Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ηχηρή παρέμβαση των Πομάκων της Ξάνθης: «Δεν δεχόμαστε επιβολή τουρκικής ταυτότητας»

 


Με σαφείς αναφορές στην πομακική ταυτότητα, τη γλώσσα και το δικαίωμα ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού παρενέβη σε συνέδριο του ΟΑΣΕ ο Μπενιαμίν Κόντε, εκπροσωπώντας τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης.

Στην ομιλία του, ο εκπρόσωπος του Συλλόγου υποστήριξε ότι Πομάκοι της Θράκης δέχονται πιέσεις από κύκλους εντός της μειονότητας προκειμένου να υιοθετήσουν τουρκική εθνική ταυτότητα, ενώ αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, διδασκαλίας της πομακικής γλώσσας και κοινωνικών πιέσεων. Πρόκειται για ισχυρισμούς και προσωπικές εμπειρίες που ο ίδιος και ο Σύλλογος καταθέτουν δημόσια και οι οποίοι αποδίδονται στους ίδιους.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Μουσταφά Τράμπα, ο οποίος παρουσιάζεται ως «Μουφτής Ξάνθης» και πρόεδρος του λεγόμενου Συμβουλευτικού Συμβουλίου της «Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης». Ο Κόντε απάντησε ότι «δεν είναι ο δικός μας μουφτής» και ότι δεν αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος.

Η ανακοίνωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ν. Ξάνθης

«Η φωνή του Πολιτιστικού Συλλόγου Πομάκων Ν. Ξάνθης ακούστηκε για ακόμη μία φορά σε ένα σημαντικό διεθνές βήμα, στο πλαίσιο του Συνεδρίου του ΟΑΣΕ.

Ο εκπρόσωπος του συλλόγου μας, Κόντε Μπενιαμίν, συμμετείχε στις εργασίες του Συνεδρίου και τοποθετήθηκε δημόσια για ζητήματα που αφορούν την Πομακική κοινότητα, την ταυτότητα, την πομακική γλώσσα, τις παραδόσεις μας, τη θρησκευτική ελευθερία και τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων.

Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι στο ίδιο Συνέδριο παρευρισκόταν και ο Μουσταφά Τράμπα, ο οποίος, κατά την τοποθέτησή του, αναφέρθηκε στον εαυτό του ως “Μουφτή”. Ο εκπρόσωπος του Συλλόγου μας, κατά την παρέμβασή του, έδωσε δημόσια απάντηση στη συγκεκριμένη αναφορά, επισημαίνοντας ότι δεν αποτελεί τον Μουφτή που αναγνωρίζεται από την Μουσουλμανική Μειονότητα και από το ελληνικό κράτος.

Η συγκεκριμένη παρέμβαση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αναδεικνύει τη φωνή μιας νέας γενιάς Πομάκων που επιλέγει να μιλά ανοιχτά και με θεσμικό λόγο για ζητήματα που αφορούν την ίδια, την κοινότητά της και το μέλλον της.

Η Πομακική κοινότητα έχει το δικαίωμα να διατηρεί και να αναδεικνύει τη γλώσσα, την ιστορία, τις παραδόσεις και την ιδιαίτερη πολιτιστική της ταυτότητα. Παράλληλα, κάθε μέλος της έχει το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα, χωρίς πιέσεις ή αποκλεισμούς, και να προσδιορίζει ο ίδιος την ταυτότητά του.

https://www.xanthinea.gr/

Η Απάτη του CO2 για το Κλίμα


Απόδοση στα ελληνικά: Απολλόδωρος - Mark Keenan | 31 Ιουλίου 2026

Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπάρχει κλιματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης

Εδώ και δεκαετίες, οι κλιματικοί φορείς των Ηνωμένων Εθνών, οι διεθνείς οργανισμοί και μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης προειδοποιούν ότι οι ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου —ιδίως το διοξείδιο του άνθρακα— προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη και δημιουργούν σοβαρούς κλιματικούς κινδύνους που απαιτούν επείγουσα δράση.

Μετά την ειδική έκθεση της IPCC του 2018 για την αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5 °C, πολλοί πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης συνόψισαν την πορεία των εκπομπών που προτείνει η έκθεση στον ισχυρισμό ότι η ανθρωπότητα είχε περίπου «12 χρόνια για να σώσει τον πλανήτη». Η ίδια η έκθεση δεν χρησιμοποίησε αυτή τη φράση· ανέφερε ότι οι προσομοιωμένες πορείες που περιορίζουν την αύξηση της θερμοκρασίας στους 1,5 °C απαιτούσαν γενικά οι παγκόσμιες καθαρές εκπομπές CO₂ να μειωθούν κατά περίπου 45% από τα επίπεδα του 2010 έως το 2030. Αυτές οι προειδοποιήσεις συνέβαλαν στην αιτιολόγηση ριζικών αλλαγών στην ενεργειακή πολιτική, επενδύσεων τρισεκατομμυρίων δολαρίων από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και στην ταχεία εφαρμογή πολιτικών «Net Zero» σε μεγάλο μέρος του κόσμου.

Τι θα γινόταν όμως αν τα επιστημονικά στοιχεία ήταν πολύ λιγότερο βέβαια από ό,τι έχει οδηγηθεί να πιστεύει το κοινό;

Το παρόν άρθρο εξετάζει την επιστημονική κριτική της επικρατούσας αφήγησης για το κλίμα, διερευνά τους περιορισμούς της κλιματικής μοντελοποίησης και αναλύει κατά πόσον οι υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η ατζέντα «Net Zero» αξίζουν μεγαλύτερη δημόσια εξέταση.

Επιστημονική Διαφωνία και τα Όρια της Συναίνεσης

Στο κοινό λέγεται συχνά ότι «η επιστήμη έχει καταλήξει σε συμπέρασμα» και ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κλιματολόγων συμφωνεί ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες προκαλούν επικίνδυνη κλιματική αλλαγή. Αυτός ο ισχυρισμός χρησιμοποιείται μερικές φορές για να αποθαρρύνει τη συζήτηση και να παρουσιάσει τις διαφωνούσες απόψεις ως μη επιστημονικές.

Η ύπαρξη χιλιάδων επιστημόνων, μηχανικών και άλλων επαγγελματιών που έχουν αμφισβητήσει δημοσίως στοιχεία της επικρατούσας αφήγησης δεν αναιρεί από μόνη της τη συναίνεση της πλειοψηφίας. Δείχνει, ωστόσο, ότι ο κλάδος δεν είναι ομόφωνος και ότι υπάρχει οργανωμένη επιστημονική και τεχνική διαφωνία μέσω ομάδων όπως η CLINTEL και η CO₂ Coalition.

Τα επιστημονικά συμπεράσματα τελικά αξιολογούνται με βάση εμπειρικά στοιχεία και όχι μόνο με βάση τον αριθμό των υποστηρικτών τους. Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσοι επιστήμονες υποστηρίζουν μια συγκεκριμένη άποψη, αλλά πόσο καλά υποστηρίζεται αυτή η άποψη από τα στοιχεία.

Τα περισσότερα μέλη του κοινού, όπως είναι φυσικό, βασίζονται σε περιλήψεις που εκπονούνται από την IPCC, τις κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης, αντί να εξετάζουν απευθείας τα σύνολα δεδομένων και τα μοντέλα για το κλίμα. Μια σημαντική οργανωμένη έκφραση επιστημονικής διαφωνίας είναι η Παγκόσμια Διακήρυξη για το Κλίμα που δημοσιεύθηκε από το Ίδρυμα Climate Intelligence Foundation, γνωστό ως CLINTEL. Τον Ιούνιο του 2026, το CLINTEL είχε καταγράψει 2.072 υπογράφοντες, μεταξύ των οποίων επιστήμονες, μηχανικοί και άλλοι επαγγελματίες, που υποστήριζαν τη διακήρυξή του ότι «δεν υπάρχει κλιματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης», βλ. Σημείωση[1].

Έχω υπογράψει και εγώ αυτή τη διακήρυξη. Διαθέτω εμπειρία στον τομέα αυτό ως πρώην Επιστημονικός Σύμβουλος στο Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής της βρετανικής κυβέρνησης, καθώς και ως πρώην Υπεύθυνος Περιβαλλοντικών Υποθέσεων στα Ηνωμένα Έθνη, όπου ασχολιόμουν με τη διεθνή παρακολούθηση της ρύπανσης και τις περιβαλλοντικές συμφωνίες. Οι πραγματικές και άμεσα τοξικές μορφές ρύπανσης αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή, ενώ το μέγεθος και οι συνέπειες των κλιματικών επιπτώσεων που αποδίδονται στο CO₂ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά σε επιστημονική εξέταση. Η βιομηχανική ανάπτυξη έχει δημιουργήσει ή απελευθερώσει πολυάριθμες ουσίες ικανές να βλάψουν την ανθρώπινη υγεία και τα οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των αιωρούμενων σωματιδίων, των βαρέων μετάλλων, των ανθεκτικών οργανικών ρύπων, των φυτοφαρμάκων, των πλαστικών και των τοξικών βιομηχανικών χημικών ουσιών.

Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλά προγράμματα των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη έχουν δώσει όλο και μεγαλύτερη έμφαση στις εκπομπές CO₂, ενός αόρατου, άοσμου και φυσικά απαντώμενου αερίου που αποτελεί ουσιαστικό συστατικό της ατμόσφαιρας της Γης και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη φωτοσύνθεση και την ανάπτυξη των φυτών.

Σε αντίθεση με τα αιωρούμενα σωματίδια (αιθάλη), το διοξείδιο του θείου, τα οξείδια του αζώτου, τα βαρέα μέταλλα και τις τοξικές βιομηχανικές χημικές ουσίες, το CO₂ γενικά δεν θεωρείται επιβλαβές λόγω άμεσης τοξικότητας στις συνήθεις συγκεντρώσεις του στην ατμόσφαιρα. Η ανησυχία επικεντρώνεται μάλλον στη συσσώρευσή του στην ατμόσφαιρα και στο φαινόμενο του θερμοκηπίου που προκαλεί. Η δημόσια συζήτηση μερικές φορές δεν καταφέρνει να διακρίνει σαφώς μεταξύ των προτεινόμενων κλιματικών επιπτώσεων του CO₂ και των άμεσων επιπτώσεων στην υγεία που προκαλούν οι συμβατικοί τοξικοί ρύποι.

Η Παγκόσμια Κλιματική Διακήρυξη της Clintel αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της IPCC του ΟΗΕ σχετικά με τον ρόλο των αερίων του θερμοκηπίου, όπως το CO₂. Η Clintel συνοψίζει τις κύριες επιστημονικές αντιρρήσεις της έναντι της επικρατούσας κλιματικής αξιολόγησης ως εξής:

«Δεν υπάρχει κλιματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης… Το γεωλογικό αρχείο αποκαλύπτει ότι το κλίμα της Γης έχει παρουσιάσει διακυμάνσεις από τότε που υπάρχει ο πλανήτης, με φυσικές ψυχρές και θερμές φάσεις.

Ο πλανήτης έχει θερμανθεί σημαντικά λιγότερο από ό,τι προέβλεπε η IPCC με βάση μοντελοποιημένες ανθρωπογενείς πιέσεις.

Τα κλιματικά μοντέλα παρουσιάζουν πολλές ελλείψεις και δεν είναι καθόλου αξιόπιστα ως εργαλεία παγκόσμιας πολιτικής. Υπερβάλλουν την επίδραση των αερίων του θερμοκηπίου, όπως το CO₂.

Το CO₂ αποτελεί τροφή για τα φυτά, όχι ρύπο. Είναι απαραίτητο για κάθε μορφή ζωής στη Γη. Η φωτοσύνθεση είναι ευλογία. Η αύξηση του CO₂ ωφελεί τη φύση, καθιστώντας τη Γη πιο πράσινη.

Δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει αυξήσει τη συχνότητα ή την ένταση των τυφώνων, των πλημμυρών ή των ξηρασιών.»

Ένας άλλος οργανισμός που αμφισβητεί την επικρατούσα αφήγηση είναι το Ιρλανδικό Φόρουμ Κλιματικής Επιστήμης (ICSF), το οποίο ιδρύθηκε από τον Jim O’Brien. Η σειρά διαλέξεων του φόρουμ περιλαμβάνει διεθνείς επιστήμονες και άλλους ειδικούς που αμφισβητούν ή εξετάζουν κριτικά πτυχές της κυρίαρχης κλιματικής επιστήμης και πολιτικής, βλ. Τελική Σημείωση [2].

Αυτοί οι οργανισμοί δεν αποτελούν μεμονωμένες φωνές. Βασίζονται στο έργο και στις δημόσιες δηλώσεις ενός αριθμού έμπειρων επιστημόνων που αμφισβητούν συγκεκριμένες πτυχές των εκτιμήσεων της IPCC, συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης των κλιματικών μοντέλων, της κλιματικής ευαισθησίας, της απόδοσης ακραίων καιρικών φαινομένων και των πολιτικών επιπτώσεων που συνάγονται από την προβλεπόμενη αύξηση της θερμοκρασίας.

Επιστήμονες που Aμφισβητούν την Kλιματική Aφήγηση του ΟΗΕ

Τα ακόλουθα παραδείγματα καταδεικνύουν το εύρος της επιστημονικής γνώμης μεταξύ των ερευνητών που έχουν αμφισβητήσει σημαντικές πτυχές της επικρατούσας αφήγησης για το κλίμα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κορυφαίοι εμπειρογνώμονες στην ατμοσφαιρική φυσική, τη μοντελοποίηση του κλίματος, τις γεωεπιστήμες, καθώς και πρώην επιστημονικοί σύμβουλοι κυβερνήσεων.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Richard Lindzen, ομότιμο καθηγητή Ατμοσφαιρικών Επιστημών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT), η αφήγηση για την κλιματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης βασίζεται σε «βαθιά ελαττωματική λογική, που συσκοτίζεται από έξυπνη και αμείλικτη προπαγάνδα». Σε μια διάλεξη με τίτλο: The Imaginary Climate Crisis – How Can We Change the Message ? «Η φανταστική κλιματική κρίση – Πώς μπορούμε να αλλάξουμε το μήνυμα;», βλ. Τελική σημείωση [3] www.icsf.ie, ο Lindzen υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει σχεδόν καμία μακροπρόθεσμη συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων CO₂ στην ατμόσφαιρα και του κλίματος σε γεωλογικές χρονικές κλίμακες, και ότι το CO₂ έχει παρουσιαστεί λανθασμένα ως επικίνδυνος ρύπος, παρά το γεγονός ότι είναι απαραίτητο για τη φωτοσύνθεση. Δηλώνει:

«Θα μείνει στην ιστορία ως η μεγαλύτερη μαζική αυταπάτη στην ιστορία του κόσμου… δίνει στις κυβερνήσεις τη δύναμη να ελέγχουν τον ενεργειακό τομέα… πολλοί από εμάς αγωνιζόμαστε ενάντια στην κλιματική υστερία…

Οι ελίτ αναζητούν πάντα τρόπους να διαφημίσουν την αρετή τους και να επιβάλουν την εξουσία τους. Πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να θεωρούν την επιστήμη ως πηγή εξουσίας και όχι ως διαδικασία, και προσπαθούν να οικειοποιηθούν την επιστήμη, κατάλληλα και λανθασμένα απλουστευμένη, ως βάση για το κίνημά τους.»

Τα δορυφορικά δεδομένα θερμοκρασίας που ανέλυσε ο καθηγητής Τζον Κρίστι, διευθυντής του Τμήματος Ατμοσφαιρικών και Γεωεπιστημών του Πανεπιστημίου της Alabama, υποδηλώνουν ότι η παρατηρούμενη αύξηση της θερμοκρασίας παρέμεινε σταθερά κάτω από τις προβολές των μοντέλων. Ο Κρίστι έχει παράσχει λεπτομερή ανάλυση των κλιματικών δεδομένων, βλ. Τελική Σημείωση [4] www.icsf.ie. Δηλώνει:

«Η καθιερωμένη θεωρία της παγκόσμιας θέρμανσης παραποιεί σημαντικά τον αντίκτυπο των επιπλέον αερίων του θερμοκηπίου… μεταξύ 1895 και 2015, 14 από τα 15 έτη με τα υψηλότερα ρεκόρ θερμοκρασίας σημειώθηκαν πριν από το 1960… ο αριθμός των μεγάλων ανεμοστρόβιλων μεταξύ 1954 και 1986 ήταν κατά μέσο όρο 56 ανά έτος, αλλά μεταξύ 1987 και 2020 ο μέσος όρος ήταν μόνο 34 ανά έτος…»

Ένας άλλος επιστήμονας που αμφισβητεί πτυχές της επικρατούσας κλιματικής αφήγησης είναι ο Dr Mototaka Nakamura, ο οποίος απέκτησε το διδακτορικό του στις Φυσικές Επιστήμες από το MIT και αφιέρωσε σχεδόν 25 χρόνια στην έρευνα του καιρού και του κλίματος σε ιδρύματα όπως το MIT, η NASA, το Jet Propulsion Laboratory, το Caltech, το JAMSTEC και το Πανεπιστήμιο Duke. Ο Nakamura έχει περιγράψει τα τρέχοντα κλιματικά μοντέλα ως «παρωδίες του πραγματικού κόσμου στο στυλ του Μίκυ Μάους» και υποστηρίζει ότι η βάση δεδομένων στην οποία στηρίζεται η επιστήμη της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι «αναξιόπιστη» και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων. Δηλώνει:

«Οι μέσες παγκόσμιες θερμοκρασίες πριν από το 1980 βασίζονται σε αναξιόπιστα δεδομένα».

Ο Dr Nils-Axel Mörner, πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής της INQUA για τη Μεταβολή της Στάθμης της Θάλασσας και ειδικός κριτής για το κεφάλαιο της IPCC σχετικά με τη στάθμη της θάλασσας, έχει υποστηρίξει ότι τα επιστημονικά στοιχεία είναι υπέρ των σκεπτικιστών και ότι η IPCC έχει υπερεκτιμήσει σοβαρά τον ρόλο του CO₂ στην κλιματική αλλαγή και παραπλανά την ανθρωπότητα. Σε συνέντευξή του δηλώνει:

«Εκλέχθηκα ως εμπειρογνώμονας-αξιολογητής για το κεφάλαιο της (IPCC του ΟΗΕ) σχετικά με τη στάθμη της θάλασσας. Το κείμενο συντάχθηκε από 38 άτομα και ούτε ένα από αυτά δεν ήταν ειδικός στη στάθμη της θάλασσας… Το εξέτασα και τους έδειξα ότι ήταν λάθος… Έχω χιλιάδες κορυφαίους επιστήμονες σε όλο τον κόσμο που συμφωνούν ότι ΟΧΙ, το CO₂ δεν είναι ο κινητήριος μηχανισμός και ότι όλα είναι υπερβολικά…

Το 80 έως 90% των φυσικών γνωρίζει ότι η υπόθεση του CO₂ είναι λανθασμένη… Υποψιάζομαι ότι οι υποστηρικτές πίσω από τα παρασκήνια… έχουν κρυφό κίνητρο… Είναι ένας θαυμάσιος τρόπος ελέγχου της φορολογίας και του πληθυσμού.»

Αυτές οι κριτικές δεν περιορίζονται σε μία μόνο επιστημονική ειδικότητα. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφραστεί από ερευνητές και εξέχοντες περιβαλλοντολόγους. Ο Patrick Moore, συνιδρυτής της Greenpeace και πρώην πρόεδρος της Greenpeace Καναδά, υποστηρίζει ότι η αφήγηση για την κλιματική κρίση «δεν είναι μόνο ψευδείς ειδήσεις, είναι ψευδοεπιστήμη». Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι επιστήμονες που μιλούν για κρίση χρηματοδοτούνται διαρκώς από κρατικές επιχορηγήσεις· και ότι η Greenpeace μετατράπηκε κατά τη δεκαετία του 1980 από μια περιβαλλοντική οργάνωση με επιστημονική βάση σε μια οργάνωση που έχει καταληφθεί από τον «σενσασιοναλισμό, την παραπληροφόρηση και τον φόβο». Υποστηρίζει επίσης ότι προς το παρόν δεν υπάρχει πρακτικό σχέδιο για τη διατροφή 8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς ορυκτά καύσιμα ή για τη μεταφορά των τροφίμων στις πόλεις.

Είτε συμφωνεί κανείς με την εκτίμηση του Moore είτε όχι, αυτή θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα σχετικά με τη σχέση μεταξύ χρηματοδότησης της έρευνας, θεσμικών κινήτρων και επιστημονικού διαλόγου. Όταν οι κυβερνήσεις δεσμεύονται σε κλιματικές πολιτικές μεγάλης κλίμακας και ταυτόχρονα χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος της σχετικής έρευνας, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι διαφωνούσες απόψεις ενδέχεται να λαμβάνουν λιγότερη θεσμική υποστήριξη. Αυτό δεν ακυρώνει την κλιματική έρευνα, αλλά αποτελεί νόμιμο λόγο για να εξεταστούν τα ίδια τα στοιχεία, αντί να βασιζόμαστε αποκλειστικά σε επικλήσεις της επιστημονικής συναίνεσης.

Ο καθηγητής Steven E. Koonin, πρώην υφυπουργός Επιστημών στο Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ και συγγραφέας του βιβλίου «Unsettled», έχει επίσης υποστηρίξει ότι η δημόσια συζήτηση για την κλιματική επιστήμη συχνά υπερτονίζει τη βεβαιότητα των επιστημονικών συμπερασμάτων και ότι πολλές σημαντικές αβεβαιότητες δεν επικοινωνούνται επαρκώς στο κοινό. Υποστηρίζει ότι η κλιματική επιστήμη είναι σημαντικά πιο πολυδιάστατη από ό,τι συχνά παρουσιάζεται στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο.

Η καθηγήτρια Judith Curry, πρώην Πρόεδρος της Σχολής Επιστημών της Γης και της Ατμόσφαιρας στο Georgia Institute of Technology, έχει υποστηρίξει ομοίως ότι η κλιματική επιστήμη περιέχει σημαντικές αβεβαιότητες που συχνά υποτιμούνται στη δημόσια συζήτηση. Έχει ζητήσει μεγαλύτερη επιστημονική διαφάνεια, πιο διαφανή αντιμετώπιση της αβεβαιότητας και ευρύτερη εξέταση εναλλακτικών ερμηνειών των κλιματικών δεδομένων.

Ο καθηγητής William Happer, του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, πρώην Διευθυντής Επιστημών στο Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ, αποτελεί επίσης μια ισχυρή φωνή ενάντια στην επικρατούσα θεωρία της επικίνδυνης ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης του πλανήτη. Δηλώνει: «To περισσότερο CO₂ ωφελεί τη Γη».

Οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται να διερευνήσουν τα επιστημονικά στοιχεία σε μεγαλύτερο βάθος μπορούν να βρουν μια πολύ πιο ολοκληρωμένη επισκόπηση της έρευνας, μαζί με λεπτομερείς παραπομπές σε πολλούς επιπλέον επιστήμονες και τεχνικές πηγές, στο βιβλίο μου: «Climate CO2 Hoax – How Bankers Hijacked the Environment Movement».

Γιατί τα μοντέλα της IPCC είναι Αναξιόπιστα

Μεγάλο μέρος της επιστημονικής επιχειρηματολογίας για μια κλιματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν βασίζεται σε φυσικά στοιχεία ή άμεσες παρατηρήσεις του μελλοντικού κλίματος, αλλά σε προβλέψεις που παράγονται από πολύπλοκα υπολογιστικά μοντέλα. Αυτά τα μοντέλα ενσωματώνουν πολυάριθμες παραδοχές σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, την ευαισθησία του κλίματος, τις ατμοσφαιρικές διεργασίες, την οικονομική ανάπτυξη και τη μελλοντική χρήση ενέργειας. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι πολλές από αυτές τις παραδοχές είναι αβέβαιες και ότι ορισμένα από τα σενάρια στα οποία βασίζονται οι πιο ανησυχητικές προβλέψεις έχουν αποδειχθεί όλο και πιο ασυμβίβαστα με τις παρατηρούμενες εξελίξεις.

Ο Patrick J. Michaels, πρώην διευθυντής του Κέντρου Μελέτης της Επιστήμης του Ινστιτούτου Cato, υποστήριξε ότι τα τρέχοντα κλιματικά μοντέλα κάνουν «συστηματικά δραματικά λάθη» και «είναι όλα παραμετροποιημένα… παραποιημένα… τα μοντέλα πραγματικά δεν λειτουργούν».

Ο Dr Roger Pielke Jr. του Πανεπιστημίου του Colorado έχει διεξάγει μια λεπτομερή ανάλυση της Έκτης Έκθεσης Αξιολόγησης (AR6) της IPCC, βλ. Τελική Σημείωση [5]. Υποστηρίζει ότι η IPCC αποσύνδεσε τα κλιματικά της σενάρια από την κοινωνικοοικονομική αληθοφάνεια, κατασκευάζοντας σενάρια ακτινοβολιακής ώθησης πριν ολοκληρώσει τα πλήρως ολοκληρωμένα μοντέλα αξιολόγησης (IAM). Ως αποτέλεσμα, τα σενάρια βασίστηκαν σε ενσωματωμένες υποθέσεις και όχι σε ρεαλιστικές κοινωνικοοικονομικές πορείες, κάτι που, σύμφωνα με τον Pielke, οδήγησε μεγάλο μέρος της κλιματικής μοντελοποίησης σε λάθος κατεύθυνση. Ο Pielke εξηγεί:

«οι υποθέσεις ήταν ήδη ενσωματωμένες σε αυτά, επειδή έπρεπε να παράγουν την απαιτούμενη ακτινοβολιακή ώθηση… Η έκθεση της IPCC αναφέρει μάλιστα ότι «δεν αποδίδεται καμία πιθανότητα στα σενάρια της παρούσας έκθεσης»… Η όλη διαδικασία είναι σοβαρά ελαττωματική… Τίποτα που να μοιάζει με τον πραγματικό κόσμο δεν αντιπροσωπεύεται από τα σενάρια της IPCC… Η IPCC χρησιμοποιεί επί του παρόντος το RCP 8.5 ως σενάριο «business as usual», αλλά το RCP 8.5 είναι ένας κόσμος άγριας φαντασίας και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τρέχουσα πραγματικότητα.»

Σημειώνει ότι ο Richard Moss, ένας από τους αρχιτέκτονες του πλαισίου RCP, είχε προειδοποιήσει ότι το RCP 8.5 δεν προοριζόταν να χρησιμεύσει ως σενάριο αναφοράς «business as usual», ωστόσο χιλιάδες επιστημονικές εργασίες το έχουν χρησιμοποιήσει ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Σύμφωνα με τον Pielke, αυτό έχει δημιουργήσει ευρεία σύγχυση και έχει συμβάλει σε αυτό που περιγράφει ως κρίση επιστημονικής ακεραιότητας στην κλιματολογία.

Το Κλιματικό Σενάριο που Κρύβεται Πίσω Από Μια Δεκαετία Καταστροφολογίας Δεν Θεωρείται Πλέον Εύλογο

Μια σημαντική εξέλιξη, την οποία υπογράμμισε ο Marcel Crok, Διευθύνων Σύμβουλος του Ιδρύματος Clintel, έχει λάβει εκπληκτικά μικρή προσοχή από το κοινό. Οι δημιουργοί της επόμενης γενιάς επίσημων σεναρίων κλιματικών μοντέλων κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι πορείες με τις υψηλότερες εκπομπές που χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενα πλαίσια σεναρίων —κυρίως το RCP8.5 και ο διάδοχός του, το SSP5-8.5— δεν θεωρούνται πλέον εύλογες απεικονίσεις της πιθανής μελλοντικής εξέλιξης.

Ως εκ τούτου, το τελικό πλαίσιο ScenarioMIP για το CMIP7 αντικαθιστά αυτά τα σενάρια με μια λιγότερο ακραία πορεία στην ανώτερη κλίμακα. Ωστόσο, τα προηγούμενα σενάρια επηρέασαν χιλιάδες επιστημονικές μελέτες, συστάσεις πολιτικής και δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης. Στην πραγματικότητα, ένα από τα κύρια σενάρια που στήριζαν χρόνια κλιματικής ανησυχίας έχει μετατοπιστεί από αυτό που θεωρούνταν ευρέως ως πιθανή μελλοντική πορεία σε ένα εξαιρετικά δυσμενές σενάριο που ίσως να μην συμβεί ποτέ. Όπως περιέγραψα σε προηγούμενο άρθρο, η άνοδος και η παρακμή του RCP8.5 αποκαλύπτουν πολλά για τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αυτοδιαχειρίζονται όλο και περισσότερο μέσω μοντέλων και όχι μέσω της πραγματικότητας.

Αυτό έχει σημασία — όχι επειδή το κλίμα δεν αλλάζει ποτέ ή επειδή η περιβαλλοντική διαχείριση δεν είναι σημαντική — αλλά επειδή πολιτικές που επηρεάζουν δισεκατομμύρια ανθρώπους δικαιολογήθηκαν με βάση προβλέψεις που βασίζονταν σε αυτό το πλαίσιο.

Επειδή η ενέργεια αποτελεί τη βάση κάθε σύγχρονης οικονομίας, οι αποφάσεις που βασίζονται σε αυτές τις προβλέψεις επηρεάζουν την παραγωγή τροφίμων, τις μεταφορές, τη μεταποίηση, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και σχεδόν κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής. Εάν οι υποκείμενες παραδοχές είναι υπερβολικές, οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από την περιβαλλοντική πολιτική.

Γιατί το Αφήγημα του «Net Zero» (“Καθρού Μηδενός”) Συνεχίζεται

Εάν τα επιστημονικά επιχειρήματα υπέρ της ταχείας απεξάρτησης από τον άνθρακα είναι πιο αβέβαια από ό,τι συνήθως παρουσιάζεται, γιατί η πολιτική και θεσμική δέσμευση για το «Net Zero» συνεχίζει να επιταχύνεται; Μια πιθανή εξήγηση έγκειται στα τεράστια οικονομικά και θεσμικά συμφέροντα που έχουν αναπτυχθεί γύρω από την κλιματική πολιτική τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η μετάβαση στο «Net Zero» έχει καταστεί ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στη σύγχρονη ιστορία, στο οποίο συμμετέχουν κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί, χρηματοπιστωτικές αγορές και μεγάλες εταιρείες. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο έχουν εξελιχθεί αυτά τα οικονομικά κίνητρα αποτελεί, επομένως, ουσιαστικό μέρος της κατανόησης της ευρύτερης κλιματικής ατζέντας.

Αυτή η ευρύτερη οικονομική διάσταση έχει επίσης αναγνωριστεί από υψηλόβαθμα στελέχη της κοινότητας της κλιματικής πολιτικής. Σε συνέντευξη του 2010, ο Dr Otmar Edenhofer, τότε συμπρόεδρος της Ομάδας Εργασίας III της Διακυβερνητικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), παρατήρησε:

«…πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι, de facto, αναδιανέμουμε τον παγκόσμιο πλούτο μέσω της κλιματικής πολιτικής. Πρέπει να απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι η διεθνής κλιματική πολιτική είναι περιβαλλοντική πολιτική. Αυτό δεν έχει πλέον σχεδόν καμία σχέση με την περιβαλλοντική πολιτική.»

Η Χρηματοδότηση Της Δράσης Για Το Κλίμα Και Ο Τραπεζικός Τομέας

Κατά την τελευταία δεκαετία, μεγάλες τράπεζες, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και πολυεθνικές εταιρείες έχουν εμπλακεί όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη χρηματοοικονομικών πλαισίων που σχετίζονται με το κλίμα.

Τον Δεκέμβριο του 2015, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) ίδρυσε την Ομάδα Εργασίας για τις Χρηματοοικονομικές Γνωστοποιήσεις που Σχετίζονται με το Κλίμα (TCFD), υπό την προεδρία του Michael Bloomberg. Η Ομάδα Εργασίας —η οποία αποτελείται από ανώτερους εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων, μεγάλων εταιρειών, λογιστικών εταιρειών και οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας— διαμόρφωσε συστάσεις για τις χρηματοοικονομικές γνωστοποιήσεις που σχετίζονται με το κλίμα. Μέχρι το 2019, 785 οργανισμοί —συμπεριλαμβανομένων μεγάλων τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και συνταξιοδοτικών ταμείων— υποστήριξαν τις συστάσεις της TCFD και αντιπροσώπευαν συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 118 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, βλ. Τελική Σημείωση [6]. Στη συνέχεια, η δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με το κλίμα ενσωματώθηκε στη διαχείριση επενδύσεων, στη τραπεζική ρύθμιση και στην εταιρική διακυβέρνηση.

Οι επικριτές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι αυτές οι εξελίξεις έχουν επιταχύνει τη χρηματοοικονομικοποίηση της κλιματικής πολιτικής, ενσωματώνοντας τους στόχους «Net Zero» στη λήψη αποφάσεων στον τραπεζικό, επενδυτικό και εταιρικό τομέα.

Οι ενεργειακές μεταβάσεις μεγάλης κλίμακας απαιτούν τεράστια ποσά κεφαλαίου. Φυσικά προκύπτει το ερώτημα: από πού προέρχονται τα χρήματα για τη χρηματοδότηση αυτής της τεράστιας παγκόσμιας μεταμόρφωσης; Μέρος της απάντησης βρίσκεται στο σύγχρονο νομισματικό σύστημα που βασίζεται στο χρέος, στο οποίο οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν νέο χρήμα μέσω της χορήγησης δανείων και όχι απλώς δανείζοντας τις υπάρχουσες αποταμιεύσεις. Όπως παρατήρησε ο Sir Josiah Stamp, πρώην Διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας: «Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα δημιουργεί χρήμα από το τίποτα».

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτή η εξαιρετική εξουσία δημιουργίας χρήματος από το τίποτα μέσω της πιστωτικής επέκτασης, σε συνδυασμό με το δημόσιο δανεισμό και τις ιδιωτικές επενδύσεις, έχει καταστήσει δυνατή την ταχεία ανάπτυξη της χρηματοδότησης για το κλίμα, των αγορών άνθρακα και των επενδυτικών προγραμμάτων «Net Zero». Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι οι θεσμοί που ελέγχουν τη δημιουργία χρήματος βάσει χρέους και τις μεγάλες ροές κεφαλαίων αποκτούν αναπόφευκτα σημαντική επιρροή στη βιομηχανία, τα μέσα ενημέρωσης, τη δημόσια πολιτική και τις επενδυτικές προτεραιότητες· και ότι η χρηματοδότηση για το κλίμα έχει καταστεί ένας από τους κύριους μηχανισμούς μέσω των οποίων ασκείται πλέον αυτή η επιρροή.

Οι ευρύτερες επιπτώσεις της δημιουργίας χρήματος με βάση το χρέος υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου και εξετάζονται λεπτομερέστερα στα βιβλία μου The Debt Machine και Demonic Economics and the Tricks of the Bankers.

Όταν οι μεγαλύτερες τράπεζες, εταιρείες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και κυβερνήσεις του κόσμου ευθυγραμμίζονται όλο και περισσότερο πίσω από μια ατζέντα κλιματικής πολιτικής που, κατά τη γνώμη μου, δεν υποστηρίζεται από αδιάσειστα εμπειρικά στοιχεία, καθίσταται σημαντικό να εξεταστούν τα κίνητρα που ενδέχεται να συνοδεύουν αυτές τις πολιτικές.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι εκστρατείες που σχετίζονται με το κλίμα ενθαρρύνουν το κοινό να αποδεχτεί οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές μεγάλης εμβέλειας, με στόχο την επίτευξη του δηλωμένου στόχου της «διάσωσης του πλανήτη». Εν τω μεταξύ, οι εταιρείες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα επενδυτικά κεφάλαια ενδέχεται να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη μέσω της επέκτασης των ευκαιριών στις αγορές άνθρακα, στις επενδύσεις ESG, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στη δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών στοιχείων σχετικά με το κλίμα και σε συναφείς τομείς. Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν επιπλέον ότι αυτές οι πολιτικές προωθούν ευρύτερους και συχνά αμφιλεγόμενους στόχους που συνδέονται με την Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

Οι Iσχυρισμοί του George Hunt σχετικά με τη Διάσκεψη για τη Γη του 1992

Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι, κατά τα τέλη του εικοστού αιώνα, το περιβαλλοντικό κίνημα μετατόπισε την εστίασή του από τη ρύπανση και τη διατήρηση του περιβάλλοντος προς την κλιματική πολιτική και την παγκόσμια διακυβέρνηση. Μια μαρτυρία που αναφέρεται προς υποστήριξη αυτής της άποψης προέρχεται από τον George Hunt, ο οποίος διετέλεσε επίσημος οικοδεσπότης σε μια περιβαλλοντική συνάντηση του ΟΗΕ στο Ντένβερ το 1987.

Σύμφωνα με τον Hunt, στη συνάντηση παρευρέθηκαν επιφανείς προσωπικότητες από τον πολιτικό, τον οικονομικό και τον διεθνή χώρο, μεταξύ των οποίων ο David Rockefeller, ο Edmund de Rothschild, ο Maurice Strong, ανώτεροι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς και εκπρόσωποι της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ. Ο Hunt αμφισβήτησε το λόγο για τον οποίο τόσες πολλές προσωπικότητες από τον οικονομικό και πολιτικό κόσμο ήταν παρούσες σε μια συνάντηση που, κατά την άποψή του, ήταν περιβαλλοντική.

Σε μια μεταγενέστερη βιντεοπαρουσίαση, ο Hunt αναφέρθηκε σε έγγραφα που σχετίζονταν με τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNCED) του 1992, κοινώς γνωστή ως Διάσκεψη Κορυφής του Ρίο. Ο Hunt υποστήριξε ότι η διάσκεψη αντανακλούσε μια ευρύτερη πολιτική ατζέντα και ότι ο ΟΗΕ και οι υποστηρικτές της παγκόσμιας τάξης έστηναν ένα δίχτυ για να πάρουν στα χέρια τους την εξουσία πάνω στη Γη και τους λαούς της. Δηλώνει:

« Η ίδια παγκόσμια τάξη που ξεγέλασε τις χώρες του τρίτου κόσμου ώστε να δανειστούν κεφάλαια και να συσσωρεύσουν τεράστια χρέη… και που δημιουργεί σκόπιμα πόλεμο και χρέος για να θέσει τις κοινωνίες υπό τον έλεγχό της.»

Ο Hunt ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι βασικές διακηρύξεις που σχετίζονταν με τη Σύνοδο Κορυφής του Ρίο υπαγορεύτηκαν από τον τραπεζίτη Edmund de Rothschild χωρίς συζήτηση ή δυνατότητα διαφωνίας και ότι του εμποδίστηκε να αμφισβητήσει τις παρατηρήσεις του Rothschild που έγιναν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Αυτοί οι ισχυρισμοί παραμένουν αμφιλεγόμενοι και βασίζονται στην προσωπική περιγραφή του Hunt.

Ανεξάρτητα από το αν γίνονται αποδεκτά τα ευρύτερα συμπεράσματα του Hunt, η περιγραφή του θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα: σε ποιο βαθμό η κλιματική πολιτική και η βιώσιμη ανάπτυξη έχουν εξελιχθεί πέρα από τους αρχικούς περιβαλλοντικούς στόχους τους σε προγράμματα οικονομικής και πολιτικής μεταμόρφωσης;

Θεσμοί όπως τα Ηνωμένα Έθνη, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχουν προωθήσει όλοι φιλόδοξες πολιτικές μετριασμού της κλιματικής αλλαγής τις τελευταίες δεκαετίες. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτές οι πρωτοβουλίες επεκτείνονται όλο και περισσότερο πέρα από την προστασία του περιβάλλοντος σε ευρύτερα ζητήματα τεχνοκρατικής οικονομικής διακυβέρνησης, βιομηχανικής πολιτικής και διεθνούς συντονισμού, υπό το πρόσχημα – όπως το θεωρούν οι επικριτές – της επίλυσης παγκόσμιων προβλημάτων.

Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν επίσης ότι η έννοια της «βιωσιμότητας» έχει σταδιακά απομακρυνθεί από την αρχική της περιβαλλοντική σημασία και έχει μετατραπεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο που συνδέεται με ισχυρά εταιρικά συμφέροντα, ενώ χρησιμοποιείται για την προώθηση των στόχων της Ατζέντας 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

Ειρωνικά, πολλοί από τους πολιτικούς, εταιρικούς και χρηματοπιστωτικούς φορείς που συνέβαλαν στη διαμόρφωση δεκαετιών οικονομικής παγκοσμιοποίησης παρουσιάζονται πλέον ως ηγέτες της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Αρκετά μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα έχουν επίσης καταστεί σημαντικοί υποστηρικτές πρωτοβουλιών που σχετίζονται με το κλίμα. Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτή η μετάβαση αποτελεί στην πραγματικότητα μια «πράσινη» εκδοχή της παγκοσμιοποίησης των μεγα-εταιρειών.

Η Eπιρροή των Iδρυμάτων της οικογένειας Rockefeller

Τα ιδρύματα της οικογένειας Rockefeller συγκαταλέγονται εδώ και καιρό μεταξύ των πιο εξέχοντων φιλανθρωπικών υποστηρικτών πρωτοβουλιών που σχετίζονται με το κλίμα. Η χρηματοδότησή τους προς περιβαλλοντικές οργανώσεις, δράσεις για το κλίμα και προγράμματα ενεργειακής μετάβασης είναι καλά τεκμηριωμένη μέσω των δικών τους δημοσιοποιήσεων επιχορηγήσεων και ετήσιων εκθέσεων. Ενώ οι υποστηρικτές θεωρούν αυτό ως σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η φιλανθρωπική δράση των Rockefeller έχει ασκήσει ευρύτερη επιρροή στην κλιματική πολιτική και στον δημόσιο διάλογο.

Το Rockefeller Brothers Fund δηλώνει ανοιχτά ότι υποστηρίζει πρωτοβουλίες για το κλίμα εδώ και δεκαετίες, έχει αποεπενδύσει σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και επιδιώκει να ενθαρρύνει άλλους θεσμικούς επενδυτές να επιταχύνουν τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτό αντανακλά όχι μόνο φιλανθρωπία, αλλά και μια προσπάθεια να διαμορφωθούν η δημόσια πολιτική και οι επενδυτικές προτεραιότητες. Μία από τις πιο λεπτομερείς κριτικές για αυτόν τον ευρύτερο ρόλο δημοσιεύθηκε από το Energy & Environmental Legal Institute (E&E Legal) στην έκθεσή του του 2016, με τίτλο «The Rockefeller Way: The Family’s Covert Climate Change Plan» (Ο τρόπος των Rockefeller: Το μυστικό σχέδιο της οικογένειας για την κλιματική αλλαγή), η οποία αναφέρει:

«Το Rockefeller Brothers Fund καυχιέται ότι είναι ένας από τους πρώτους σημαντικούς ακτιβιστές για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη… Η εξαιρετικά περίπλοκη ενοποίηση των hedge funds, των αλληλοσυνδεόμενων θέσεων στα διοικητικά συμβούλια και των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων έχει κατευθύνει τη δημόσια πολιτική σε αυτά τα ζητήματα και τους έχει προσφέρει προγνωστική γνώση των αναδυόμενων αγορών και πρόσβαση στους φυσικούς πόρους του αναπτυσσόμενου κόσμου…»

Η έκθεση αντανακλά μια ευρύτερη ανησυχία μεταξύ ορισμένων κριτικών ότι τα μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα ενδέχεται να ασκούν σημαντική επιρροή στην πολιτική για το κλίμα και την ενέργεια μέσω δικτύων χρηματοδότησης, οργανώσεων προάσπισης, θεσμικών συνεργασιών και επενδυτικών στρατηγικών.

Η ενέργεια αποτελεί το θεμέλιο κάθε σύγχρονης οικονομίας. Επομένως, οι αποφάσεις που επηρεάζουν την ενεργειακή πολιτική έχουν αντίκτυπο στην παραγωγή τροφίμων, τις μεταφορές, τη μεταποίηση, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και ουσιαστικά κάθε πτυχή της οικονομικής ζωής. Εάν οι υποκείμενες επιστημονικές παραδοχές είναι λανθασμένες ή υπερβολικές, οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από την περιβαλλοντική πολιτική και μόνο.

Η Γεωμηχανική και οι σχετικές Aντιπαραθέσεις

Εκτός από τα ζητήματα που εξετάζονται στο παρόν άρθρο, υπάρχει μια πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία που ασχολείται με τη γεωμηχανική, συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης του διοξειδίου του άνθρακα και της διαχείρισης της ηλιακής ακτινοβολίας (SRM). Η SRM αποτελεί έναν αναγνωρισμένο τομέα έρευνας ο οποίος, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, αποσκοπεί στην ανάκλαση ενός μικρού ποσοστού της εισερχόμενης ηλιακής ακτινοβολίας, σε μια προσπάθεια μείωσης της θερμοκρασίας της Γης. Οι προτεινόμενες μέθοδοι περιλαμβάνουν την έγχυση ανακλαστικών σωματιδίων στην ανώτερη ατμόσφαιρα, τη λεύκανση των θαλάσσιων νεφών και άλλες τεχνικές.

Τα προγράμματα αυτά παραμένουν αμφιλεγόμενα, καθώς συνεπάγονται σκόπιμες παρεμβάσεις στο κλιματικό σύστημα της Γης και εγείρουν σημαντικά επιστημονικά, περιβαλλοντικά και ηθικά ζητήματα. Ωστόσο, η αξιολόγηση των πιθανών οφελών ή κινδύνων τους υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου, το οποίο επικεντρώνεται στα επιστημονικά στοιχεία που στηρίζουν την τρέχουσα κλιματική πολιτική και στις θεσμικές και χρηματοοικονομικές δομές που υποστηρίζουν τη μετάβαση στο «Net Zero».

Το Πρόγραμμα Ερευνών Σειράς Υψηλής Συχνότητας για την Ιονόσφαιρα (High-frequency Active Auroral Research Program - HAARP), μια εγκατάσταση έρευνας της ιονόσφαιρας που αρχικά χρηματοδοτήθηκε από τον αμερικανικό στρατό, έχει επίσης αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής δημόσιας αντιπαράθεσης και εικασιών σχετικά με τις δυνατότητές του. Η αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών υπερβαίνει επίσης το πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Τα θέματα αυτά αναφέρονται μόνο επειδή συζητούνται συχνά σε ευρύτερες δημόσιες συζητήσεις σχετικά με την κλιματική πολιτική· δεν είναι απαραίτητα για το κεντρικό επιχείρημα που παρουσιάζεται στο παρόν άρθρο.

Πράσινη Ενέργεια: Υποσχέσεις έναντι Πραγματικότητας

Η ραγδαία επέκταση των τεχνολογιών αιολικής, ηλιακής και άλλων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν έχει πραγματοποιηθεί σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Σε μεγάλο μέρος του κόσμου, ο τομέας έχει υποστηριχθεί από κρατικές επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, συστήματα εγγυημένων τιμών, προνομιακή χρηματοδότηση και άλλα μέτρα δημόσιας πολιτικής. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις έχουν διαθέσει σχεδόν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ από το 2020 για τη στήριξη της μετάβασης προς την καθαρή ενέργεια, γεγονός που καταδεικνύει την κλίμακα της δημόσιας χρηματοδοτικής στήριξης πίσω από την επέκταση του τομέα.

Σύμφωνα με το «Our World in Data», παρά τις δεκαετίες επιδοτήσεων, υποχρεωτικών μέτρων και προνομιακών κυβερνητικών πολιτικών, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να παρέχουν περίπου το 80% της συνολικής πρωτογενούς ενέργειας παγκοσμίως, ενώ όλες οι σύγχρονες τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μαζί παρέχουν μόνο περίπου το 14%. Η αιολική ενέργεια συνεισφέρει περίπου το 4% της παγκόσμιας πρωτογενούς ενέργειας και η ηλιακή περίπου το 3%.

Η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει μόνο ένα μικρό μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν οι σύγχρονες οικονομίες. Οι μεταφορές, η αεροπορία, η ναυτιλία, η παραγωγή χάλυβα, η παραγωγή τσιμέντου, οι χημικές βιομηχανίες και πολλά συστήματα θέρμανσης εξακολουθούν να βασίζονται κατά κύριο λόγο στα ορυκτά καύσιμα. Κατά συνέπεια, η αύξηση του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αντιμετωπίζει μόνο ένα μέρος του ευρύτερου ενεργειακού συστήματος.

Η κεντρική πρόκληση δεν είναι μόνο η απόδοση των ανεμογεννητριών ή των ηλιακών συλλεκτών, αλλά η αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος στο σύνολό του. Επειδή η αιολική και η ηλιακή ενέργεια εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες, η ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα απαιτεί σημαντικές επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, στην εφεδρική παραγωγή, στην επέκταση των δικτύων μεταφοράς και στην εξισορρόπηση του δικτύου. Όλο και περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα συστήματα ανανεώσιμης ενέργειας πρέπει, επομένως, να αξιολογούνται ως ολοκληρωμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και όχι με βάση την ξεχωριστή εξέταση μεμονωμένων τεχνολογιών.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ο δείκτης Επιστροφής Ενέργειας έναντι Επενδυμένης Ενέργειας (EROI). Οι τεχνολογίες αιολικής, ηλιακής, κυματικής ενέργειας και άλλες παρόμοιες απαιτούν τεράστια ποσότητα ενέργειας και πόρων για την κατασκευή, την εγκατάσταση, τη συντήρηση και, τελικά, την αντικατάστασή τους. Όταν προστεθούν η αποθήκευση, η εφεδρική παραγωγή, τα δίκτυα μεταφοράς και η εξισορρόπηση του δικτύου, η συνολική πολυπλοκότητα, το κόστος και οι ενεργειακές απαιτήσεις αυξάνονται σημαντικά.

Αυτές οι τεχνικές πραγματικότητες εξετάστηκαν λεπτομερώς από τον αείμνηστο καθηγητή David MacKay (1967–2016), πρώην Regius Professor of Engineering στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και Επικεφαλής Επιστημονικός Σύμβουλος του Υπουργείου Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο ιστορικό του βιβλίο «Sustainable Energy – without the Hot Air», ο MacKay διερωτήθηκε αν μια σύγχρονη βιομηχανική χώρα θα μπορούσε ρεαλιστικά να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών της αναγκών από ανανεώσιμες πηγές. Το συμπέρασμά του ήταν ότι, αν και τεχνικά εφικτό στη θεωρία, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε υποδομές εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας.

Η ανάλυση του MacKay έδειξε ότι θα απαιτούνταν ένα υπεράκτιο αιολικό πάρκο που θα κάλυπτε έκταση περίπου διπλάσια από το μέγεθος της Ουαλίας για να παρέχει περίπου 50 kWh ηλεκτρικής ενέργειας ανά ημέρα ανά άτομο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, υπολόγισε ότι η παροχή μόλις 20 kWh ανά ημέρα ανά άτομο από αιολική ενέργεια θα απαιτούσε περίπου πενήντα φορές το σύνολο της αιολικής υποδομής της Δανίας που υπήρχε εκείνη την εποχή, ενώ η παροχή 50 kWh ανά ημέρα ανά άτομο από ηλιακή ενέργεια θα απαιτούσε φωτοβολταϊκή ισχύ μεγαλύτερη από εκατό φορές τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ παγκοσμίως.

Αν και οι υπολογισμοί του MacKay βασίστηκαν στην τεχνολογία που ήταν διαθέσιμη εκείνη την εποχή, το γενικότερο συμπέρασμά του παραμένει επίκαιρο: η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων απαιτεί όχι μόνο τεράστια παραγωγική ικανότητα, αλλά και επαρκή υποδομή αποθήκευσης, εφεδρικής παραγωγής και μεταφοράς, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιόπιστη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα γεγονότα στην Ιρλανδία αποτελούν ένα πρακτικό παράδειγμα αυτών των δυσκολιών. Το 2022, η κυβέρνηση σχεδίαζε να θέσει εκτός λειτουργίας τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Moneypoint, ο οποίος λειτουργούσε με άνθρακα, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για τη μείωση των εκπομπών. Ωστόσο, οι αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια του ηλεκτρικού ενεργειακού εφοδιασμού οδήγησαν σε αλλαγή πολιτικής. Αντί να κλείσει τον σταθμό, η κυβέρνηση αποφάσισε να τον διατηρήσει ως εφεδρική μονάδα παραγωγής και να τον μετατρέψει από άνθρακα σε πετρέλαιο. Όπως ανέφερε η εφημερίδα «The Irish Times»:

«Με τις αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στο κράτος, η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να αποσύρει από τη λειτουργία το Moneypoint ως σταθμό καύσης καυσίμων στο εγγύς μέλλον. Η ιρλανδική κυβέρνηση επιβεβαίωσε το 2022 ότι το Moneypoint θα μετατραπεί σε σταθμό παραγωγής με πετρέλαιο από το 2023.» (Βλ. Τελική σημείωση [7])

Τα ηλεκτρικά οχήματα παρουσιάζουν πολλές από τις ίδιες προκλήσεις. Η αντικατάσταση των οχημάτων εσωτερικής καύσης με ηλεκτρικά οχήματα μεταφέρει, αντί να εξαλείφει, μεγάλο μέρος της ενεργειακής ζήτησης. Αν και δεν παράγουν εκπομπές καυσαερίων, ο συνολικός περιβαλλοντικός τους αντίκτυπος εξαρτάται από τον τρόπο παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη φόρτισή τους, καθώς και από την εξόρυξη, την επεξεργασία και την κατασκευή που απαιτούνται για την παραγωγή των μπαταριών τους. Η υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων σε μεγάλη κλίμακα απαιτεί επίσης σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές φόρτισης και επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα, τα οποία ήδη υφίστανται αυξανόμενη πίεση.

Συνολικά, αυτά τα ζητήματα υποδηλώνουν ότι η μετάβαση σε μια οικονομία που βασίζεται κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση είναι σημαντικά πιο περίπλοκη από ό,τι συχνά παρουσιάζεται. Η πρόκληση δεν συνίσταται απλώς στην αντικατάσταση μιας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας με μια άλλη, αλλά στην κατασκευή ενός ενεργειακού συστήματος ικανού να παρέχει αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή ενέργεια, διατηρώντας παράλληλα τα οικονομικά και βιομηχανικά θεμέλια της σύγχρονης κοινωνίας.

Οι Περιβαλλοντικές Αντιφάσεις των Ηλεκτρικών Οχημάτων

Τα ηλεκτρικά οχήματα προωθούνται ευρέως ως μια φιλική προς το περιβάλλον εναλλακτική λύση έναντι των συμβατικών οχημάτων βενζίνης και ντίζελ. Ωστόσο, αυτή η αφήγηση συχνά παραβλέπει τις περιβαλλοντικές και βιομηχανικές επιπτώσεις που συνδέονται με την κατασκευή των ίδιων των οχημάτων, ιδίως των μπαταριών τους.

Οι μπαταρίες ιόντων λιθίου απαιτούν μεγάλες ποσότητες λιθίου, κοβαλτίου, νικελίου, γραφίτη και μαγγανίου. Η εξόρυξη και η επεξεργασία αυτών των ορυκτών συνεπάγεται εκτεταμένες εξορυκτικές δραστηριότητες, μηχανήματα που λειτουργούν με ντίζελ, βιομηχανικές διεργασίες υψηλής θερμοκρασίας και παγκόσμια δίκτυα μεταφορών που εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.

Ένα παράδειγμα της κλίμακας της παραγωγής υλικών για μπαταρίες είναι η εξόρυξη λιθίου στο Salar de Atacama της Χιλής, μία από τις κύριες πηγές λιθίου παγκοσμίως για επαναφορτιζόμενες μπαταρίες (Εικόνα 1).

Εικόνα 1. Λίμνες εξόρυξης λιθίου στο Salar de Atacama της Χιλής, μία από τις μεγαλύτερες πηγές λιθίου παγκοσμίως για επαναφορτιζόμενες μπαταρίες. Το λίθιο εξάγεται με την άντληση άλμης πλούσιας σε ορυκτά σε μεγάλες δεξαμενές εξάτμισης, πριν από την περαιτέρω μεταποίησή του σε ενώσεις λιθίου κατάλληλες για μπαταρίες. Η διαδικασία απαιτεί εκτεταμένη χρήση γης και σημαντικούς υδάτινους πόρους σε μία από τις πιο ξηρές περιοχές της Γης.

Η εξόρυξη αυτών των ορυκτών έχει συνδεθεί με την καταστροφή οικοτόπων, την εξάντληση των υδάτινων πόρων, τη χημική ρύπανση και την παραγωγή αποβλήτων σε αρκετές χώρες παραγωγής. Αυτές οι επιπτώσεις συχνά λαμβάνουν σημαντικά λιγότερη προσοχή από το κοινό σε σύγκριση με τις εκπομπές από τις εξάτμισεις των οχημάτων, παρά το γεγονός ότι αποτελούν σημαντικές περιβαλλοντικές αντισταθμίσεις στη μετάβαση προς τις ηλεκτροκίνητες μεταφορές

Η μετάβαση στις ηλεκτρικές μεταφορές δεν περιορίζεται απλώς στην αντικατάσταση ενός τύπου οχήματος με έναν άλλο. Απαιτεί τον μετασχηματισμό ενός ολόκληρου βιομηχανικού και ενεργειακού συστήματος. Η κατασκευή εκατοντάδων εκατομμυρίων ηλεκτρικών οχημάτων απαιτεί τεράστιες ποσότητες χάλυβα, αλουμινίου, χαλκού, λιθίου, νικελίου, κοβαλτίου, γραφίτη και άλλων κρίσιμων ορυκτών, καθώς και την κατασκευή εργοστασίων μπαταριών, την ουσιαστική επέκταση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, την ανάπτυξη υποδομών φόρτισης και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Κάθε στάδιο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξόρυξη, τη μεταποίηση, τις μεταφορές και τις κατασκευές, δραστηριότητες που σήμερα εξακολουθούν να βασίζονται κατά κύριο λόγο στα ορυκτά καύσιμα. Κατά συνέπεια, ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος των ηλεκτρικών οχημάτων θα πρέπει να αξιολογείται σε ολόκληρο τον βιομηχανικό κύκλο ζωής και όχι αποκλειστικά με βάση τις εκπομπές τους κατά την οδήγηση.

Τα ηλεκτρικά οχήματα μεταφέρουν επίσης μεγάλο μέρος της ενεργειακής ζήτησης από τα υγρά καύσιμα στην ηλεκτρική ενέργεια. Σε πολλές χώρες, η ηλεκτρική αυτή ενέργεια συνεχίζει να παράγεται κυρίως από ορυκτά καύσιμα, μειώνοντας τα περιβαλλοντικά οφέλη που συχνά αποδίδονται στα ηλεκτρικά οχήματα.

Η αποδοτικότητα των ηλεκτρικών μεταφορών πρέπει επίσης να εξεταστεί σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα. Μια ευρωπαϊκή ανάλυση «Well-to-Tank» (από την πηγή έως το ρεζερβουάρ) υπολόγισε μια συνολική αποδοτικότητα περίπου 37% από την πρωτογενή πηγή ενέργειας έως την πρίζα, βάσει των παραδοχών που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη, καταδεικνύοντας ότι μπορούν να προκύψουν σημαντικές απώλειες ενέργειας πριν η ηλεκτρική ενέργεια φτάσει στο όχημα.

Η περιβαλλοντική απόδοση των ηλεκτρικών οχημάτων εξαρτάται, επομένως, όχι μόνο από τα ίδια τα οχήματα, αλλά και από το ηλεκτρικό σύστημα που τα τροφοδοτεί, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης ορυκτών, της κατασκευής και της ανακύκλωσης των μπαταριών, καθώς και από τη διάρκεια ζωής των μπαταριών. Η αξιολόγηση των ηλεκτρικών οχημάτων αποκλειστικά με βάση τις μηδενικές εκπομπές από την εξάτμιση παρουσιάζει, επομένως, μια ελλιπή και ενδεχομένως παραπλανητική εικόνα της συνολικής περιβαλλοντικής τους επίδρασης.

Περίληψη

Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή παρουσιάζεται συχνά σαν να έχει επιλυθεί το επιστημονικό ζήτημα και η πολιτική απάντηση να είναι αυτονόητη. Ωστόσο, όπως έδειξε το παρόν άρθρο, πολλοί διακεκριμένοι επιστήμονες συνεχίζουν να αμφισβητούν βασικά στοιχεία της επικρατούσας αφήγησης. Τα κλιματικά μοντέλα δυσκολεύονται να αναπαράγουν τις παρατηρούμενες τάσεις, τα σενάρια με τις υψηλότερες εκπομπές που στήριζαν χρόνια ανησυχητικών προβλέψεων δεν θεωρούνται πλέον εύλογα, και οι τεχνικές πραγματικότητες της αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων παραμένουν πολύ πιο περίπλοκες από ό,τι αναγνωρίζεται ευρέως.

Ταυτόχρονα, η κλιματική πολιτική έχει συνδεθεί στενά με ισχυρούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, μεγάλες εταιρείες και εκτεταμένα προγράμματα δημόσιων επιδοτήσεων. Είτε θεωρηθούν ως συνετή περιβαλλοντική διαχείριση είτε ως μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, αυτές οι εξελίξεις αξίζουν πολύ μεγαλύτερη δημόσια εξέταση από ό,τι λαμβάνουν σήμερα.

Τίποτα από όλα αυτά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πραγματικά περιβαλλοντικά προβλήματα. Η βιομηχανική ρύπανση, η καταστροφή των οικοτόπων, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η μη βιώσιμη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων παραμένουν σοβαρές προκλήσεις. Ωστόσο, η συγχώνευση αυτών των πραγματικών περιβαλλοντικών προβλημάτων με μια υπερβολική αφήγηση για κλιματική καταστροφή που οφείλεται στο CO₂ ενέχει τον κίνδυνο να αποσπάσει την προσοχή και τους πόρους από πιο άμεσα και αποδεδειγμένα ζητήματα.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το κοινό έχει εκτεθεί σε μεγάλο βαθμό σε μονόπλευρη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης, η οποία έχει αποθαρρύνει τη σοβαρή εξέταση ανταγωνιστικών επιστημονικών απόψεων. Ωστόσο, η επιστήμη προχωρά μέσω αποδεικτικών στοιχείων, ανοιχτής συζήτησης και συνεχούς επανεκτίμησης — όχι μέσω πολιτικής συναίνεσης ή επανάληψης από τα μέσα ενημέρωσης. Δεδομένων των βαθιών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών των πολιτικών «Net Zero», οι παραδοχές στις οποίες βασίζονται θα πρέπει να παραμένουν ανοιχτές σε αυστηρό επιστημονικό έλεγχο.

Οι αναγνώστες που επιθυμούν να διερευνήσουν αυτά τα ζητήματα σε μεγαλύτερο βάθος μπορούν να βρουν μια πιο λεπτομερή ανάλυση στο βιβλίο μου «CO2 Climate Hoax – How Bankers Hijacked the Real Environment Movement».

Σημείωση του συγγραφέα: Δεν έχω καμία οικονομική σχέση με, ούτε χρηματοδότηση από, οποιαδήποτε εταιρεία ορυκτών καυσίμων, εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό άσκησης πίεσης. Ούτε πρέπει το παρόν άρθρο να ερμηνευθεί ως υπεράσπιση της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων. Όπως πολλές μεγάλες βιομηχανίες, οι εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και εξόρυξης έχουν επιδιώξει να επηρεάσουν τη δημόσια πολιτική και έχουν συνδεθεί με σημαντικές περιβαλλοντικές ζημίες σε πολλά μέρη του κόσμου. Σκοπός μου είναι απλώς να εξετάσω τα επιστημονικά στοιχεία και τα θεσμικά, πολιτικά και οικονομικά κίνητρα που συνδέονται με τη σύγχρονη κλιματική πολιτική.

Ο Mark Keenan είναι ανεξάρτητος συγγραφέας και πρώην επιστημονικός σύμβουλος στο Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και πρώην υπεύθυνος περιβαλλοντικών υποθέσεων στα Ηνωμένα Έθνη. Το έργο του εξετάζει τις διασταυρώσεις μεταξύ επιστήμης, ιστορίας, θρησκείας, τεχνολογίας, χρηματοοικονομικών και θεσμικής εξουσίας. Είναι συγγραφέας περισσότερων από 20 βιβλίων, μεταξύ των οποίων τα εξής: «CO2 Climate Hoax – How Bankers Hijacked the Environment Movement», «The Debt Machine», «Demonic Economics», «Godless Fake Science» και «Censored History – A Survey of Marginalised Histories of World War II». Περισσότερα από τα έργα του μπορείτε να βρείτε στο Substack στη διεύθυνση markgerardkeenan.substack.com. Τα βιβλία του παρατίθενται στον ιστότοπο Realitybooks.co.uk.

Σημειώσεις

[1] The CLINTEL declaration is listed at https://clintel.org/world-climate-declaration/

[2] The ICSF lectures are available at https://www.icsf.ie/lecture-series

[3] The Irish Climate Science Forum website URL is www.icsf.ie

[4] The Irish Cliate Science Forum lecture titled Testing Climate Claims 2021 Update is available at www.icsf.ie

[5] The Irish Climate Science Forum lecture titled What does IPCC AR6 say on scenarios and extreme weather? is available at www/icsf.ie

[6] Source: https://data.parliament.uk/DepositedPapers/Files/DEP2019-0718/Green_Finance_Strategy.pdf

[7] Source: https://www.irishtimes.com/environment/2022/11/27/plans-to-decommission-moneypoint-by-2025-delayed-by-government-over-fears-of-power-outages/?utm_source=chatgpt.com

ΙΑΤΡΟΣ ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ: ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, 2027.

 


ΞΕΔΙΑΝΤΡΟΠΑ Η ΚΟΥΛΟΠΑΡΕΑ ΣΥΝΕΖΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΧΑΛΙΝΩΤΗ ΜΑΣΑ ΤΗΣ! ΔΕΝ ΠΑΤΕ ΝΑ ΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ!
Θέλω να σου μιλήσω για τις τρεις χάρητες:Την Μαρέβα, την Νίκη και την Άννα.
Στο όργιο των απευθείας αναθέσεων που η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει πάρει master, να προσθέσουμε και την PRINCIPAL CATERING O.E. που ανήκει κατά 51% στον αδερφό του Χριστόδουλου Τοψίδη και 49% στη σύζυγό του Νίκη Μουχταρίδου.
Αυτοί λοιπόν έχουν πάρει από την κυβέρνηση το ποσό του 1,3 εκατ. ευρώ με απευθείας αναθέσεις.
Το ποσό αυτό αφορά τις υπηρεσίες σίτισης των δικαιούχων φοιτητών της Φοιτητικής Εστίας Κομοτηνής, Φοιτητικής Εστίας Ξάνθης και του Μειονοτικού Κέντρου Εχίνου Ξάνθης για το χρονικό διάστημα από Μάιο του 2024 έως και τέλη Δεκεμβρίου του 2026.
Και ξέρετε γιατί έδωσαν την δουλειά με απευθείας ανάθεση (χωρίς να προκηρυχτεί διαγωνισμός δηλαδή);
Γιατί η κυρία Νίκη Μουχταρίδου είναι φίλη με την κ. Μητσοτάκη.
Κοίτα, υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση για επαγγελματική σχέση της Νίκης Μουχταρίδου με τη Μαρέβα Μητσοτάκη, αλλά το αν είναι προσωπικές φίλες χρειάζεται λίγο ψάξιμο παραπάνω.
Η Νίκη Μουχταρίδου είναι επιχειρηματίας από το Σουφλί και όπως είπαμε σύζυγος του περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας–Θράκης, Χριστόδουλου Τοψίδη.
Όταν η Μαρέβα Μητσοτάκη είχε τη ZEUS+DIONE, η εταιρεία της προμηθευόταν μεταξωτά υφάσματα από την οικογενειακή επιχείρηση Μουχταρίδη στο Σουφλί.
Υπάρχουν μάλιστα δημοσιευμένες φωτογραφίες τους.
Αυτά λοιπόν με την σίτιση της Φοιτητικής Εστίας Κομοτηνής, Φοιτητικής Εστίας Ξάνθης κτλ.
Ας έρθουμε και στην σίτιση της Φοιτητικής Εστίας Πάτρας.
Εδώ έχουμε μια υπόθεση γύρω από το ΙΝΕΔΙΒΙΜ (Ίδρυμα Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης), όπου εταιρεία φέρεται να πληρώθηκε περίπου 300.000 ευρώ ενώ υπήρχαν καταγγελίες για προβληματική διαδικασία ανάθεσης.
Πρόεδρος στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ είναι η κ. Άννα Ροκόφυλλου - δικηγόρος και πολιτικό πρόσωπο με μακρά διαδρομή στην Αυτοδιοίκηση.
Είναι κόρη του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ Χρήστου Ροκόφυλλου. Υπήρξε δημοτική και περιφερειακή σύμβουλος, αντιδήμαρχος Αθηναίων και το 2022 ο Κυριάκος Μητσοτάκης την επέλεξε προσωπικά για υποψήφια της ΝΔ στην Α΄ Αθήνας.
Είναι γνωστό λοιπόν πως είναι προσωπική φίλη του Κυριάκου Μητσοτάκη όπως και ο σύζυγος της είναι στενός και επιστήθιος φίλος του από τα χρόνια του Κολλεγίου Αθηνών.

ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ