Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Maria Karystianou

 

Ότι δεν μπόρεσα να σου πω σήμερα το πρωί, τα γράφω την ώρα τούτη που σου έκοψαν το νήμα της ζωής σου.
«Αγαπημένο μου παιδί, Μάρθη μου,
Στις 28 Φεβρουαρίου του 2023, ο χρόνος σταμάτησε και ήρθαμε αντιμέτωποι με την απόλυτη διαπλοκή και την αδίστακτη διαφθορά.
Σήμερα, μικρή μου, δεν στέκομαι εδώ μόνο ως μια μάνα που την πνίγει το δίκιο. Στέκομαι ως η φωνή σου, η φωνή που κάποιοι επιχείρησαν να σβήσουν μέσα στα συντρίμμια και τις φλόγες εκείνης της νύχτας. Και λυπάμαι. Λυπάμαι που δεν αναγνώρισα τον κίνδυνο, που δεν έδρασα νωρίτερα, που άθελα μου έμεινα παγωμένη στην ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει σε αυτή τη χώρα.
Όμως εκείνη η νύχτα άλλαξε τα πάντα.
Υπόσχεση σου δίνω ότι δεν θα κουραστώ ποτέ. Θα γυρίσω κάθε δικαστήριο, κάθε πλατεία, κάθε γωνιά της Ευρώπης, όσο και όπου χρειαστεί.
Και δεν θα σωπάσω!! Η αλήθεια θα ανασταίνεται και θα αναδύεται πάντα λαμπερή, γιατί το φως δεν θάβεται στα μπάζα τους.
Ούτε θα συμβιβαστώ!! Η δικαίωση δεν είναι εκδίκηση· είναι το χρέος μου στο τελευταίο σου βλέμμα —αυτό που δεν πρόλαβα να συναντήσω— και στην ανάσα σου που πήραν από την αγκαλιά μου.
Όσο εκείνοι οχυρώνονται πίσω από βουλευτικές ασυλίες και τις κατ’ επίφαση «εξεταστικές», εμείς γινόμαστε εκατομμύρια πολίτες, ενωμένοι και δυνατοί.
Νόμιζαν ότι επειδή μας πήραν ό,τι πολυτιμότερο είχαμε, θα μέναμε αδύναμοι. Δεν κατάλαβαν ότι όταν σου πάρουν το παιδί, δεν έχεις πια τίποτα να φοβηθείς. Και ένας άνθρωπος που δεν φοβάται, είναι η μόνη ελπίδα για να γκρεμιστεί το σάπιο σύστημα που συνθλίβει τη ζωή μας.
Δεν θα σταματήσουμε λοιπόν μέχρι αυτό το έγκλημα να καταδικαστεί ως έγκλημα. Μέχρι οι υπεύθυνοι, όσο ψηλά κι αν κάθονται, να βρεθούν ενώπιον μιας πραγματικής δικαιοσύνης. Δεν δεχόμαστε το «πάμε κι όπου βγει» ως τρόπο λειτουργίας αυτής της κοινωνίας. Διεκδικούμε μια χώρα όπου τα παιδιά μας θα ζουν με ασφάλεια.
Και κάπως έτσι γεννήθηκε η ελπίδα!
Κοίταξε γύρω σου παιδί μου. Δες αυτές τις χιλιάδες ανθρώπους που έγιναν πάλι η οικογένειά μας. Δες τα νέα παιδιά που αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι. Αυτή η μεγάλη αγκαλιά είναι η απόδειξη ότι είμαστε όλοι ΕΝΑ. Ο άδικος θάνατός σας δεν έφερε μόνο δάκρυα· έφερε μια πρωτόγνωρη ενότητα. Έγινε ο σπόρος για μια Ελλάδα που αρχίζει να απαιτεί τον σεβασμό που της αξίζει.
Συνεχίζουμε με το κεφάλι ψηλά και την ψυχή μας γεμάτη φως. Το δίκιο μας είναι αλύγιστο και η απεριόριστη αγάπη μας είναι η απόλυτη δύναμη που θα νικήσει το κακό.
Μένουμε δυνατοί, προσηλωμένοι στην αλήθεια, στην αγάπη και στην ειρήνη.
Αξίες απαραίτητες για να φτιάξουμε έναν δίκαιο κόσμο.
Σήμερα , βγήκαμε ξανά στους δρόμους και αποδείξαμε για ακόμη μια φορά ότι το φως μπορεί να νικήσει το σκοτάδι !
Δικαιοσύνη παντού!
Σας ευχαριστώ που είστε δίπλα μας.»

Η αξία της Ισλανδίας για την Ελλάδα και η στρατηγική της Τουρκίας στην Αρκτική

 


Γράφει ο Παναγιώτης Παύλος, Το Βήμα 

Το  Ρέικιαβικ της Ισλανδίας επισκέφθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο νέος Πρέσβης της Ελλάδας στο Όσλο, κ. Ευθύμιος Χαρλαύτης, και επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στην Πρόεδρο της Ισλανδίας, κα Halla Tómasdóttir. Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο απλώς για τη συνήθη πρακτική ο εκάστοτε διπλωματικός απεσταλμένος της Ελλάδας στη Νορβηγία να διεκπεραιώνει την εκπροσώπηση της χώρας μας στο βορειοατλαντικό νησί των Βίκινγκ.

Πλην όμως, ο Έλληνας Πρέσβης διέσχισε τον μισό ωκεανό αντιμέτωπος με ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις. Μπορεί η Ισλανδή Πρόεδρος να του εξέφρασε το θαυμασμό της για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, να επιβεβαίωσε συναντίληψη στα μείζονα διεθνή ζητήματα και να συνομολόγησε τις δυνατότητες περαιτέρω εμβάθυνσης των διμερών σχέσεων, ωστόσο αυτά συμβαίνουν σε μια συγκυρία κατά την οποία η Αθήνα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη γεωπολιτικά δεδομένα και εξελίξεις..

Στις 6 Φεβρουαρίου, η ισλανδική κυβέρνηση ενέκρινε το αίτημα της Άγκυρας για το άνοιγμα τουρκικής πρεσβείας στο Ρέικιαβικ, με χρονοδιάγραμμα έναρξης λειτουργίας μέσα στο τρέχον έτος. Η κίνηση αυτή της Τουρκίας δεν είναι τυχαία, ούτε σχετίζεται με τον μικρό αριθμό Τούρκων που ζουν στην Ισλανδία.

Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ισλανδίας

Η Ισλανδία έχει μεγάλη γεωστρατηγική αξία στον βόρειο Ατλαντικό λόγω της θέσης της στο GIUK Gap (πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου) που ελέγχει υποβρύχια και εμπορικές διαδρομές (choke point). Παρότι δεν διαθέτει μόνιμο στρατό, η ύπαρξή της είναι καθοριστική για τη δραστηριότητα του ΝΑΤΟ στην Αρκτική (από το 2014 η νατοϊκή παρουσία είναι αυξημένη σε αεροσκάφη επιτήρησης και ανθυποβρυχιακά μέσα), και η θέση της αναβαθμίζεται διαρκώς λόγω της παρακολούθησης της ρωσικής δραστηριότητας στην περιοχή. Οι δεσμοί της με τις ΗΠΑ παραμένουν ισχυροί ενώ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε περιβαλλοντική πολιτική, έρευνα και βιώσιμη ναυτιλία.

Οι νέες θαλάσσιες οδοί καθιστούν την Ισλανδία δυνητικό κόμβο logistics μεταξύ Αρκτικής, Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής. Παράλληλα, η χώρα λειτουργεί ως στρατηγική πύλη στους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού και του Αρκτικού Κύκλου, με άμεση συνάφεια προς τις εμπορικές διαδρομές 

Εύλογα, η μετατόπιση του διεθνούς γεωπολιτικού κέντρου βάρους στην Αρκτική την αναδεικνύει σε κρίσιμη παράμετρο για τη στρατηγική ισορροπία, καθώς η Ισλανδία μπορεί να λειτουργεί ως σημείο ελέγχου θαλάσσιων διαδρομών, εφαλτήριο νατοϊκών δυνάμεων σε περιόδους κρίσης και μέσο ενίσχυσης πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής συνεργασίας με ισχυρές χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα).

Λιμάνι, Ρέκιαβικ (AP Photo/Kirsty Wigglesworth)

Η Τουρκία στην Αρκτική: Στρατηγική και οφέλη

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία επιχειρεί στρατηγική διείσδυση στον βόρειο Ατλαντικό και την Αρκτική, επεκτείνοντας την εκεί παρουσία της μέσω της Νορβηγίας (από το 2019 έχει πραγματοποιήσει πέντε ΤASE — Τουρκικές Αρκτικές Ερευνητικές Αποστολές), και με ενεργό συμμετοχή σε πρωτόκολλα όπως το Spitsbergen για τα νησιά Svalbard (η Ελλάδα έχει υπογράψει το ίδιο πρωτόκολλο το 1925, χωρίς να έχει ενεργή δραστηριότητα ως τώρα).

Η Ισλανδία είναι μέλος του Αρκτικού Συμβουλίου, στο οποίο η Τουρκία συμμετέχει ως χώρα παρατηρητής. Η νέα πρεσβεία στο Ρέικιαβικ θα παρέχει στην Άγκυρα άμεση πρόσβαση σε χώρες και θεσμούς της βόρειας Ευρώπης, με πολλαπλά οφέλη – εμπορικά, οικονομικά και γεωπολιτικά. Επιπλέον, θα επιτρέψει στη γείτονα να διαμορφώσει νέο πλαίσιο επιρροής σε αποφάσεις και προγράμματα για την Αρκτική, να συμμετάσχει ενεργά σε ζητήματα ασφαλείας, έρευνας και θαλάσσιων οδών και να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα της. Έτσι, η Τουρκία αναβαθμίζει τον ρόλο της ως ναυτιλιακή δύναμη και διευρύνει τα στρατηγικά της συμφέροντα στον βορειοατλαντικό και αρκτικό χώρο.

Η ίδρυση της πρεσβείας εκπέμπει το σαφές μήνυμα ότι η Άγκυρα επιδιώκει παγκόσμια παρουσία πέραν της Μεσογείου και των Βαλκανίων – δεδομένης ήδη της έντονης δραστηριότητάς της στην Αφρική. Δημιουργεί δίαυλο άμεσης πολιτικής επικοινωνίας με την Ισλανδία και νέο εφαλτήριο διμερούς και πολυμερούς διπλωματίας κοντά στη Γροιλανδία και τον ευρύτερο αρκτικό χώρο.

Μεσοπρόθεσμα, ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως ανερχόμενης παγκόσμιας διπλωματικής δύναμης σε ζητήματα Αρκτικής, νέων θαλάσσιων διαδρομών και ενεργειακών πόρων. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η τουρκική πρεσβεία στο Ρέικιαβικ αποτελεί στρατηγικό βήμα πολιτικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής διείσδυσης στον βορρά της Ευρώπης και την Αρκτική.

Η ελληνική κοινότητα στην Ισλανδία

Η ελληνική παρουσία στην Ισλανδία είναι μικρή αλλά αξιοσημείωτη. Οι πρώτες οργανωμένες μεταναστευτικές κινήσεις σχετίζονταν κυρίως με ακαδημαϊκές και επαγγελματικές δραστηριότητες, ενώ η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 οδήγησε σε εκθετική αύξηση της παρουσίας των Ελλήνων που σήμερα αριθμούν τουλάχιστον 800 ψυχές.

Το 2004 όταν η Ελλάδα σήκωσε το τρόπαιο του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, στο Ρέικιαβικ πανηγύρισαν οι μόλις 8 Έλληνες που ζούσαν τότε εκεί, όπως διηγείται ένας εξ αυτών, ο Αντώνης Κουμουρίδης, τότε ειδικευόμενος ιατρός στην Ισλανδία και σήμερα πλαστικός χειρουργός που ζει κι εργάζεται στη Νορβηγία. Οι περισσότεροι Έλληνες της Ισλανδίας ζουν στο Ρέικιαβικ και εργάζονται στον τουρισμό, την εστίαση, την εκπαίδευση και την έρευνα, ενώ συμμετέχουν ενεργά σε επιχειρήσεις – ανάμεσά τους υπάρχει ακόμη και ελληνικό λουκουματζίδικο – και σε εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

Δεδομένου ότι Ελλάδα δεν διατηρεί πρεσβεία στο Ρέικιαβικ, οι διπλωματικές σχέσεις καλύπτονται από την Πρεσβεία της Ελλάδας στο Όσλο. Τα τελευταία 20 χρόνια, ωστόσο, ο Ισλανδός φιλέλληνας Rafn Alexander Sigurðsson, Επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Ισλανδία, έχει συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση των διμερών σχέσεων, υποστηρίζοντας την ελληνική κοινότητα και λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ των δύο χωρών.

Το 2017, κατά την εκεί επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και του Μητροπολίτη Σουηδίας κ. Κλεόπα, τέθηκαν τα θεμέλια της ελληνορθόδοξης ενορίας του Αποστόλου Βαρθολομαίου στο Ρέικιαβικ, υπό τη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας, με αναγνώριση από τις ισλανδικές αρχές. Παρά την ίδρυσή της ωστόσο, οι πνευματικές ανάγκες των Ελλήνων παραμένουν μεγάλες, καθώς δεν υπάρχει μόνιμη ή τακτική παρουσία ιερέα.

Προς παρόν, η χώρα μας διατηρεί περιορισμένες επαφές με πανεπιστήμια της Ισλανδίας μέσω προγραμμάτων όπως το Erasmus. Την ώρα που η Τουρκία, διαθέτει δομές όπως το Εθνικό Κέντρο DEHUKAM για τη Θάλασσα και το Δίκαιο της Θάλασσας, και επιχειρεί μεθοδικά την εδραίωση ερεισμάτων για ανατροπή του status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα επείγει να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες που της παρέχει ο μετανάστης Ελληνισμός και ο ελληνικός εφοπλισμός.

Αεροπορική και πολιτισμική σύνδεση Αθήνας – Ρέικιαβικ

Η αποκατάσταση της απευθείας αεροπορικής σύνδεσης Αθήνας – Ρέικιαβικ, που είχε διακοπεί προ διετίας λόγω πτώχευσης του αερομεταφορέα Play OG, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ενίσχυση των σχέσεων Ελλάδας – Ισλανδίας. Ενδεχόμενη νέα σύνδεση θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη: θα ενισχύσει τον τουρισμό και την επίσκεψη Ισλανδών στην Ελλάδα, θα προωθήσει τις διμερείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, θα διευκολύνει φοιτητές και επιχειρηματίες και θα διασφαλίσει καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των Ελλήνων ομογενών που ζουν στην Ισλανδία, αυξάνοντας παράλληλα το διεθνές αποτύπωμα ελληνικών αεροπορικών εταιρειών.

Η ιστορική και πολιτισμική διάσταση ενισχύει τη σημασία της Ελλάδας για το «Παγωμένο Νησί», και αντιστρόφως. Η χώρα μας είναι ιδιαίτερα αγαπητή στους Ισλανδούς: η Ισλανδία αναφέρεται ως Θούλη από τον Πυθέα τον Μασσαλιώτη και τον Πλίνιο, ενώ η νοοτροπία των Ισλανδών μοιάζει τόσο με την ελληνική, ώστε να έχουν χαρακτηριστεί «οι Μεσόγειοι του Βορρά».

Δεν είναι τυχαίο ότι αγαπημένο ελληνικό τραγούδι του Ισλανδού καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και κορυφαίου διεθνώς ειδικού στον Πλωτίνο, Eyjólfur Kjalar Emilsson, είναι «Το τρένο φεύγει στις οκτώ» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Αυτή η πολιτισμική οικειότητα καθιστά απολύτως φυσιολογική και στρατηγικά ωφέλιμη τη στενότερη σύνδεση των δύο χωρών.

https://geopolitico.gr/

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ

 


Από το κάλεσμα με βίντεο έως τη μη ομιλία στη συγκέντρωση.
Το κλίμα που δημιουργήθηκε γύρω από την Μαρία Καρυστιανού
Η αφετηρία της συζήτησης που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες, ήταν η δημοσιοποίηση ενός βίντεο με το οποίο η Μαρία Καρυστιανού, κάλεσε τον κόσμο να συμμετάσχει στις συγκεντρώσεις μνήμης για τα θύματα των Τεμπών στις 28 Φεβρουαρίου, τρία χρόνια μετά την τραγωδία.
Από την πρώτη στιγμή υπήρξαν αντιδράσεις για το ύφος του βίντεο, κυρίως λόγω της σκληρής οπτικής εισαγωγής.
Εδώ όμως υπάρχει υποκρισία.
Τα ηχητικά ντοκουμέντα που χρησιμοποιούνται στο βίντεο δεν είναι κάτι νέο. Βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα εδώ και περίπου έναν χρόνο, είναι διαθέσιμα στο κοινό 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 ημέρες τον χρόνο, και έχουν αναπαραχθεί μέχρι και σήμερα, αμέτρητες φορές χωρίς να προκαλείται η ίδια αγανάκτηση.
Την ίδια περίπου περίοδο προβλήθηκαν και άλλα τηλεοπτικά αποσπάσματα με παρόμοιο ή και σκληρότερο περιεχόμενο, όπως στην εκπομπή «Αντιθέσεις» του Γιώργου Σαχίνη στην ΚΡΗΤΗ TV, χωρίς βέβαια να υπάρξει αντίστοιχη κατακραυγή.
Όταν όμως το κάλεσμα έγινε από την Καρυστιανού, τότε ξαφνικά κάποιοι τα θυμήθηκαν όλα.
Αυτό από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν η αντίδραση αφορά πραγματικά το περιεχόμενο ή τελικά το πρόσωπο.
Το βίντεο δεν ήταν κομματικό σποτ, ούτε επαγγελματική παραγωγή κάποιου μηχανισμού. Δεν περιείχε κομματικά σύμβολα, δεν προωθούσε πολιτικό φορέα και δεν ζητούσε ψήφο.
Ήταν ένα κάλεσμα προς την κοινωνία να μην ξεχάσει.
Γιατί τρία χρόνια μετά, η μνήμη αρχίζει να ατονεί. Όταν περνά ο χρόνος, η οργή ξεθωριάζει, η συγκίνηση μειώνεται και η κοινωνία τείνει να συνηθίζει ακόμη και τα πιο ασυγχώρητα γεγονότα.
Σκοπός του βίντεο ήταν να λειτουργήσει σαν ένα απότομο ξύπνημα, ένα γδάρσιμο της μνήμης, όχι σαν προπαγανδιστικό μήνυμα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της ενόχλησης που προκλήθηκε.
Γιατί η αντίδραση δεν είχε να κάνει μόνο με το ύφος του βίντεο, αλλά με το ποιος μιλούσε και έκανε το κάλεσμα.
Όταν η φωνή που ακούγεται δεν μπορεί εύκολα να ελεγχθεί ή να ενταχθεί σε κομματικά πλαίσια, τότε η ενόχληση μεγαλώνει.
Η συζήτηση όμως πήρε ακόμη πιο έντονη τροπή κατά τη συγκέντρωση της 28ης Φεβρουαρίου στο Σύνταγμα.
Παρότι η ίδια η Καρυστιανού είχε καλέσει τον κόσμο να συμμετάσχει χωρίς κόμματα και χρώματα, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει.
Σύμφωνα με μαρτυρίες παρευρισκόμενων, η ίδια βρέθηκε στον χώρο των συγγενών και των ομιλητών, όμως δεν της δόθηκε ο λόγος. Οι ίδιες μαρτυρίες κάνουν λόγο για πλήρη έλεγχο της διοργάνωσης από κομματικούς μηχανισμούς, με ιδιαίτερη αναφορά στο ΚΚΕ, κάτι που επηρέασε τη σειρά των ομιλητών και το ποιοι τελικά μίλησαν.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη αγανάκτηση σε πολλούς από τους παρευρισκόμενους, όχι μόνο για πολιτικούς λόγους αλλά και για λόγους στοιχειώδους σεβασμού. Γιατί, ανεξάρτητα από πολιτικές επιλογές ή μελλοντικές αποφάσεις, πρόκειται για μια μάνα που έχασε το παιδί της και που επί τρία χρόνια κράτησε το θέμα των Τεμπών στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης.
Η εικόνα να βρίσκεται στον χώρο της συγκέντρωσης και να μην της επιτρέπεται να μιλήσει, για πολλούς λειτούργησε σαν αποκάλυψη. Σαν να πέφτουν οι μάσκες.
Παράλληλα, διακινήθηκαν και δημοσιεύματα που μιλούσαν για ένταση μεταξύ συγγενών. Όμως δημόσιες τοποθετήσεις συγγενών διέψευσαν αυτά τα σενάρια, τονίζοντας ότι υπήρξε προσπάθεια να παρουσιαστεί εικόνα διάσπασης ενώ στην πραγματικότητα υπήρχε συγκίνηση, επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή μεταξύ τους.
Όλα αυτά οδήγησαν πολλούς να μιλούν πλέον ανοιχτά για καπέλωμα των κινητοποιήσεων και για μια προσπάθεια να ελεγχθεί το ποιος εκφράζει το αίτημα για δικαιοσύνη.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ίσως η ουσία της κάθαρσης. Όχι στο αν ένα βίντεο ήταν σκληρό, αλλά στο ποιος έχει δικαίωμα να θυμίζει στην κοινωνία ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν έχει τελειώσει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ίδια η Καρυστιανού έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πιστεύει πως η δικαίωση μπορεί να έρθει μέσα από το ίδιο το πολιτικό πλαίσιο που επέτρεψε να συμβεί η τραγωδία. Για τον λόγο αυτό κάλεσε ανοιχτά τον κόσμο να συστρατευθεί μαζί της στην πολιτική κίνηση που επιχειρεί να δημιουργήσει, ζητώντας από τους πολίτες να βρεθούν στις επάλξεις και να μην περιμένουν παθητικά την εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών.
Η θέση αυτή εκφράζει και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που έχει ήδη πειστεί ότι η υπόθεση των Τεμπών δεν μπορεί να δικαιωθεί ουσιαστικά όσο αντιμετωπίζεται μέσα από τους ίδιους μηχανισμούς που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες. Τα δικαστήρια, οι επιτροπές κτλ δίνουν την εικόνα μιας θεατρικής παράστασης που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, χωρίς να υπάρχει πίστη ότι στο τέλος θα αποδοθεί η ευθύνη εκεί που πρέπει.
Ίσως γι’ αυτό η Καρυστιανού ζητά και από τους συγγενείς και από όσους στάθηκαν δίπλα τους όλα αυτά τα χρόνια να κάνουν μαζί το επόμενο βήμα. Να αφήσουν στην άκρη τις κομματικές ταυτότητες και τις παλιές πολιτικές συνήθειες και να σταθούν απέναντι στο ίδιο το πολιτικό πλαίσιο που διαμόρφωσε τις συνθήκες για να συμβεί το έγκλημα.
Γιατί όταν προσπαθείς να δικαιώσεις τα παιδιά σου σε μια υπόθεση που αφορά κρατικές ευθύνες, δεν μπορείς να το κάνεις μένοντας μέσα στα ίδια όρια που το ίδιο το κράτος έχει ορίσει.
Αναγκαστικά βρίσκεσαι απέναντι. Απέναντι σε ένα μοντέλο εξουσίας που από τη μεταπολίτευση και μετά δημιούργησε μια χώρα όπου το «πάμε κι όπου βγει» δεν αφορά μόνο τον σιδηρόδρομο, αλλά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.
Ο σιδηρόδρομος δεν ήταν απλώς ένα σύστημα που απέτυχε. Ήταν μια μικρογραφία της ίδιας της Ελλάδας. Και όσο αυτό δεν το αναγνωρίζουμε, τόσο η δικαίωση θα απομακρύνεται.
Όποιος έζησε τα χρόνια των μνημονίων ξέρει ότι όταν το πολιτικό σύστημα πιέζεται, δεν διαλύεται αλλά συσπειρώνεται.
Και γι’ αυτό ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει πλέον με δυσπιστία κάθε διαδικασία που υπόσχεται δικαιοσύνη χωρίς πραγματική αλλαγή.
Το είδαμε τότε στη περίοδο των μνημονίων, όταν η κοινωνία βρέθηκε απέναντι σε αποφάσεις που άλλαζαν τη ζωή της, όταν η Βουλή περιφρουρούνταν, θυμίζοντας περισσότερο φρούριο παρά κοινοβούλιο απέναντι σε έναν εξοργισμένο λαό και όταν, παρά τις μεγάλες κουβέντες και τις αντιπαραθέσεις, το πολιτικό σύστημα βρήκε τρόπο να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να σπάσει.
Την περίοδο εκείνη ακούστηκαν πολλές καταγγελίες, ειπώθηκαν βαριές κουβέντες, αλλά στο τέλος κανείς δεν θέλησε πραγματικά να τραβήξει τη γραμμή μέχρι τη ρήξη.
Και ίσως γιατί δεν μπορούσαν, αλλά και γιατί δεν ήθελαν να φτάσουν μέχρι εκεί. Γιατί όποιος προκαλεί πραγματική ρήξη με ένα σύστημα, πρέπει να είναι έτοιμος να ζήσει και την επόμενη μέρα έξω από αυτό.
Αυτό είναι που κάνει σήμερα πολλούς να βλέπουν με δυσπιστία όσα συμβαίνουν και στην υπόθεση των Τεμπών. Όταν το ίδιο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο που επί δεκαετίες δημιούργησε παθογένειες καλείται τώρα να ερευνήσει τον εαυτό του, είναι λογικό ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να φοβάται ότι στο τέλος θα αποδοθούν ευθύνες μόνο μέχρι εκεί που δεν θα απειλείται η συνολική ισορροπία του συστήματος.
Και ίσως γι’ αυτό η στάση της Καρυστιανού, όσο κι αν ενοχλεί ορισμένους, βρίσκει απήχηση. Γιατί εκφράζει ακριβώς αυτή την αίσθηση. Ότι η δικαίωση δεν θα έρθει αν δεν υπάρξει πραγματική κάθαρση, και ότι όταν το ζήτημα αφορά ένα κρατικό έγκλημα, η κάθαρση δεν μπορεί να είναι μόνο δικαστική, αναγκαστικά είναι και πολιτική.
Το «πάμε κι όπου βγει» φίλες και φίλοι δεν ήταν μια φράση που ειπώθηκε μόνο μέσα σε ένα τρένο. Δεν είναι θέμα ενός κόμματος ούτε ενός προσώπου. Είναι το σύμπτωμα μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν μια φράση που περιγράφει μια ολόκληρη νοοτροπία δεκαετιών.
Μια νοοτροπία που χαρακτήρισε τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το κράτος, η οικονομία, οι θεσμοί και συνολικά η ίδια η χώρα. Από τη μεταπολίτευση και μετά, τα προβλήματα συσσωρεύονταν χωρίς ποτέ να υπάρξει πραγματική κάθαρση. Κάθε κρίση περνούσε, κάθε λάθος κουκουλωνόταν, κάθε ευθύνη χανόταν μέσα στον χρόνο.
Η χρεοκοπία, τα μνημόνια, η επιτήρηση, δεν ήρθαν από το πουθενά. Ήταν αποτέλεσμα μιας πορείας χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική και χωρίς πραγματική ρήξη με τις παθογένειες που όλοι γνώριζαν αλλά κανείς δεν ήθελε να αγγίξει μέχρι τέλους.
Το ίδιο συνέβη και με τις υποδομές, με τον σιδηρόδρομο, με τη λειτουργία του κράτους. Όλα λειτουργούσαν με τη λογική ότι κάπως θα συνεχίσουμε, κάπως θα περάσει, κάπως θα βρεθεί λύση. Μέχρι που δεν βρέθηκε.
Γι’ αυτό και για πολλούς ανθρώπους τα Τέμπη δεν ήταν ένα μεμονωμένο δυστύχημα. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης εποχής χωρίς ουσιαστική κάθαρση. Και όταν μια κοινωνία δεν περνά ποτέ από κάθαρση, τα ίδια λάθη επιστρέφουν, κάθε φορά με πιο βαρύ κόστος.
Αν πραγματικά θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη των παιδιών που χάθηκαν, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος φταίει σε ένα δικαστήριο. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να κοιτάξουμε κατάματα το ίδιο το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε τις συνθήκες για να συμβεί αυτό που συνέβη.
Και γι’ αυτό το κάλεσμα που έγινε αυτές τις ημέρες δεν ήταν κομματικό. Ήταν κάλεσμα προς όλους. Πέρα από παρατάξεις, πέρα από ταμπέλες, πέρα από παλιές πολιτικές συνήθειες. Γιατί όταν η κοινωνία ζητά κάθαρση, δεν μπορεί να τη χωρίσεις σε στρατόπεδα.
Ή θα υπάρξει για όλους, ή δεν θα υπάρξει για κανέναν.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα του να βρεθεί ο κόσμος στον δρόμο.
Όχι για να υπηρετήσει ένα κόμμα, αλλά για να μην ξεχαστεί.
Για να μη μείνει άλλη μια φορά η χώρα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας απλώς να περάσει ο χρόνος μέχρι την επόμενη τραγωδία.