου ή και να μοιραζόταν αυτό το ποσοστό σε όλους όσους εκπροσωπούν τον «Πατριωτικό χώρο»
 
Οι υγιείς ψηφοφόροι δεν αποτελούν περιουσία πολιτικών προσώπων. Μπορούν να αλλάξουν επιλογή, να διασπαστούν μεταξύ διαφορετικών κομμάτων ή και να απέχουν, αλλά το τελευταίο σε αυτή τη συγκυρία δε βλέπω να γίνεται.
 
Για το Μαξίμου, πάντως, παραμένει ένα ουσιαστικό πρόβλημα: Όσο πολλαπλασιάζονται οι διαθέσιμες επιλογές, τόσο δυσκολότερα μπορεί να διατηρείται η υποστήριξη μόνο με την επίκληση του φόβου για την επόμενη ημέρα.
 
Η εξουσία που φεύγει κι αυτή που έρχεται
 
Αυτή η κυβέρνηση, αυτό το ανηλεές καθεστώς που έχει επιβάλει ο Μητσοτακισμός, δε θα κριθεί μόνο όταν έρθει η ώρα για την καθημερινότητα, τη λειτουργία των θεσμών και την αξιοπιστία των απαντήσεών της. Έχει ήδη κριθεί για όλα αυτά, είναι απολύτως βέβαιο. Θα κριθεί για την τεράστια διαφθορά που σκόρπισε...απλόχερα σε όλη τη κοινωνία αλλά και για τις αντεθνικές της πολιτικές.
 
Όμως, κάθε πολιτικός που ζητά να την αντικαταστήσει, θα κριθεί επίσης για τις θέσεις, τους συνεργάτες και την ικανότητά του να κυβερνήσει.
 
Η ουσιαστική προειδοποίηση προς το Μέγαρο Μαξίμου είναι απλή: Η πρωτιά δε βγάζει πάντα κυβέρνηση και κυρίως, δεν παγιώνει κανέναν αρχηγίσκο. Και κυρίως, δεν δίνει συγχωροχάρτι σε κανέναν.
 
Όσο όμως η καθεστωτική εξουσία ενδιαφέρεται περισσότερο για το πού θα κατευθυνθεί η δυσαρέσκεια παρά για το τι την προκαλεί, τόσο αφήνει άθικτους τους λόγους που την τροφοδοτούν.
 
Μόνο η κάλπη εν προκειμένω, είναι ο «λογαριασμός της διακυβέρνησης». Και κανένα επικοινωνιακό επιτελείο και κανείς συμβουλάτορας δεν μπορεί να απαιτήσει από την κοινωνία να θεωρήσει αυτόν τον λογαριασμό εξοφλημένο. Πόσω δε μάλλον μια κυβέρνηση που έχει ως επικεφαλής της ένα πολιτικό και ανθρώπινο Κτήνος, που εδω και μια επταετία, ρημάζει, καίει, ληστεύει και ξεπουλά σε τιμή ευκαιρίας στον οποιονδήποτε του δώσει τα περισσότερα, τα ιερά και τα όσια της πατρίδας.
 

Κακομοίρηδες και νοικοκύρηδες



του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

δεν πρόλαβε καλά καλά να στεγνώσει το μελάνι από το προηγούμενο άρθρο μου για τη δήλωση βουλευτή ότι όποιος δεν έχει δέκα ευρώ για βενζίνη μπορεί να πάει στη δουλειά του με τα μέσα μαζικής μεταφοράς και ήρθε η επόμενη πολιτική προσφορά προς την κοινωνία, αυτή τη φορά από τον υφυπουργό Εξωτερικών κ. Χάρη Θεοχάρη, ο οποίος μας ενημέρωσε ότι υπάρχουν τα κόμματα που εκπροσωπούν τον «κακομοίρη» και υπάρχουν και οι «νοικοκύρηδες». 

Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ακολούθησε η απαραίτητη διευκρίνιση. Ο κ. Θεοχάρης εξήγησε ότι δεν αναφερόταν στους πολίτες που δυσκολεύονται, αλλά στα κόμματα που, κατά την άποψη του, παρουσιάζουν μια «κακόμοιρη» Ελλάδα.

Κάπως έτσι η λέξη απέκτησε άλλη σημασία, χωρίς φυσικά να αλλάξει η λέξη.

Ούτε ο πολίτης ήταν ο «κακομοίρης», ούτε ασφαλώς εκείνος που μετράει τα ευρώ στο τέλος του μήνα.

Κακομοίρης ήταν, τελικά, η πολιτική αφήγηση κάποιων κομμάτων. Μια πραγματικά βολική διευκρίνιση, η οποία μας επιτρέπει να συνεχίσουμε τη συζήτηση, χωρίς να χρειαστεί κανείς να αναρωτηθεί γιατί μια τέτοια λέξη χρησιμοποιείται στον δημόσιο πολιτικό λόγο. 

Το πρόβλημα όμως δεν είναι απλώς μια άστοχη έκφραση, αλλα η αντίληψη που κρύβεται πίσω από αυτήν. Ιδιαίτερα όταν έρχεται λίγες ημέρες μετά από μια άλλη δήλωση που αντιμετώπισε τον πολίτη ο οποίος δεν μπορεί να διαθέσει δέκα ευρώ για βενζίνη σαν να του προσφέρεται μια απλή λύση μετακίνησης με το λεωφορείο.

Γιατί πίσω από αυτά τα δέκα ευρώ υπάρχει ένας εργαζόμενος που πρέπει να φτάσει στη δουλειά του, ένας άνθρωπος που πληρώνει φόρους και λογαριασμούς, μια οικογένεια που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο κόστος της καθημερινότητας και στο εισόδημά της. Πίσω από την αδυναμία κάποιου να πληρώσει έναν ακόμη λογαριασμό δεν υπάρχει κακομοιριά, αλλά μια πραγματικότητα που μεγάλο μέρος της πολιτικής τάξης φαίνεται να δυσκολεύεται να αντιληφθεί.

Ο πολίτης που δυσκολεύεται δεν χρειάζεται να του απονεμηθεί ο τίτλος του «νοικοκύρη», ούτε να στιγματιστεί ως «κακομοίρης». Χρειάζεται μια πολιτεία που να καταλαβαίνει ότι η αξιοπρέπεια δεν μετριέται από το αν περισσεύουν δέκα ευρώ στο πορτοφόλι στο τέλος του μήνα.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο άνθρωπος που ξυπνάει κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά, ο συνταξιούχος που έχει εργαστεί μια ολόκληρη ζωή, ο γονιός που προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του και ο νέος που εργάζεται και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται να δημιουργήσει τη δική του ζωή δεν είναι στατιστικές μονάδες, ούτε πολιτικές κατηγορίες προς ταξινόμηση. Είναι οι πολίτες για τους οποίους υπάρχει και πρέπει να υπηρετεί η πολιτική. 

Ο κ. Χάρης Θεοχάρης έχει εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα πριν από την πολιτική και έχει διανύσει διαφορετικές πολιτικές διαδρομές. Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας λόγος να επιχειρήσουμε να ακυρώσουμε το βιογραφικό του για να ασκήσουμε κριτική στη συγκεκριμένη δήλωση. Το αντίθετο. Η κριτική γίνεται ισχυρότερη όταν μένει στη φράση και στη νοοτροπία που αυτή αποκαλύπτει.

Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις σπουδές, τις θέσεις και τα βιογραφικά. Κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτικός αντιλαμβάνεται και περιγράφει τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι του.

Και εδώ υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να προβληματίσει πολύ περισσότερο από μια διόρθωση μιας ατυχούς διατύπωσης. Όταν μέσα σε λίγες ημέρες ο πολίτης ακούει ότι, αν δεν έχει δέκα ευρώ για βενζίνη, μπορεί απλώς να πάρει το λεωφορείο και στη συνέχεια ακούει για «κακομοίρηδες» και «νοικοκύρηδες», δημιουργείται μια εικόνα που καμία διευκρίνιση δεν μπορεί εύκολα να σβήσει.

Οι πολίτες δεν ζητούν να τους αποκαλούν νοικοκυραίους ή κακομοίρηδες. Απλά ζητουν να μπορούν  να ζουν από τη δουλειά τους, να μεγαλώνουν με αξιοπρεπεια τα παιδιά τους, να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και να αισθάνονται ότι η πολιτεία αντιλαμβάνεται τον αγώνα τους.

Αυτό δεν είναι πολιτική παροχή. Είναι το ελάχιστο που οφείλει να υπηρετεί η πολιτική. 

Γιατί στο τέλος υπάρχει μια απλή αλήθεια που δεν χρειάζεται ούτε επικοινωνιακή διόρθωση ούτε πολιτική ερμηνεία. Ο πολίτης δεν είναι ούτε «κακομοίρης» ούτε «νοικοκύρης», αλλα αυτός που εργάζεται, πληρώνει, αντέχει και ψηφίζει.

Στις δημοκρατίες, καλό είναι να θυμόμαστε ποιος βρίσκεται τελικά στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας και ποιος υπηρετεί ποιον.

https://www.anixneuseis.gr/