Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΙΑΤΡΟΣ ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ: ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, 2027.- (τελεία και παύλα!)

 

ΑΙΣΧΟΣ! Η Ζαχαράκη μέσο συνεργατων της συζήτησε την αποπομπή του Χαριτάτου από το OPEN; «Να τον μαζέψετε, να του βουλώσετε το στόμα» – Ο δημοσιογράφος ζητά την συγνώμη ή την παραίτησή της
Βαρύτατη καταγγελία από τον Σπύρο Χαριτάτο στις «Καθαρές Κουβέντες». «Το αποφασίζω και διατάζω δεν έχει θέση στη δημοκρατία».
Σε μια ιδιαίτερα σοβαρή δημόσια καταγγελία προχώρησε ο δημοσιογράφος Σπύρος Χαριτάτος μέσα από τη ζωντανή εκπομπή «Καθαρές Κουβέντες» του OPEN, καταγγέλλοντας παρέμβαση συνεργάτη της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη στις 13/10/26 με αίτημα τον περιορισμό της δημοσιογραφικής του παρουσίας.
Όπως περιέγραψε ο ίδιος, μετά το τέλος της εκπομπής, συνεργάτης της υπουργού επικοινώνησε με θεσμικό παράγοντα, ζητώντας να περιοριστεί ο δημοσιογράφος. Ο Χαριτάτος αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στις φράσεις «να τον μαζέψετε» και «να του βουλώσετε το στόμα», αποδίδοντας στην επικοινωνία αυτή προσπάθεια παρέμβασης στη δουλειά του.
Η καταγγελία του είναι ευθεία και δημόσια. Και η πολιτική διάσταση της υπόθεσης είναι εξαιρετικά σοβαρή.
Όταν η εξουσία ενοχλείται από τη δημοσιογραφία
Ο Σπύρος Χαριτάτος δεν περιορίστηκε στην περιγραφή των γεγονότων. Απαίτησε εξηγήσεις, δήλωσε ότι θα αναφερθεί συγκεκριμένα στα πρόσωπα και στις επικοινωνίες που καταγγέλλει και ζήτησε την παραίτηση της υπουργού Παιδείας αν δεν του ζητήσει συγνώμη.
Η απαίτησή του συνδέεται με ένα θεμελιώδες δημοκρατικό ζήτημα: κανένα κυβερνητικό στέλεχος και κανένας συνεργάτης του δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει τη δημοσιογραφική κριτική ως πρόβλημα που πρέπει να διευθετηθεί μέσω πιέσεων.
Η δημοσιογραφία δεν είναι μηχανισμός δημόσιων σχέσεων της κυβέρνησης. Δεν έχει αποστολή να προστατεύει υπουργούς από δυσάρεστες αποκαλύψεις ούτε να αποσιωπά προβλήματα επειδή προκαλούν πολιτικό κόστος.
Εάν η εξουσία επιχειρεί να περιορίσει μια δημοσιογραφική φωνή επειδή ασκεί κριτική, τότε το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια προσωπική αντιπαράθεση. Αφορά την ελευθερία του Τύπου και τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Η καταγγελία ήρθε μετά την ανάδειξη των ελλείψεων στα σχολεία
Η παρέμβαση που περιέγραψε ο δημοσιογράφος ήρθε μετά από εκπομπή στην οποία παρουσιάστηκαν σοβαρές καταγγελίες για τις ελλείψεις σχολικών νοσηλευτών, τις ανάγκες παιδιών με διαβήτη και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οικογένειες παιδιών με αναπηρία.
Γονείς καταγγέλλουν ότι αναγκάζονται να αναζητούν μόνοι τους τα ακάλυπτα κενά, να αντιμετωπίζουν πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις και να προσαρμόζουν ολόκληρη την καθημερινότητά τους στην απουσία αναγκαίας υποστήριξης από το σχολείο.
Αυτά είναι ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Η ανάδειξή τους αποτελεί μέρος της δημοσιογραφικής αποστολής και όχι λόγο για να περιορίζεται ένας δημοσιογράφος.
Η πολιτική εξουσία οφείλει να απαντά στις καταγγελίες για τις πράξεις και τις παραλείψεις της. Δεν μπορεί να απαιτεί σιωπή, ούτε να αντιμετωπίζει την κριτική ως προσωπική απειλή.
Το «αποφασίζω και διατάζω» δεν είναι δημοκρατία
Ο Χαριτάτος επικαλέστηκε τον νόμο 4622/2019 για το επιτελικό κράτος, θέτοντας ζήτημα λογοδοσίας και ευθύνης των κυβερνητικών στελεχών.
Η ουσία, ωστόσο, είναι ευρύτερη από μια επίκληση του νόμου. Η δημοκρατική εξουσία δεν κρίνεται μόνο από τις αρμοδιότητες που διαθέτει, αλλά και από τα όρια που αναγνωρίζει στον εαυτό της.
Οι υπουργοί λογοδοτούν στους πολίτες. Οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα να ερευνούν, να ασκούν κριτική και να θέτουν ενοχλητικά ερωτήματα. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να μπορούν να επιλέγουν το περιεχόμενο και τους δημοσιογράφους τους χωρίς εξωτερικές πιέσεις.
Η δημόσια καταγγελία του Σπύρου Χαριτάτου απαιτεί καθαρές απαντήσεις και πολιτική λογοδοσία. Η Σοφία Ζαχαράκη οφείλει να τοποθετηθεί για όσα καταγγέλθηκαν και να ξεκαθαρίσει τη δική της θέση απέναντι σε οποιαδήποτε απόπειρα παρέμβασης στη δημοσιογραφική εργασία.
Το αίτημά του αναδεικνύει τη βαρύτητα της καταγγελίας και την ανάγκη να δοθούν δημόσιες απαντήσεις.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με λογικές επιβολής και εκφοβισμού. Η ελευθερία του Τύπου δεν είναι προνόμιο που παραχωρεί η εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για να ελέγχεται η εξουσία.
Οι δημοσιογράφοι δεν διορίζονται για να σιωπούν. Και οι υπουργοί δεν βρίσκονται στην εξουσία για να απαιτούν τη σιωπή τους.

Ο Ζελένσκι νοιάζεται περισσότερο για τη δική του εξουσία παρά για τους πολίτες που υποτίθεται ότι υπηρετεί, χρησιμοποιώντας την περίοδο του πολέμου ως το τέλειο κάλυμμα.


Η εξουσία που δεν τίθεται ποτέ σε ψηφοφορία έχει τον τρόπο να γίνεται μόνιμη, και η περίοδος πολέμου προσφέρει την τέλεια κάλυψη. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι κυβερνά χωρίς εκλογές, έχει προεδρεύσει σε έναν αγώνα κατά της διαφθοράς που συνεχώς συγκρούεται με τον στενό του κύκλο, και τώρα κατηγορείται από τη Μόσχα ότι νοιάζεται περισσότερο για τον εαυτό του και το σύστημα εξουσίας του, παρά για τους πολίτες που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Αφαιρέστε την προπαγάνδα από κάθε πλευρά και ένα επίμονο μοτίβο παραμένει: ο στρατιωτικός νόμος στην Ουκρανία έχει παγώσει την λογοδοσία, ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται πιο κοντά στον πρόεδρο συνεχίζουν να εμφανίζονται σε βιβλία διαφθοράς.

Βασικά σημεία:

  • Οι προεδρικές εκλογές της Ουκρανίας, που ήταν προγραμματισμένες για την άνοιξη του 2024, αναβλήθηκαν λόγω στρατιωτικού νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ζελένσκι, παρατείνει τη θητεία του.
  • Τον Ιούλιο του 2025, ο Ζελένσκι υπέγραψε νόμο που περιόριζε την ανεξαρτησία των υπηρεσιών καταπολέμησης της διαφθοράς NABU και SAPO, και στη συνέχεια άλλαξε πορεία μετά από διαδηλώσεις στους δρόμους.
  • Το Axios ανέφερε ότι η κίνηση αυτή ακολούθησε τις επιδρομές στις υπηρεσίες και τη σύλληψη του ακτιβιστή και επικριτή του Ζελένσκι, Βιτάλι Σαμπούνιν.
  • Ένα σχέδιο μίζας 100 εκατομμυρίων δολαρίων στον ενεργειακό τομέα που συνδεόταν με τον πρώην επιχειρηματικό εταίρο του Ζελένσκι, Τιμούρ Μίντιτς, προηγήθηκε της παραίτησης του αρχηγού του προσωπικού, Αντρίι Γερμάκ, τον Νοέμβριο του 2025.
  • Ο απεσταλμένος της Ρωσίας στον ΟΑΣΕ, Ντμίτρι Πολιάνσκι, λέει ότι ο Ζελένσκι αγνοεί την ευημερία των Ουκρανών.

Μια εντολή που έχει παγώσει στο χρόνο

Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές στην Ουκρανία πραγματοποιήθηκαν το 2019, όταν ο Ζελένσκι, τηλεοπτικός κωμικός, ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος να σπάσει τις ολιγαρχικές συνήθειες που είχαν καθορίσει τη χώρα από την ανεξαρτησία της. Η πενταετής θητεία του θα είχε λήξει στις 20 Μαΐου 2024, εάν η ολοκληρωτική εισβολή της Ρωσίας στις 24 Φεβρουαρίου 2022 δεν είχε προκαλέσει στρατιωτικό νόμο. Ο Νόμος για τον Στρατιωτικό Νόμο απαγορεύει ρητά τις προεδρικές, βουλευτικές και τοπικές εκλογές και το κοινοβούλιο έχει ανανεώσει τη ρύθμιση σε διαστήματα 90 ημερών από τότε.

Ο Ζελένσκι το υπερασπίζεται αυτό ξεκάθαρα. «Η πενταετής θητεία μου δεν έχει τελειώσει ακόμη», δήλωσε στο Reuters το 2024, προσθέτοντας ότι συνεχίζεται λόγω του στρατιωτικού νόμου. Πολλοί συνταγματολόγοι συμφωνούν, και μια δημοσκόπηση του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας του Κιέβου στις αρχές του ίδιου έτους διαπίστωσε ότι το 69% των Ουκρανών ήθελαν να παραμείνει μέχρι την άρση του στρατιωτικού νόμου. Ωστόσο, οι αναλυτές του Carnegie Endowment σημειώνουν ότι το σύνταγμα είναι ασαφές, ορίζοντας πενταετείς θητείες σε ένα άρθρο, ενώ επιτρέπει σε έναν πρόεδρο να υπηρετεί μέχρι να εκλεγεί διάδοχος σε ένα άλλο.

Η νομική υπεράσπιση δεν είναι δημοκρατική υγεία. Μια παύση έχει νόημα όταν οι ψηφοφόροι είναι διασκορπισμένοι σε όλες τις πρώτες γραμμές και στην εξορία, ωστόσο μια αόριστη παύση, που ελέγχεται από το γραφείο που επωφελείται από αυτήν, προκαλεί υποψίες. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την έκκληση της Μόσχας για δημοψήφισμα. Ο Ζελένσκι λέει ότι θα το διεξαγάγει, αλλά θέλει πρώτα εκεχειρία.

Ελεγκτές, σκάνδαλα και ένας χειμώνας με συνέπειες

Οι εκλογές είναι ένας έλεγχος της εξουσίας. Οι ανεξάρτητοι ερευνητές είναι ένας άλλος, και εδώ οι επικριτές βλέπουν την πιο ξεκάθαρη απόδειξη της αυτοπροστασίας του Ζελένσκι. Η NABU και η SAPO, το γραφείο καταπολέμησης της διαφθοράς της χώρας και ο εξειδικευμένος εισαγγελέας, σχηματίστηκαν το 2015 μετά την εξέγερση στο Μαϊντάν που ανέτρεψε έναν φιλικό προς τη Μόσχα πρόεδρο και διαμορφώθηκαν σε στενό συντονισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 22 Ιουλίου 2025, ο Ζελένσκι υπέγραψε νόμο που περιόριζε την ανεξαρτησία τους. Το Axios ανέφερε ότι το γραφείο του προώθησε το νομοσχέδιο στο κοινοβούλιο μετά από επιδρομές στις υπηρεσίες και τη σύλληψη του Βιτάλι Σαμπούνιν, ενός εξέχοντος ακτιβιστή και επικριτή του Ζελένσκι. Το Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής δήλωσε ότι ουσιαστικά θα έθετε τους φορείς υπό το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, μια δομή που θεωρείται ευρέως ότι ελέγχεται από την προεδρία. Ακολούθησαν οι πρώτες μαζικές διαδηλώσεις από την εισβολή. Μέσα σε λίγες μέρες, ο Ζελένσκι υπέβαλε νομοθεσία που αποκαθιστούσε την αυτονομία τους.

Η ανατροπή είχε σημασία, αλλά και όσα ακολούθησαν. Τον Νοέμβριο του 2025, οι ερευνητές ισχυρίστηκαν ότι μια εγκληματική ομάδα είχε υπεξαιρέσει 100 εκατομμύρια δολάρια από τον ενεργειακό τομέα, ένα σχέδιο που συνδεόταν με τον Τιμούρ Μίντιτς, πρώην επιχειρηματικό εταίρο του Ζελένσκι. Αρκετοί αξιωματούχοι απολύθηκαν. Αφού πράκτορες έψαξαν το γραφείο του στις 28 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του προσωπικού Αντρίι Γερμάκ παραιτήθηκε. Η Ukrainska Pravda ανέφερε ότι ο Γερμάκ, ο Γενικός Εισαγγελέας Ρουσλάν Κραβτσένκο και ένας δικηγόρος συμμετείχαν σε μια «ειδική επιχείρηση» για την υπονόμευση της ανεξαρτησίας των υπηρεσιών.

Η Μόσχα τώρα εκμεταλλεύεται αυτό το ιστορικό. Ο Ντμίτρι Πολιάνσκι, πρεσβευτής της Ρωσίας στον ΟΑΣΕ, δήλωσε στην ομάδα στη Βιέννη ότι ο Ζελένσκι «δεν δίνει δεκάρα για τους πολίτες του» και είναι απασχολημένος με το «σύστημα διαφθοράς που δημιούργησε ο ίδιος», όπως ανέφερε το TASS. Μίλησε αφότου ο δήμαρχος της Μόσχας Σεργκέι Σομπιάνιν δήλωσε ότι η Ουκρανία εκτόξευσε 650 drones προς την πρωτεύουσα, σκοτώνοντας δύο ανθρώπους, και αφότου το Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας υποσχέθηκε εντατικοποίηση των επιθέσεων στο Κίεβο και σε άλλες περιοχές.

Το ιστορικό διαφθοράς δεν προέρχεται από τη Μόσχα. Προέρχεται από τους ίδιους τους ερευνητές της Ουκρανίας, τους δημοσιογράφους της και τους Δυτικούς αναλυτές, και καταλήγει σε μια στιγμή που Ρώσοι αξιωματούχοι προβλέπουν μια κατάρρευση της ενέργειας και των μεταφορών πριν από τον χειμώνα. Ένας ηγέτης που έχει αποφύγει την κάλπη δεν μπορεί να εμπιστευτεί ότι θα επιβλέπει τους ερευνητές που πλησιάζουν τους φίλους του.


https://www.naturalnews.com/

Οι εχθροί είναι εντός συνόρων και στεγάζονται στην βουλή

 



Οι εχθροί είναι εντός συνόρων και στεγάζονται στην βουλή

Ομάδα στήριξης Μαρίας Καρυστιανού - Ελλάδα

 


AΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΡΑΓΙΑΔΕΣ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΜΟΙΟΥΣ ΤΟΥΣ..


Η Κίμπερλι φεύγει και αφήνει πίσω της μια τεράστια αλήθεια: τον χυδαίο ραγιαδισμό της Ελλάδας. Ποτέ δεν ήταν το πρόβλημα η Κίμπερλι· η Κίμπερλι ήταν ο καθρέφτης. Το πρόβλημα ήταν η χειρότερη κυβέρνηση που είδε η Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση.
Ζητήθηκε, άραγε, από την ελληνική κυβέρνηση —έστω για τα μάτια του κόσμου— μια δημόσια συγγνώμη για το ότι παρομοίασε τους Έλληνες με σκυλιά που κατουράνε στο χαλί; Όχι, οι ραγιάδες δεν αμφισβητούν τις παρομοιώσεις των αφεντικών τους. Πετάνε εθνικιστικές κορώνες εκ του ασφαλούς προς άγραν ψήφων και έχουν έτοιμη τη γλώσσα για να σκουπίσουν σόλες.
Η Κίμπερλι ήρθε στη χώρα που αποκαλούσε τον λαό της ανεπρόκοπο και έφυγε προκομένη, με προίκα σκάνδαλα, έχοντας ως πρόσφορο έδαφος τα πιο σκαιώδη άτομα της Ελλάδας. Περαστικά μας, ραγιάδες!Αντίο Κίμπερλι,οι προσκυνημένοι σε χαιρετούν!
ΑΘΗΝΟΛΟΓΙΟ

Από την Αθηναϊκή Δημοκρατία στην «Εκλόγιμη Μοναρχία» Ποιος κυβερνά πραγματικά στην Ελλάδα;

Ένα κριτικό πολιτειακό δοκίμιο για τη λαϊκή κυριαρχία, την αντιπροσώπευση, τα όρια της εκλογικής εντολής και την ανάγκη ουσιαστικής συμμετοχής του πολίτη στην άσκηση της εξουσίας.


Εισαγωγή: Είμαστε πολίτες ή απλώς ψηφοφόροι;

Υπάρχει ένα θεμελιώδες ερώτημα που αξίζει να τεθεί στο κέντρο κάθε σοβαρής πολιτικής συζήτησης στην Ελλάδα:

Ποιος κυβερνά πραγματικά σε μια χώρα που διακηρύσσει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό;

Ο ίδιος ο λαός; Ή εκείνοι που εκλέγονται για να ασκήσουν την εξουσία εξ ονόματός του;

Και, ακόμη βαθύτερα: τι σημαίνει σήμερα να είσαι πολίτης; Αρκεί να διαθέτεις το δικαίωμα να ψηφίζεις κάθε τέσσερα περίπου χρόνια; Αρκεί να επιλέγεις ανάμεσα σε κόμματα και υποψηφίους, να παρακολουθείς τις αποφάσεις τους, να διαμαρτύρεσαι όταν διαφωνείς και να περιμένεις την επόμενη εκλογική αναμέτρηση;

Ή μήπως η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει κάτι περισσότερο: τη δυνατότητα να συμμετέχεις ουσιαστικά στη διαμόρφωση των νόμων, να ελέγχεις εκείνους που ασκούν δημόσια εξουσία, να παρεμβαίνεις όταν κρίνονται θεμελιώδη ζητήματα και να διαθέτεις θεσμικούς τρόπους να επηρεάζεις τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή σου;

Ας αναρωτηθούμε κάτι απλό.

Εάν ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέγει εκείνον που θα αποφασίζει για λογαριασμό του, αλλά δεν διαθέτει αντίστοιχα αποτελεσματικά μέσα για να ελέγχει ή να αμφισβητεί τις αποφάσεις του, σε ποιον βαθμό ασκεί ο ίδιος την εξουσία;

Η ερώτηση δεν είναι θεωρητική. Αφορά τη φορολογία που πληρώνουμε, τους δημόσιους πόρους που διαχειρίζεται το κράτος, τους νόμους που ρυθμίζουν την καθημερινότητά μας, την παιδεία, την υγεία, την εργασία, τις συντάξεις, την προστασία της ιδιοκτησίας, τις διεθνείς συμφωνίες και τα δικαιώματα των επόμενων γενεών.

Αφορά, τελικά, τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την πολιτική εξουσία.

Το ελληνικό Σύνταγμα χαρακτηρίζει το πολίτευμα της χώρας Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και θεμελιώνει το πολίτευμα στη λαϊκή κυριαρχία. Η διακήρυξη αυτή είναι σαφής. Το ερώτημα, όμως, δεν εξαντλείται στη διατύπωσή της. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας μετατρέπεται σε πραγματικούς θεσμούς, δικαιώματα και διαδικασίες συμμετοχής.

Διότι άλλο είναι να αναγνωρίζεται συνταγματικά ο λαός ως πηγή της εξουσίας και άλλο να διαθέτει διαρκείς, αποτελεσματικούς και θεσμικά κατοχυρωμένους τρόπους άσκησής της.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την «εκλόγιμη μοναρχία»: έναν αιχμηρό πολιτικό χαρακτηρισμό, όχι νομικό ορισμό του ελληνικού πολιτεύματος, που επιχειρεί να περιγράψει την πιθανή απόσταση ανάμεσα στην εκλογή των κυβερνώντων και στη συνεχή συμμετοχή των πολιτών στη διακυβέρνηση.

Μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τον όρο. Δεν μπορεί, όμως, να αποφύγει το ερώτημα που τον γέννησε.

Είμαστε οι κυρίαρχοι της πολιτείας μας ή περιοριζόμαστε, σε μεγάλο βαθμό, στο να επιλέγουμε εκείνους που θα ασκούν την εξουσία;


1. Η συνταγματική διακήρυξη και η πραγματικότητα της εξουσίας

Ας αρχίσουμε από το ίδιο το Σύνταγμα.

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει:

«Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία».

Η παράγραφος 3 συμπληρώνει:

«Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους».

Οι φράσεις αυτές δεν είναι διακοσμητικές. Αποτελούν θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. Υποδηλώνουν ότι η δημόσια εξουσία δεν αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία κάποιου κυβερνήτη, μιας πολιτικής οικογένειας, ενός κόμματος ή μιας διοικητικής ελίτ. Η άσκησή της πρέπει να δικαιολογείται από το Σύνταγμα, να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και να υπόκειται στους θεσμικούς περιορισμούς που αυτό προβλέπει.

Αλλά εδώ χρειάζεται να διακρίνουμε δύο διαφορετικά πράγματα.

Το πρώτο είναι η πηγή της πολιτικής νομιμοποίησης: από πού αντλεί η εξουσία το δικαίωμα να ασκείται.

Το δεύτερο είναι η πραγματική κατανομή της εξουσίας: ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις, ποιος καθορίζει την πολιτική ατζέντα, ποιος μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις και ποιος διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου.

Τα δύο αυτά στοιχεία συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται.

Ένας λαός μπορεί να αποτελεί τη συνταγματική πηγή της εξουσίας, ενώ η καθημερινή άσκησή της να πραγματοποιείται κυρίως από εκλεγμένα όργανα, κυβερνητικούς μηχανισμούς, δημόσιες υπηρεσίες και ανεξάρτητες αρχές, καθένα από τα οποία έχει διαφορετικές αρμοδιότητες και υπόκειται σε διαφορετικούς ελέγχους.

Αυτό δεν είναι από μόνο του αντιδημοκρατικό. Είναι χαρακτηριστικό της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο:

Πόσο αποτελεσματικά μπορεί ο πολίτης να ελέγχει αυτή την άσκηση της εξουσίας, πέρα από τη δυνατότητα να επιλέγει τους αντιπροσώπους του στις εκλογές;

Μπορεί να εισαγάγει ένα ζήτημα στην πολιτική ατζέντα χωρίς τη συναίνεση ενός κόμματος; Μπορεί, εφόσον συγκεντρώσει έναν εύλογο αριθμό υπογραφών, να προκαλέσει δημοψήφισμα; Μπορεί να απαιτήσει θεσμικά τεκμηριωμένη απάντηση σε μια λαϊκή πρωτοβουλία; Μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασίες ελέγχου δημόσιων αποφάσεων που έχουν σημαντικές συνέπειες για τη ζωή του;

Η απάντηση δεν είναι ίδια σε όλες τις δημοκρατίες. Εξαρτάται από τους θεσμούς που έχει επιλέξει κάθε χώρα.

Αυτό ακριβώς καθιστά τη συζήτηση αναγκαία: η δημοκρατία δεν είναι μόνο μια λέξη στο Σύνταγμα. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται, κατανέμεται και ελέγχεται η εξουσία στην πράξη.


2. Από τον πολίτη της Αθήνας στον σύγχρονο εκλογέα

Για να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην ιδιότητα του ψηφοφόρου, αξίζει να επιστρέψουμε στην πολιτική σκέψη της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, εξετάζει την ιδιότητα του πολίτη σε σχέση με τη συμμετοχή στη δικαστική κρίση και στην άσκηση της εξουσίας. Η γνωστή αριστοτελική προσέγγιση δεν αντιμετωπίζει τον πολίτη απλώς ως κάτοχο μιας τυπικής νομικής ιδιότητας, αλλά ως πρόσωπο που συμμετέχει, με τον τρόπο που προβλέπει το εκάστοτε πολίτευμα, στη δημόσια ζωή.

Η σκέψη αυτή μας θέτει μπροστά σε ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο:

Τι περιεχόμενο έχει η πολιτειότητα όταν ο πολίτης συμμετέχει στην επιλογή των κυβερνώντων, αλλά ελάχιστα ή καθόλου στην άμεση λήψη των περισσότερων πολιτικών αποφάσεων;

Η αρχαία Αθήνα ανέπτυξε θεσμούς άμεσης συμμετοχής, όπως η Εκκλησία του Δήμου, τα λαϊκά δικαστήρια και η κλήρωση για την ανάδειξη πολλών αξιωματούχων. Οι θεσμοί αυτοί είχαν διαφορετική λογική από τα σημερινά κοινοβουλευτικά συστήματα. Η πολιτική εξουσία δεν περιοριζόταν στην επιλογή μιας αντιπροσωπευτικής ομάδας που θα αναλάμβανε να κυβερνά για ορισμένα χρόνια.

Ωστόσο, δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την αρχαιότητα. Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν εξασφάλιζε καθολική πολιτική συμμετοχή με τα σημερινά μέτρα. Οι γυναίκες, οι δούλοι και οι μέτοικοι αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Η αρχαία Αθήνα δεν αποτελεί, συνεπώς, ένα μοντέλο που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στη σύγχρονη κοινωνία.

Η αξία της ιστορικής αναφοράς βρίσκεται αλλού.

Μας υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία μπορεί να οργανωθεί με περισσότερους τρόπους από την περιοδική εκλογή αντιπροσώπων και ότι η συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια εξουσία αποτελεί διαχρονικό πολιτειακό ερώτημα.

Ο σύγχρονος πολίτης δεν χρειάζεται να γίνει αρχαίος Αθηναίος. Χρειάζεται, όμως, να μπορεί να αναρωτηθεί:

  • Μπορώ να συμμετέχω ουσιαστικά στη διαμόρφωση των αποφάσεων;

  • Μπορώ να ελέγχω όσους αποφασίζουν;

  • Μπορώ να προτείνω λύσεις χωρίς να εξαρτώμαι αποκλειστικά από κομματικούς μηχανισμούς;

  • Μπορώ να συμμετέχω σε διαδικασίες που επηρεάζουν δεσμευτικά τη δημόσια πολιτική;

Εάν η απάντηση είναι αρνητική σε πολλές από αυτές τις ερωτήσεις, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δεν υπάρχει δημοκρατία. Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει χώρος για σοβαρή συζήτηση σχετικά με το βάθος και την ποιότητα της συμμετοχής.


3. Η ψήφος είναι εξουσία — αλλά τι είδους εξουσία;

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Ένας πολίτης ψηφίζει ένα κόμμα επειδή συμφωνεί με το πρόγραμμά του. Το κόμμα σχηματίζει κυβέρνηση και, μερικούς μήνες αργότερα, προωθεί έναν νόμο που ο συγκεκριμένος πολίτης θεωρεί αντίθετο με τις προεκλογικές του προσδοκίες.

Τι μπορεί να κάνει;

Μπορεί να διαμαρτυρηθεί, να συμμετάσχει σε διαδήλωση, να απευθυνθεί στον βουλευτή του, να προσφύγει σε αρμόδιες διαδικασίες όπου αυτό προβλέπεται, να υπογράψει μια δημόσια πρωτοβουλία ή να οργανωθεί με άλλους πολίτες.

Μπορεί, όμως, να απαιτήσει με δική του θεσμική πρωτοβουλία να τεθεί ο νόμος σε δεσμευτική λαϊκή ψηφοφορία;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει γενικό δικαίωμα των πολιτών να προκαλούν δημοψήφισμα για οποιονδήποτε νόμο συγκεντρώνοντας απλώς έναν ορισμένο αριθμό υπογραφών. Το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες για δημοψηφίσματα, χωρίς να θεσπίζει έναν γενικευμένο μηχανισμό λαϊκού νομοθετικού δημοψηφίσματος.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διάκριση.

Η ψήφος στις βουλευτικές εκλογές είναι πραγματική πολιτική εξουσία. Καθορίζει τη σύνθεση της Βουλής και επηρεάζει τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Δεν είναι, όμως, ταυτόσημη με την άμεση απόφαση για κάθε νόμο που θα ψηφιστεί στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου.

Όταν ψηφίζουμε έναν αντιπρόσωπο, δεν γνωρίζουμε κατ’ ανάγκην όλα τα νομοσχέδια που θα κατατεθούν τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε κάθε κρίση, κάθε διεθνή συμφωνία ή κάθε νέα τεχνολογική και οικονομική συνθήκη. Ούτε η ψήφος μας αποτελεί απόδειξη ότι συμφωνούμε με κάθε μελλοντική απόφαση του κόμματος που επιλέξαμε.

Άρα, το γεγονός ότι κάποιος εκλέχθηκε δεν σημαίνει ότι κάθε απόφασή του έχει λάβει ξεχωριστή έγκριση από τους πολίτες.

Αυτό δεν αναιρεί τη συνταγματική νομιμότητα της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Αναδεικνύει, όμως, ένα ζήτημα δημοκρατικού ελέγχου.

Μπορεί η εκλογική νομιμοποίηση να θεωρείται επαρκής για κάθε απόφαση, ανεξάρτητα από τη σημασία της, τις συνέπειές της και την απόσταση που μπορεί να τη χωρίζει από όσα είχαν συζητηθεί πριν από τις εκλογές;

Ή μήπως χρειάζονται πρόσθετοι θεσμοί, ώστε οι πολίτες να μπορούν να παρεμβαίνουν όταν διακυβεύονται ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας;


4. Τι σημαίνει «εκλόγιμη μοναρχία»;

Ο όρος «εκλόγιμη μοναρχία» είναι σκόπιμα αιχμηρός. Χρειάζεται, επομένως, να χρησιμοποιείται με ακρίβεια.

Η Ελλάδα δεν είναι νομικά μοναρχία. Είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση υπόκειται στο Σύνταγμα, στη Βουλή, στη δικαστική προστασία και στους υπόλοιπους θεσμούς της έννομης τάξης.

Ο όρος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να διαγράψει αυτές τις διαφορές.

Ως πολιτική μεταφορά, όμως, περιγράφει μια διαφορετική ανησυχία: ότι η εκλογή μιας κυβέρνησης μπορεί να συγκεντρώνει μεγάλη πολιτική ισχύ στα χέρια της, ενώ οι δυνατότητες άμεσης παρέμβασης των πολιτών παραμένουν περιορισμένες.

Ας δούμε τη λογική του χαρακτηρισμού.

Ο πολίτης ψηφίζει. Από τις εκλογές προκύπτει η κοινοβουλευτική σύνθεση. Με βάση τους συνταγματικούς κανόνες σχηματίζεται κυβέρνηση, η οποία αναλαμβάνει την καθημερινή άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η κυβέρνηση καταθέτει νομοσχέδια, καθορίζει προτεραιότητες και εφαρμόζει πολιτικές, ενώ η Βουλή νομοθετεί και ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Ο πολίτης εξακολουθεί να έχει πολιτικά δικαιώματα, να εκφράζει γνώμη, να οργανώνεται και να διεκδικεί. Δεν διαθέτει, όμως, κατ’ ανάγκην άμεσο θεσμικό μηχανισμό για να ανατρέψει μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση με λαϊκή ψηφοφορία.

Αυτό είναι το πρόβλημα που επιχειρεί να φωτίσει ο όρος.

Δεν υποστηρίζει ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση είναι κυριολεκτικά μονάρχης. Ρωτά αν ένα σύστημα μπορεί να εμφανίζει υπερβολική συγκέντρωση πολιτικής ισχύος μετά τις εκλογές, όταν οι μηχανισμοί συνεχούς λαϊκού ελέγχου είναι περιορισμένοι.

Και το ερώτημα πρέπει να τεθεί με την ίδια σοβαρότητα προς κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το κόμμα, την ιδεολογία ή τις προθέσεις της.

Αν αύριο κυβερνήσει το κόμμα που προτιμάς, θα εξακολουθείς να θεωρείς απαραίτητο να μπορείς να ελέγχεις τις αποφάσεις του;

Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η συζήτηση δεν αφορά απλώς το ποιος κυβερνά σήμερα. Αφορά τους θεσμούς που θα προστατεύουν τους πολίτες από την υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας αύριο.



5. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο δικαίωμα επιλογής. Είναι και δικαίωμα ελέγχου.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει ουσιαστικά πλεονεκτήματα. Επιτρέπει τη συγκρότηση κυβερνήσεων, την εξειδικευμένη επεξεργασία σύνθετων νόμων, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την οργανωμένη λήψη αποφάσεων σε μεγάλες κοινωνίες.

Δεν είναι λογικό να απαιτούμε από εκατομμύρια πολίτες να αποφασίζουν καθημερινά για κάθε διοικητική λεπτομέρεια. Ούτε θα ήταν απαραίτητα δημοκρατικό να μετατρέψουμε κάθε τεχνικό ή επείγον ζήτημα σε δημοψήφισμα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να καταργηθεί η αντιπροσώπευση.

Είναι αν πρέπει να αποτελεί σχεδόν τον αποκλειστικό δρόμο μέσα από τον οποίο εκφράζεται η λαϊκή βούληση σε εθνικό επίπεδο.

Μια δημοκρατία μπορεί να διατηρεί το κοινοβούλιο και την κυβέρνηση, ενώ παράλληλα παρέχει στους πολίτες θεσμικά εργαλεία λαϊκής πρωτοβουλίας, δημοψηφισμάτων, δημόσιου ελέγχου και συμμετοχής στη διαμόρφωση πολιτικής.

Έτσι, η αντιπροσώπευση δεν καταργείται. Συμπληρώνεται.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Όταν οι πολίτες διαθέτουν θεσμικά κατοχυρωμένους τρόπους παρέμβασης, οι αντιπρόσωποι γνωρίζουν ότι η εκλογική τους εντολή δεν σημαίνει απεριόριστη πολιτική αυτονομία σε κάθε ζήτημα.

Βεβαίως, τα εργαλεία αυτά πρέπει να σχεδιάζονται με προσοχή. Ένα δημοψήφισμα μπορεί να παραπλανηθεί από απλουστευτικά συνθήματα, να επηρεαστεί από άνιση πρόσβαση στη δημόσια προβολή ή να θέσει σε κίνδυνο δικαιώματα μειονοτήτων. Μια λαϊκή πρωτοβουλία μπορεί να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά. Μια ανάκληση αντιπροσώπου μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή προεκλογική σύγκρουση.

Η λύση δεν είναι να αγνοήσουμε αυτές τις δυσκολίες. Είναι να τις αντιμετωπίσουμε με σαφείς κανόνες, ενημέρωση, διαφάνεια, δικαστικό έλεγχο και θεσμικές εγγυήσεις.

Διότι η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο από το πόσο εύκολα μπορεί να ληφθεί μια απόφαση. Μετριέται και από το αν η διαδικασία είναι δίκαιη, αν τα δικαιώματα προστατεύονται και αν οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν ουσιαστικά.


6. Η Ελβετία: όταν ο πολίτης μπορεί να θέσει ένα ζήτημα στην κάλπη

Η Ελβετία προσφέρει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύγχρονα παραδείγματα συνδυασμού αντιπροσωπευτικών θεσμών και άμεσης δημοκρατίας.

Στο ομοσπονδιακό επίπεδο, οι πολίτες μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλία για αναθεώρηση του Συντάγματος, εφόσον συγκεντρωθούν 100.000 έγκυρες υπογραφές μέσα σε 18 μήνες. Μπορούν επίσης να προκαλέσουν προαιρετικό δημοψήφισμα για ορισμένες κοινοβουλευτικές πράξεις, εφόσον συγκεντρωθούν 50.000 έγκυρες υπογραφές μέσα σε 100 ημέρες ή υποβληθεί το προβλεπόμενο αίτημα από οκτώ καντόνια. Κάθε ομοσπονδιακή συνταγματική τροποποίηση υπόκειται υποχρεωτικά σε λαϊκή ψηφοφορία και απαιτεί διπλή πλειοψηφία του λαού και των καντονιών. https://www.aboutswitzerland.eda.admin.ch/en/direct-democracy

Ας σταθούμε στη σημασία αυτών των θεσμών.

Οι Ελβετοί πολίτες δεν περιορίζονται στην επιλογή των μελών του Κοινοβουλίου. Υπό καθορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να θέσουν συνταγματικά ζητήματα σε ψηφοφορία ή να ζητήσουν την επανεξέταση ορισμένων κοινοβουλευτικών αποφάσεων από το εκλογικό σώμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ελβετοί αποφασίζουν τα πάντα άμεσα. Ούτε ότι το ελβετικό μοντέλο είναι απαλλαγμένο από προβλήματα. Οι διαδικασίες απαιτούν χρόνο, ενημέρωση, οργανωτική ικανότητα και ουσιαστική δημόσια συζήτηση. Επιπλέον, η ομοσπονδιακή δομή της χώρας και η πολιτική της ιστορία επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών της.

Αποδεικνύεται, ωστόσο, κάτι συγκεκριμένο: μια σύγχρονη κοινωνία μπορεί να συνδυάζει κοινοβουλευτική διακυβέρνηση με δεσμευτικά εργαλεία άμεσης λαϊκής συμμετοχής.

Επομένως, όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι η άμεση συμμετοχή είναι εξ ορισμού ανεφάρμοστη στη σύγχρονη εποχή, αξίζει να τον ρωτήσουμε:

Ανεφάρμοστη σε ποια ακριβώς μορφή; Με ποιους κανόνες; Με ποιες εγγυήσεις; Και με βάση ποια εμπειρικά δεδομένα;

Η ορθή συζήτηση δεν είναι αν μπορούμε να αντιγράψουμε αυτούσιο το ελβετικό σύστημα. Είναι ποια στοιχεία του θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στην Ελλάδα και με ποιες προϋποθέσεις.


7. Ιρλανδία, Αυστραλία και Δανία: ο λαός ως μέρος της συνταγματικής διαδικασίας

Η Ελβετία δεν είναι η μόνη χώρα που προβλέπει δεσμευτική λαϊκή συμμετοχή στη συνταγματική αλλαγή.

Στην Ιρλανδία, το άρθρο 46 του Συντάγματος προβλέπει ότι κάθε πρόταση τροποποίησης του Συντάγματος, αφού ακολουθήσει την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία, υποβάλλεται σε δημοψήφισμα. Η τροποποίηση εγκρίνεται εφόσον λάβει την πλειοψηφία των ψήφων που έχουν δοθεί υπέρ ή κατά της πρότασης. https://www.irishstatutebook.ie/eli/cons/en/html

Στην Αυστραλία, το άρθρο 128 του Συντάγματος προβλέπει επίσης δημοψήφισμα για την τροποποίησή του. Απαιτείται η λεγόμενη «διπλή πλειοψηφία»: πλειοψηφία των ψηφοφόρων σε εθνικό επίπεδο και πλειοψηφία των ψηφοφόρων σε τουλάχιστον τέσσερις από τις έξι πολιτείες. Η διαδικασία αυτή αποσκοπεί στο να συνδυάζει τη συνολική λαϊκή βούληση με τη συναίνεση της πλειονότητας των πολιτειών. https://www.aec.gov.au/elections/referendums/Referendums_Overview.htm

Στη Δανία, το άρθρο 88 του Συντάγματος προβλέπει μια διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης που περιλαμβάνει κοινοβουλευτική έγκριση, εκλογές και στη συνέχεια λαϊκή ψηφοφορία. Η πρόταση πρέπει να εγκριθεί από την πλειοψηφία των ψηφισάντων, η οποία πρέπει επιπλέον να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 40% του συνόλου των εγγεγραμμένων εκλογέων.

Τα συστήματα αυτά δεν είναι πανομοιότυπα. Διαφέρουν ως προς τα όρια έγκρισης, τον ρόλο των περιφερειών ή των πολιτειών, τη διαδικασία υποβολής και τις υπόλοιπες συνταγματικές εγγυήσεις.

Έχουν, ωστόσο, ένα κοινό χαρακτηριστικό: η συνταγματική αλλαγή δεν ολοκληρώνεται αποκλειστικά με κοινοβουλευτική απόφαση. Η λαϊκή ψήφος αποτελεί αναγκαίο στάδιο της διαδικασίας.

Και εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα για την Ελλάδα.

Το Σύνταγμα αποτελεί το θεμελιώδες πλαίσιο που ορίζει τις εξουσίες του κράτους, τα δικαιώματα των πολιτών και τις σχέσεις μεταξύ των θεσμών. Γιατί, λοιπόν, να μη συζητήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο να απαιτείται και η άμεση έγκριση των πολιτών για κάθε μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση;

Δεν είναι αυτονόητο ότι αυτή είναι η μόνη ορθή λύση. Είναι, όμως, μια θεσμική επιλογή που εφαρμόζεται σε διαφορετικά δημοκρατικά συστήματα και αξίζει να εξεταστεί με επιχειρήματα, όχι να απορρίπτεται εκ των προτέρων.


8. Η Ελλάδα: τι προβλέπει και τι δεν προβλέπει το Σύνταγμα

Για να είναι η συζήτηση σοβαρή, πρέπει να διακρίνουμε την επιθυμητή μεταρρύθμιση από το ισχύον δίκαιο.

Το άρθρο 110 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπει ειδική διαδικασία αναθεώρησης. Η αναθεώρηση περνά από διαδοχικές κοινοβουλευτικές φάσεις και απαιτεί συγκεκριμένες πλειοψηφίες. Ορισμένες διατάξεις, μεταξύ των οποίων εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, εξαιρούνται από την αναθεώρηση. Το άρθρο 110 δεν θεσπίζει γενικό κανόνα υποχρεωτικού δημοψηφίσματος για κάθε αναθεώρηση. https://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/article-114/

Αυτό είναι το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο. Δεν πρέπει να συγχέεται με την πρόταση να αλλάξει.

Εάν υποστηρίζουμε ότι κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να εγκρίνεται από τον λαό, δεν περιγράφουμε το σημερινό καθεστώς. Προτείνουμε μια διαφορετική θεσμική αρχιτεκτονική.

Και η πρόταση αυτή γεννά συγκεκριμένα ερωτήματα:

  • Θα υποβάλλεται σε δημοψήφισμα κάθε αναθεωρούμενη διάταξη ή το συνολικό πακέτο;

  • Θα απαιτείται απλή πλειοψηφία ή ειδικό όριο συμμετοχής;

  • Πώς θα διασφαλίζεται ότι οι πολίτες γνωρίζουν τι ακριβώς αλλάζει;

  • Πώς θα αποτρέπεται η ενσωμάτωση άσχετων ζητημάτων στο ίδιο ερώτημα;

  • Ποιος θα ελέγχει τη συνταγματικότητα και τη σαφήνεια της πρότασης;

  • Πώς θα προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα από αποφάσεις που θα μπορούσαν να τα περιορίσουν;

Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες που μπορούν να αγνοηθούν. Είναι ο πυρήνας του σχεδιασμού ενός δημοκρατικού θεσμού.

Η λαϊκή κυριαρχία δεν σημαίνει απουσία κανόνων. Σημαίνει ότι η δημόσια εξουσία πρέπει να οργανώνεται με τρόπο που να αναγνωρίζει τον λαό ως θεμελιώδη φορέα της, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει κάθε άνθρωπο από την αυθαιρεσία, ακόμη και όταν αυτή επιχειρεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση μιας πλειοψηφίας.

Η δημοκρατία χρειάζεται και συμμετοχή και συνταγματικά όρια.


9. Το Σύνταγμα: ποιος έχει τον τελευταίο λόγο;

Το Σύνταγμα δεν είναι ένας συνηθισμένος νόμος. Καθορίζει τη δομή της πολιτείας, τις αρμοδιότητες των θεσμών, τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα όρια της δημόσιας εξουσίας.

Η διαδικασία αναθεώρησής του, επομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία.

Στην ελληνική περίπτωση, η αναθεώρηση πραγματοποιείται με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 110. Σε άλλες χώρες, η διαδικασία ολοκληρώνεται με υποχρεωτική λαϊκή ψηφοφορία.

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα έπρεπε να επιλέξει ένα διαφορετικό μοντέλο.

Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ της υποχρεωτικής λαϊκής έγκρισης. Θα μπορούσε να ενισχύσει την άμεση νομιμοποίηση της συνταγματικής αλλαγής, να υποχρεώσει τους πολίτες να ενημερωθούν για σημαντικές θεσμικές μεταβολές και να καταστήσει σαφές ότι το Σύνταγμα δεν αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ κομματικών ηγεσιών.

Υπάρχουν, όμως, και ζητήματα που χρειάζονται προσεκτική αντιμετώπιση. Η συνταγματική αναθεώρηση συχνά περιλαμβάνει σύνθετες ρυθμίσεις. Ένα δημοψήφισμα μπορεί να μετατρέψει ένα πολύπλοκο ζήτημα σε απλό «ναι» ή «όχι», ενώ οι πολίτες ενδέχεται να ψηφίσουν με βάση τη δημοτικότητα μιας κυβέρνησης και όχι το πραγματικό περιεχόμενο της αλλαγής.

Η λύση δεν είναι να υποθέσουμε ότι ο λαός αποφασίζει πάντοτε σωστά ή ότι οι αντιπρόσωποι αποφασίζουν πάντοτε καλύτερα.

Η λύση είναι να δημιουργήσουμε μια διαδικασία που να επιτρέπει ενημερωμένη κρίση: σαφή διατύπωση των προτάσεων, δημόσια παρουσίαση των συνεπειών, ισότιμη πρόσβαση στην ενημέρωση, ανεξάρτητη αξιολόγηση και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ποιος έχει τον τελευταίο λόγο.

Είναι:

Πώς διασφαλίζουμε ότι ο τελευταίος λόγος, είτε ανήκει στους αντιπροσώπους είτε στους πολίτες, ασκείται με διαφάνεια, γνώση, λογοδοσία και σεβασμό στα δικαιώματα όλων;


10. Η λαϊκή πρωτοβουλία: από τον αποδέκτη της πολιτικής στον δημιουργό της

Η συμμετοχή δεν πρέπει να περιορίζεται στη δυνατότητα απόρριψης μιας απόφασης. Πρέπει να περιλαμβάνει και τη δυνατότητα πρότασης.

Ας φανταστούμε μια ομάδα πολιτών που θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη νομοθεσία για τη διαφάνεια των δημόσιων συμβάσεων. Οι πολίτες μελετούν το ζήτημα, συνεργάζονται με ειδικούς, συντάσσουν μια συγκεκριμένη πρόταση και συγκεντρώνουν υπογραφές.

Τι θα έπρεπε να συμβεί;

Θα έπρεπε η πρόταση να καταλήγει σε ένα ηλεκτρονικό αρχείο που κανείς δεν υποχρεούται να εξετάσει; Θα έπρεπε να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν κάποια κομματική ηγεσία επιθυμεί να την υιοθετήσει;

Ή θα μπορούσε να υπάρχει ένας θεσμός που να υποχρεώνει τη Βουλή να την εξετάσει δημόσια, να οργανώσει ακρόαση, να δημοσιεύσει τεκμηριωμένη απάντηση και, εφόσον πληρούνται αυστηρότερα κριτήρια, να την παραπέμψει σε δεσμευτική λαϊκή ψηφοφορία;

Η δεύτερη επιλογή αποτελεί μια μορφή λαϊκής πρωτοβουλίας.

Η εφαρμογή της θα απαιτούσε σαφείς κανόνες: επαλήθευση υπογραφών, προστασία προσωπικών δεδομένων, διαφανή χρηματοδότηση, έλεγχο της συνταγματικότητας, προθεσμίες εξέτασης και εγγυήσεις ότι δεν θα κατακλύζεται η δημόσια διαδικασία από καταχρηστικές ή επαναλαμβανόμενες προτάσεις.

Αλλά η βασική αρχή είναι απλή:

Ο πολίτης δεν πρέπει να είναι μόνον εκείνος που επιλέγει ανάμεσα σε προτάσεις άλλων. Πρέπει να μπορεί, υπό καθορισμένες προϋποθέσεις, να εισάγει και ο ίδιος προτάσεις στη δημόσια συζήτηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρόταση πρέπει να γίνεται νόμος. Σημαίνει ότι οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν θεσμικά κατοχυρωμένο δρόμο για να ακουστούν, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βούληση των πολιτικών κομμάτων.


11. Το προαιρετικό δημοψήφισμα: δικαίωμα ελέγχου μετά την ψήφιση ενός νόμου

Μια δεύτερη πρόταση αφορά το προαιρετικό δημοψήφισμα.

Η βασική ιδέα είναι ότι, μετά την ψήφιση ορισμένων νόμων, οι πολίτες θα μπορούσαν να ζητήσουν να τεθούν σε λαϊκή ψηφοφορία, εφόσον συγκεντρωθεί ένας συγκεκριμένος αριθμός έγκυρων υπογραφών μέσα σε καθορισμένη προθεσμία.

Ένα τέτοιο σύστημα δεν θα καταργούσε το Κοινοβούλιο. Θα διατηρούσε τη δυνατότητά του να νομοθετεί, αλλά θα εισήγαγε έναν μηχανισμό λαϊκού ελέγχου για συγκεκριμένες κατηγορίες αποφάσεων.

Το ελβετικό μοντέλο δείχνει ότι αυτό μπορεί να οργανωθεί θεσμικά. Η εφαρμογή στην Ελλάδα, όμως, θα απαιτούσε να αποφασιστούν ζητήματα όπως:

  • Ποιοι νόμοι θα μπορούν να τεθούν σε δημοψήφισμα;

  • Πόσες υπογραφές θα απαιτούνται και μέσα σε ποιο χρονικό διάστημα;

  • Θα αναστέλλεται προσωρινά η εφαρμογή του νόμου μέχρι την ψηφοφορία;

  • Ποια ζητήματα θα εξαιρούνται, για παράδειγμα για λόγους προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων ή επείγουσας δημόσιας ανάγκης;

  • Πώς θα αποτρέπεται η χρηματοδοτική ή επικοινωνιακή κυριαρχία μιας μικρής, ιδιαίτερα ισχυρής ομάδας;

Η σωστή θεσμική πρόταση δεν είναι «δημοψήφισμα για τα πάντα». Είναι ένας σαφής και λειτουργικός μηχανισμός για ζητήματα που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.

Το ερώτημα παραμένει:

Γιατί να μην μπορεί ο πολίτης να έχει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, έναν θεσμικό δρόμο για να αμφισβητήσει έναν νόμο που θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό;


12. Ανάκληση αντιπροσώπων: λογοδοσία ή διαρκής προεκλογική εκστρατεία;

Μια ακόμη συζητήσιμη πρόταση είναι η ανάκληση εκλεγμένων αντιπροσώπων.

Η λογική της είναι ότι, σε ορισμένα συστήματα, οι πολίτες μπορούν να κινήσουν διαδικασία για την πρόωρη λήξη της θητείας ενός εκλεγμένου αξιωματούχου, εφόσον πληρούνται καθορισμένες προϋποθέσεις.

Θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένας τέτοιος θεσμός στην Ελλάδα;

Η συζήτηση χρειάζεται προσοχή. Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο βουλευτής δεν λειτουργεί απλώς ως εντολοδόχος μιας συγκεκριμένης ομάδας ψηφοφόρων. Ασκεί συνταγματικά κατοχυρωμένα καθήκοντα και συμμετέχει στη διαμόρφωση της νομοθεσίας. Επίσης, η διαφωνία με μία απόφαση δεν πρέπει αυτομάτως να οδηγεί σε διαδικασία απομάκρυνσής του.

Από την άλλη πλευρά, είναι θεμιτό να εξετάζεται αν οι πολίτες θα έπρεπε να διαθέτουν πρόσθετους μηχανισμούς λογοδοσίας για εκλεγμένα αξιώματα.

Μια ενδεχόμενη διαδικασία ανάκλησης θα έπρεπε να προβλέπει υψηλό όριο υπογραφών, συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια, ανεξάρτητο έλεγχο της εγκυρότητας της διαδικασίας και προστασία από συνεχείς, καταχρηστικές προσπάθειες ανατροπής της εκλογικής εντολής.

Θα έπρεπε επίσης να αποσαφηνιστεί ποια αξιώματα θα καλύπτει και πώς θα συμβιβάζεται με τη συνταγματική οργάνωση του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Το ερώτημα δεν είναι αν ένας αντιπρόσωπος πρέπει να φοβάται κάθε διαφωνία.

Είναι αν και με ποιες εγγυήσεις μπορεί να υπάρχει ένας πρόσθετος μηχανισμός λογοδοσίας όταν η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει κλονιστεί σοβαρά.

Η απάντηση απαιτεί θεσμική μελέτη, όχι εύκολες υποσχέσεις.


13. Συμμετοχικός προϋπολογισμός: ο πολίτης και το δημόσιο χρήμα

Η λαϊκή συμμετοχή αφορά και την οικονομική διαχείριση.

Οι δημόσιοι πόροι προέρχονται από φόρους, εισφορές, δημόσια περιουσία και άλλες πηγές. Η διαχείρισή τους επηρεάζει άμεσα την ποιότητα των υπηρεσιών, τις υποδομές, την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική προστασία.

Σήμερα, ο πολίτης μπορεί να ενημερώνεται για τις δημόσιες δαπάνες και να ασκεί πολιτική πίεση μέσω των εκλογών, της δημόσιας συζήτησης και των προβλεπόμενων διαδικασιών ελέγχου. Θα μπορούσε, όμως, να συμμετέχει πιο άμεσα σε ορισμένες επιλογές;

Ο συμμετοχικός προϋπολογισμός αποτελεί μία πιθανή προσέγγιση. Σε ένα τέτοιο σύστημα, οι πολίτες συμμετέχουν στην ιεράρχηση και την επιλογή συγκεκριμένων δημόσιων έργων ή δαπανών, μέσα σε ένα προκαθορισμένο οικονομικό και νομικό πλαίσιο.

Για παράδειγμα, ένας δήμος θα μπορούσε να διαθέτει ένα ορισμένο ποσοστό του προϋπολογισμού του για έργα που προτείνονται και επιλέγονται με συμμετοχική διαδικασία. Οι πολίτες θα μπορούσαν να αξιολογούν προτάσεις για προσβασιμότητα, κοινόχρηστους χώρους, τοπικές υποδομές ή περιβαλλοντικές παρεμβάσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες θα πρέπει να αποφασίζουν χωρίς οικονομικά δεδομένα ή τεχνική αξιολόγηση. Οι προτάσεις πρέπει να ελέγχονται ως προς το κόστος, τη νομιμότητα, τη βιωσιμότητα και τις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.

Αλλά η δυνατότητα συμμετοχής μπορεί να ενισχύσει τη διαφάνεια, να κάνει ορατές τις προτεραιότητες της κοινωνίας και να δημιουργήσει πιο άμεση σχέση μεταξύ φορολογούμενου και δημόσιας δαπάνης.

Το ερώτημα είναι εύλογο:

Γιατί ο πολίτης να συμμετέχει μόνο στην επιλογή εκείνων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα, και όχι, σε ορισμένα πεδία και με σαφείς κανόνες, στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων του;


14. Συνελεύσεις πολιτών: συμμετοχή χωρίς επαγγελματική πολιτική ιδιότητα

Ένας ακόμη θεσμός που αξίζει να εξεταστεί είναι οι συνελεύσεις πολιτών.

Σε αυτές, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα πολιτών επιλέγεται συνήθως με κλήρωση και καλείται να μελετήσει ένα συγκεκριμένο δημόσιο ζήτημα. Οι συμμετέχοντες ενημερώνονται από ειδικούς με διαφορετικές απόψεις, ακούν ενδιαφερόμενους φορείς, συζητούν τις επιλογές και διαμορφώνουν προτάσεις.

Η κλήρωση δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ορθές αποφάσεις. Μπορεί, όμως, να προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο συμμετοχής από τις εκλογές, μειώνοντας την εξάρτηση από την επαγγελματική πολιτική οργάνωση και δημιουργώντας χώρο για πολίτες που δεν θα διεκδικούσαν ποτέ δημόσιο αξίωμα.

Μια τέτοια συνέλευση θα μπορούσε να εξετάζει, για παράδειγμα, ζητήματα μακροπρόθεσμης ενεργειακής πολιτικής, αστικής ανάπτυξης, θεσμικών μεταρρυθμίσεων ή δημόσιων επενδύσεων.

Για να λειτουργεί σοβαρά, θα χρειαζόταν:

  • διαφανή και αντιπροσωπευτική διαδικασία επιλογής,

  • επαρκή χρόνο μελέτης,

  • πρόσβαση σε τεκμηριωμένα στοιχεία,

  • δυνατότητα ακρόασης διαφορετικών επιστημονικών και κοινωνικών απόψεων,

  • δημόσια παρουσίαση των εργασιών,

  • σαφείς κανόνες για συγκρούσεις συμφερόντων,

  • και υποχρέωση των αρμόδιων θεσμών να απαντούν αιτιολογημένα στις προτάσεις.

Η συνέλευση δεν θα έπρεπε αναγκαστικά να αντικαθιστά τη Βουλή. Θα μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά, παρέχοντας τεκμηριωμένες εισηγήσεις και ενισχύοντας τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια κρίση.

Εδώ επιστρέφουμε σε μια κεντρική ιδέα της αρχαίας πολιτικής σκέψης: ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι επαγγελματίας πολιτικός για να συμμετέχει σε μια δημόσια διαδικασία κρίσης.

Χρειάζεται ενημέρωση, χρόνο, κατάλληλους θεσμούς και πραγματική δυνατότητα να ακουστεί.


15. Εκλογές και τεχνολογία: η εμπιστοσύνη απαιτεί επαληθευσιμότητα

Η συζήτηση για τη δημοκρατία δεν μπορεί να παρακάμπτει την ακεραιότητα των εκλογικών διαδικασιών.

Η αξιοπιστία μιας εκλογής εξαρτάται από πολλά στάδια: την εγγραφή των εκλογέων, την οργάνωση της ψηφοφορίας, τη διαφύλαξη των ψηφοδελτίων, την καταμέτρηση, τη σύνταξη των πρακτικών, τη μεταφορά των αποτελεσμάτων και την επίσημη επικύρωσή τους.

Η χρήση πληροφοριακών συστημάτων και ιδιωτικών τεχνολογικών παρόχων για τη μετάδοση ή επεξεργασία εκλογικών δεδομένων δεν αποδεικνύει από μόνη της νοθεία ή αλλοίωση αποτελεσμάτων. Για να διατυπωθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός, απαιτούνται συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε τον τεχνολογικό έλεγχο περιττό.

Αντίθετα, όσο περισσότερο εξαρτάται μια δημόσια διαδικασία από τεχνολογικά συστήματα, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η ανεξάρτητη επιθεώρηση, η ασφάλεια, η καταγραφή των ενεργειών, η προστασία των δεδομένων και η δυνατότητα επαλήθευσης του τελικού αποτελέσματος.

  • Ποιος ελέγχει τη διαδρομή των δεδομένων από το εκλογικό τμήμα μέχρι την επίσημη ανακοίνωση;

  • Πώς διαπιστώνεται ότι τα ηλεκτρονικά μεταδιδόμενα αποτελέσματα συμφωνούν με τα πρωτογενή πρακτικά;

  • Ποιοι ανεξάρτητοι έλεγχοι πραγματοποιούνται; Πώς δημοσιεύονται τα ευρήματά τους; Ποια διαδικασία ακολουθείται όταν διαπιστώνεται απόκλιση;

Η σωστή απάντηση δεν είναι να υιοθετήσουμε εκ των προτέρων καχυποψία απέναντι σε κάθε τεχνολογία. Είναι να απαιτούμε ελέγχους ανάλογους με τη σημασία της διαδικασίας.

Η ηλεκτρονική μετάδοση δεν πρέπει να συγχέεται με την ίδια την καταμέτρηση. Ούτε η ταχύτητα δημοσίευσης των αποτελεσμάτων πρέπει να συγχέεται με την επίσημη νομική επικύρωσή τους.

Μια αξιόπιστη εκλογική διαδικασία χρειάζεται σαφείς αρμοδιότητες, ελέγξιμα πρωτογενή στοιχεία, ανεξάρτητους ελεγκτές και διαφανή διαδικασία εξέτασης καταγγελιών.

Η δημοκρατία δεν απαιτεί να πιστεύουμε ότι κάθε αποτέλεσμα είναι ύποπτο. Απαιτεί να μπορούμε να γνωρίζουμε με ποια διαδικασία προέκυψε και πώς ελέγχεται η αξιοπιστία του.


16. «Εμπιστευθείτε μας» ή «Ελέγξτε μας»;

Η δημοκρατία δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στην καλή πρόθεση όσων ασκούν δημόσια εξουσία.

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι κομματικές πλειοψηφίες αλλάζουν. Οι διοικητικές ηγεσίες αλλάζουν. Κανένα πρόσωπο και κανένας θεσμός δεν πρέπει να θεωρείται υπεράνω ελέγχου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί είναι αναξιόπιστοι. Σημαίνει ότι ένα ώριμο θεσμικό σύστημα δεν βασίζεται στην υπόθεση ότι όλοι θα ενεργούν πάντοτε σωστά.

Βασίζεται σε κανόνες που καθιστούν τις αποφάσεις ελέγξιμες, τις αρμοδιότητες σαφείς και τις παραβάσεις αντιμετωπίσιμες.

  • Γιατί να μην είναι όσο το δυνατόν πιο προσβάσιμα τα στοιχεία για τις δημόσιες δαπάνες, τις δημόσιες συμβάσεις, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τα αποτελέσματα των ελέγχων;

  • Γιατί να μην υπάρχουν κατανοητές δημόσιες εξηγήσεις για σημαντικές αποφάσεις, ώστε ο πολίτης να μπορεί να διακρίνει τι αποφασίστηκε, από ποιο όργανο, με ποια νομική βάση και με ποιες προβλεπόμενες συνέπειες;

  • Γιατί η πρόσβαση στην πληροφορία να εξαρτάται από την ικανότητα του πολίτη να αποκωδικοποιεί δυσνόητα διοικητικά κείμενα;

Η διαφάνεια δεν είναι απλώς η δημοσίευση ενός εγγράφου. Είναι και η δυνατότητα να κατανοηθεί, να ελεγχθεί και να αξιολογηθεί το περιεχόμενό του.

Και η λογοδοσία δεν είναι η ευχάριστη συνήθεια ενός κυβερνώντος να δίνει εξηγήσεις όταν το επιθυμεί. Είναι υποχρέωση που απορρέει από κανόνες και μπορεί να ενεργοποιείται από πολίτες, ελεγκτικά όργανα και άλλους θεσμούς.


17. Η δημοκρατία πρέπει να προστατεύει και εκείνον που διαφωνεί με την πλειοψηφία

Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση.

Η λαϊκή κυριαρχία δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απεριόριστη εξουσία της εκάστοτε πλειοψηφίας.

Εάν μια πλειοψηφία μπορούσε να αφαιρέσει από μια μειονότητα τα θεμελιώδη δικαιώματά της απλώς επειδή διαθέτει περισσότερες ψήφους, τότε η δημοκρατία θα κινδύνευε να μετατραπεί σε κυριαρχία των αριθμών.

Η δημοκρατική συμμετοχή χρειάζεται συνταγματικά όρια. Χρειάζεται προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, της ισότητας ενώπιον του νόμου, της δικαστικής προστασίας και των δικαιωμάτων όλων, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση ή τη δημοτικότητά τους.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν συζητούμε δημοψηφίσματα και λαϊκές πρωτοβουλίες.

Δεν αρκεί να ρωτήσουμε αν η πλειοψηφία συμφωνεί. Πρέπει να εξετάσουμε αν η πρόταση σέβεται το συνταγματικό πλαίσιο και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Επίσης, πρέπει να προστατεύεται η ποιότητα της ενημέρωσης. Η συμμετοχή δεν αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν χωρίς επαρκή στοιχεία, μέσα σε περιβάλλον παραπληροφόρησης ή με άνισες δυνατότητες πρόσβασης στον δημόσιο λόγο.

Ο σκοπός της άμεσης δημοκρατίας δεν είναι να αντικαταστήσει τον έλεγχο της εξουσίας με την ανεξέλεγκτη δύναμη μιας πλειοψηφίας. Είναι να διευρύνει τη συμμετοχή, διατηρώντας τις εγγυήσεις που καθιστούν δυνατή την ελεύθερη πολιτική συνύπαρξη.

Η δημοκρατία δεν είναι μόνο το δικαίωμα της πλειοψηφίας να αποφασίζει. Είναι και η υποχρέωση της πολιτείας να προστατεύει εκείνους που μειοψηφούν.


18. Από τη θεωρία στην πράξη: ένα νέο πλαίσιο συμμετοχικής δημοκρατίας

Εάν δεχθούμε ότι η λαϊκή κυριαρχία πρέπει να εκφράζεται όχι μόνο μέσα από τις εκλογές αλλά και μέσω θεσμικών μηχανισμών συνεχούς συμμετοχής, τότε ποιες αλλαγές θα μπορούσε να εξετάσει η Ελλάδα;

Ένα πιθανό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να περιλαμβάνει τους ακόλουθους πυλώνες.

  • Πρώτον, υποχρεωτικό δημοψήφισμα για συνταγματικές αναθεωρήσεις. Η Βουλή θα διατηρούσε τον ρόλο της στη διαμόρφωση της πρότασης, αλλά η αναθεώρηση θα ολοκληρωνόταν μόνο μετά τη λαϊκή έγκριση, σύμφωνα με σαφείς κανόνες.

  • Δεύτερον, λαϊκή συνταγματική πρωτοβουλία. Οι πολίτες θα μπορούσαν να προτείνουν συνταγματικές αλλαγές, εφόσον συγκεντρώνουν συγκεκριμένο αριθμό έγκυρων υπογραφών και τηρούνται οι συνταγματικές προϋποθέσεις.

  • Τρίτον, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Μια τεκμηριωμένη πρόταση που συγκεντρώνει το απαιτούμενο επίπεδο κοινωνικής υποστήριξης θα οδηγείται υποχρεωτικά σε κοινοβουλευτική εξέταση και δημόσια αιτιολογημένη απάντηση.

  • Τέταρτον, προαιρετικό δημοψήφισμα. Για ορισμένους νόμους θα μπορούσε να προβλέπεται διαδικασία λαϊκής ψηφοφορίας, εφόσον συγκεντρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός υπογραφών και πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

  • Πέμπτον, ισχυρότεροι μηχανισμοί λογοδοσίας. Η δημόσια εξουσία θα υπόκειται σε αποτελεσματικούς ελέγχους, σαφείς υποχρεώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων και διαδικασίες εξέτασης καταγγελιών.

  • Έκτον, συνελεύσεις πολιτών. Τυχαία επιλεγμένοι πολίτες θα μπορούσαν να εξετάζουν σύνθετα ζητήματα, να ακούν ειδικούς και να υποβάλλουν τεκμηριωμένες προτάσεις.

  • Έβδομον, συμμετοχικός προϋπολογισμός. Ένα μέρος των δημόσιων δαπανών, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, θα μπορούσε να διατίθεται μέσω συμμετοχικών διαδικασιών.

  • Όγδοον, ανεξάρτητη επαλήθευση των εκλογικών διαδικασιών. Οι αρμοδιότητες, τα δεδομένα, οι έλεγχοι και οι διαδικασίες πιστοποίησης θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανή και ελέγξιμα, με πλήρη προστασία του απορρήτου της ψήφου.

  • Ένατον, ψηφιακή συμμετοχή με πραγματικές εγγυήσεις. Η τεχνολογία θα μπορούσε να διευκολύνει τη διαβούλευση, τη συλλογή υπογραφών και την ενημέρωση, χωρίς να υποκαθιστά τις αναγκαίες εγγυήσεις ασφάλειας, ιδιωτικότητας, προσβασιμότητας και ισότιμης συμμετοχής.

  • Δέκατον, ουσιαστική πολιτειακή παιδεία. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνο ποιον ψηφίζουν, αλλά και πώς λειτουργούν οι θεσμοί, ποιες είναι οι εξουσίες τους, πώς ελέγχονται οι αποφάσεις και με ποιους τρόπους μπορούν οι ίδιοι να συμμετέχουν.

Αυτές οι προτάσεις δεν αποτελούν ένα έτοιμο συνταγματικό σχέδιο. Είναι ένα πλαίσιο συζήτησης που χρειάζεται νομική επεξεργασία, συγκριτική μελέτη, δημόσια διαβούλευση και αξιολόγηση των πιθανών συνεπειών του.

Το ουσιαστικό είναι να μετακινηθεί η συζήτηση από το αόριστο αίτημα για «περισσότερη δημοκρατία» σε συγκεκριμένα ερωτήματα: ποιος θα έχει ποια αρμοδιότητα, με ποιες προϋποθέσεις, υπό ποιον έλεγχο και με ποιες εγγυήσεις.


19. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Βουλή ή λαός»

Συχνά η συζήτηση παρουσιάζεται ως δίλημμα ανάμεσα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και στην άμεση δημοκρατία.

Η διατύπωση αυτή είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Μια σύγχρονη κοινωνία χρειάζεται θεσμούς που μπορούν να επεξεργάζονται σύνθετη νομοθεσία, να διαχειρίζονται διοικητικές λειτουργίες, να ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία και να ανταποκρίνονται σε απρόβλεπτες συνθήκες.

Το κοινοβούλιο μπορεί να επιτελεί αυτές τις λειτουργίες. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να συμπληρώνεται από θεσμούς που δίνουν στους πολίτες μεγαλύτερη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης.

Η αντιπροσώπευση και η άμεση συμμετοχή δεν είναι αναγκαστικά αντίπαλες έννοιες. Μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον οι αρμοδιότητες είναι σαφείς και οι διαδικασίες σχεδιασμένες με προσοχή.

Η Βουλή θα μπορούσε να συνεχίσει να νομοθετεί, να ελέγχει την κυβέρνηση και να επεξεργάζεται σύνθετα ζητήματα. Παράλληλα, οι πολίτες θα μπορούσαν να διαθέτουν συγκεκριμένα εργαλεία για να προτείνουν, να ελέγχουν ή να αποφασίζουν σε ορισμένα πεδία.

Η βασική αρχή είναι ότι η εκλογική εντολή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απεριόριστη εξουσιοδότηση χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς λογοδοσίας.

Και το αντίστροφο, όμως, είναι εξίσου σημαντικό: η άμεση λαϊκή ψηφοφορία δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως καλύτερη από κάθε αντιπροσωπευτική διαδικασία. Η ποιότητα της δημοκρατίας εξαρτάται από το πώς σχεδιάζονται και αλληλοελέγχονται οι θεσμοί.

Άρα, το πραγματικό ερώτημα είναι:

Ποιος συνδυασμός αντιπροσώπευσης, άμεσης συμμετοχής, θεσμικού ελέγχου και προστασίας δικαιωμάτων μπορεί να εξασφαλίσει την ουσιαστικότερη άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας;

Αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση.


20. Από τον υπήκοο στον ενεργό πολίτη

Η διαφορά ανάμεσα στον υπήκοο και στον ενεργό πολίτη δεν βρίσκεται μόνο στο λεξιλόγιο.

Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με την πολιτεία.

Ο παθητικός πολίτης ρωτά: «Τι αποφάσισε η κυβέρνηση;»

Ο ενεργός πολίτης ρωτά επίσης: «Με ποια διαδικασία αποφασίστηκε; Ποια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν; Ποιος είναι υπεύθυνος; Πώς μπορώ να συμμετέχω; Πώς μπορώ να ελέγξω αν τηρήθηκαν οι κανόνες;»

Ο πρώτος μπορεί να περιορίζεται στην προσδοκία ότι θα εμφανιστεί κάποτε ένας καλύτερος κυβερνήτης.

Ο δεύτερος κατανοεί ότι ακόμη και ένας καλός κυβερνήτης χρειάζεται θεσμικά όρια, έλεγχο και λογοδοσία.

Αυτή η διάκριση δεν σημαίνει ότι κάθε πολίτης οφείλει να ασχολείται καθημερινά με όλα τα δημόσια ζητήματα. Ούτε ότι όποιος δεν συμμετέχει ενεργά πρέπει να κατηγορείται για την κατάσταση της χώρας.

Η ζωή περιλαμβάνει εργασία, οικογένεια, προσωπικές υποχρεώσεις και περιορισμένο χρόνο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε η συμμετοχή να είναι πραγματικά προσιτή και όχι προνόμιο όσων διαθέτουν άφθονο χρόνο, χρήμα ή εξειδικευμένες γνώσεις.

Η ουσία είναι διαφορετική: η πολιτεία πρέπει να προσφέρει πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής σε όσους επιθυμούν να τις αξιοποιήσουν.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να είναι ειδικός σε όλα. Χρειάζεται να έχει πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση, να μπορεί να θέτει ερωτήματα και να διαθέτει θεσμικούς δρόμους για να επηρεάζει τις αποφάσεις.


21. Δεν χρειαζόμαστε έναν «καλό μονάρχη». Χρειαζόμαστε θεσμούς που περιορίζουν κάθε εξουσία.

Υπάρχει ένας κίνδυνος που επανέρχεται σε κάθε πολιτική εποχή: η αναζήτηση του σωτήρα.

Όταν οι πολίτες απογοητεύονται από την πολιτική, συχνά στρέφονται προς την ελπίδα ότι ένα πρόσωπο, ένα κόμμα ή ένας ηγέτης θα διορθώσει τα πάντα.

Αλλά ακόμη και μια κυβέρνηση με καλές προθέσεις δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση δημοκρατίας.

Οι προθέσεις δεν είναι μόνιμες. Οι συνθήκες αλλάζουν. Οι πολιτικές ηγεσίες αντικαθίστανται. Και η εξουσία, όταν δεν ελέγχεται επαρκώς, μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία από εκείνη που οι πολίτες θεωρούν αποδεκτή.

Γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά.

Είναι ποιοι κανόνες περιορίζουν την εξουσία του, ποιοι μπορούν να ελέγχουν τις αποφάσεις του, ποιες συνέπειες έχει η παραβίαση των κανόνων και πώς εξασφαλίζεται ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.

Ένα ισχυρό δημοκρατικό σύστημα δεν χρειάζεται να υποθέτει ότι κάθε κυβερνήτης είναι κακόβουλος. Χρειάζεται να λειτουργεί αξιόπιστα ακόμη και όταν οι κυβερνώντες κάνουν λάθη, ενεργούν μεροληπτικά ή επιδιώκουν να διευρύνουν την εξουσία τους.

Το ίδιο ισχύει και για τη λαϊκή πλειοψηφία. Οι θεσμοί πρέπει να προστατεύουν τα δικαιώματα όλων, ακόμη και όταν η πλειοψηφία επιθυμεί κάτι διαφορετικό.

Η πραγματική δημοκρατική ωριμότητα δεν εκφράζεται με την πίστη σε έναν αλάνθαστο ηγέτη ή σε έναν αλάνθαστο λαό.

Εκφράζεται με τη δημιουργία θεσμών που αναγνωρίζουν ότι όλοι μπορούν να σφάλλουν και ότι κανείς δεν πρέπει να διαθέτει ανεξέλεγκτη εξουσία.


22. Η μεγαλύτερη παρεξήγηση: «Ψήφισες, άρα συμφώνησες»

Ας επιστρέψουμε σε μια από τις πιο κρίσιμες διακρίσεις.

Όταν ψηφίζεις έναν αντιπρόσωπο, επιλέγεις ποιος θα συμμετέχει στη λήψη πολιτικών αποφάσεων σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες. Δεν εγκρίνεις εκ των προτέρων κάθε μελλοντικό νόμο, κάθε κυβερνητική επιλογή και κάθε διοικητική πράξη.

Δεν μπορείς να γνωρίζεις με βεβαιότητα όλες τις αποφάσεις που θα ληφθούν κατά τη διάρκεια της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου. Ούτε η εκλογική σου επιλογή σημαίνει ότι παραιτείσαι από το δικαίωμα να αλλάξεις γνώμη, να ασκήσεις κριτική ή να διαφωνήσεις.

Η ψήφος δεν καταργεί την πολιτική σου κρίση.

Δεν σημαίνει ότι παραδίδεις τη συνείδησή σου.

Δεν σημαίνει ότι κάθε διαφωνία σου ακυρώνεται επειδή το κόμμα που επέλεξες κέρδισε τις εκλογές.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία βασίζεται ακριβώς στην ύπαρξη θεσμικών διαδικασιών μέσα από τις οποίες εκλέγονται οι αντιπρόσωποι, λαμβάνονται αποφάσεις, ασκείται έλεγχος και, σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα, ανανεώνεται η πολιτική εντολή.

Το ερώτημα είναι αν αυτές οι διαδικασίες επαρκούν ή αν πρέπει να συμπληρωθούν από πρόσθετα μέσα συμμετοχής.

Και εδώ η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι απόλυτη. Μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το ζήτημα. Άλλες αποφάσεις απαιτούν εξειδικευμένη διοικητική επεξεργασία, άλλες ενδέχεται να δικαιολογούν δημόσια διαβούλευση και άλλες, λόγω της θεμελιώδους σημασίας τους, θα μπορούσαν να υπόκεινται σε άμεση λαϊκή έγκριση.

Το ζητούμενο είναι να μην ταυτίζουμε την εκλογική νομιμοποίηση με την απουσία ανάγκης για συνεχή λογοδοσία.


23. Η δημοκρατία δεν πρέπει να είναι μόνο εκλογική. Πρέπει να είναι και συμμετοχική.

Μπορούμε να περιγράψουμε δύο διαφορετικές έμφασεις στη λειτουργία της δημοκρατίας.

Στην πρώτη, η πολιτική συμμετοχή επικεντρώνεται κυρίως στις εκλογές. Ο πολίτης επιλέγει αντιπροσώπους, παρακολουθεί την πολιτική δραστηριότητα και διατηρεί τα δικαιώματα έκφρασης, οργάνωσης και ελέγχου που προβλέπει η έννομη τάξη.

Στη δεύτερη, οι εκλογές εξακολουθούν να αποτελούν βασικό θεσμό, αλλά συμπληρώνονται από περισσότερους τρόπους συμμετοχής: λαϊκές πρωτοβουλίες, δημοψηφίσματα, συνελεύσεις πολιτών, συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και ενισχυμένους μηχανισμούς λογοδοσίας.

Η δεύτερη προσέγγιση δεν είναι κατ’ ανάγκην κατάλληλη σε κάθε ζήτημα ή σε κάθε χώρα με τον ίδιο τρόπο. Αποτελεί, όμως, μια συγκεκριμένη κατεύθυνση θεσμικής ανάπτυξης.

Η ουσία δεν είναι να αποφασίζουν όλοι για τα πάντα κάθε ημέρα. Είναι να υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής, όταν ένα ζήτημα το απαιτεί και όταν πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

  • Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να επιλέγει, αλλά και να προτείνει.

  • Να μπορεί να διαφωνεί, αλλά και να συμμετέχει στην αναζήτηση λύσεων.

  • Να μπορεί να ελέγχει, αλλά και να ενημερώνεται επαρκώς ώστε ο έλεγχος να είναι ουσιαστικός.

Η δημοκρατία δεν εξαντλείται σε μια τελετουργία ψηφοφορίας. Είναι ένα σύνολο θεσμών, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και διαδικασιών που επιτρέπουν στην κοινωνία να διαμορφώνει τη δημόσια ζωή της.


24. Η πολιτειακή παιδεία: η προϋπόθεση της ουσιαστικής συμμετοχής

Κανένας θεσμός δεν λειτουργεί σωστά μόνο και μόνο επειδή περιλαμβάνεται σε έναν νόμο.

Η λαϊκή συμμετοχή προϋποθέτει ενημέρωση, κριτική σκέψη και κατανόηση των βασικών πολιτειακών διαδικασιών.

Πώς μπορεί ένας πολίτης να αξιολογήσει μια συνταγματική πρόταση εάν δεν γνωρίζει τι προβλέπει το ισχύον Σύνταγμα; Πώς μπορεί να ελέγξει μια δημόσια δαπάνη εάν δεν έχει πρόσβαση σε κατανοητά οικονομικά στοιχεία; Πώς μπορεί να κρίνει ένα νομοσχέδιο εάν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε συνθήματα, χωρίς παρουσίαση των συνεπειών και των εναλλακτικών επιλογών;

Η πολιτειακή παιδεία δεν πρέπει να ταυτίζεται με την απομνημόνευση άρθρων ή τη γνώση της κομματικής ιστορίας.

Πρέπει να περιλαμβάνει την κατανόηση της λειτουργίας των θεσμών, της διάκρισης των εξουσιών, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της διαδικασίας παραγωγής νόμων, των μηχανισμών ελέγχου και των δυνατοτήτων συμμετοχής.

Πρέπει επίσης να καλλιεργεί την ικανότητα να διακρίνουμε το γεγονός από την ερμηνεία, την τεκμηριωμένη κριτική από την ατεκμηρίωτη κατηγορία και την πολιτική υπόσχεση από τη νομικά εφικτή πρόταση.

Μια κοινωνία με ισχυρή πολιτειακή παιδεία δεν είναι μια κοινωνία στην οποία όλοι συμφωνούν.

Είναι μια κοινωνία στην οποία οι πολίτες μπορούν να διαφωνούν γνωρίζοντας τι ακριβώς συζητούν, ποια στοιχεία στηρίζουν τις απόψεις τους και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει κάθε θεσμική επιλογή.

Η συμμετοχή χωρίς ενημέρωση κινδυνεύει να γίνει εύκολη λεία της δημαγωγίας. Η ενημέρωση χωρίς δυνατότητα συμμετοχής κινδυνεύει να περιοριστεί σε παθητική παρακολούθηση.

Η δημοκρατική παιδεία και οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ο ένας τον άλλον.


25. Τι θα σήμαινε πραγματικά η επιστροφή της εξουσίας στον πολίτη;

Η έκφραση «επιστροφή της εξουσίας στον λαό» μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακή, αλλά χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο παραμένει σύνθημα.

Τι θα σήμαινε στην πράξη;

  • Δεν θα σήμαινε κατάργηση των εκλογών. Δεν θα σήμαινε κατάργηση της Βουλής. Δεν θα σήμαινε ότι κάθε τεχνική, διοικητική ή επείγουσα απόφαση θα λαμβάνεται με δημοψήφισμα.

  • Θα σήμαινε ότι οι πολίτες θα διέθεταν περισσότερους σαφείς, ασφαλείς και αποτελεσματικούς θεσμικούς δρόμους για να συμμετέχουν στη δημόσια εξουσία.

  • Θα μπορούσαν, υπό καθορισμένες προϋποθέσεις, να προτείνουν νομοθετικές ή συνταγματικές αλλαγές.

  • Θα μπορούσαν να ζητούν δημοψηφίσματα για ορισμένες κατηγορίες αποφάσεων.

  • Θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε οργανωμένες συνελεύσεις πολιτών και σε διαδικασίες συμμετοχικού προϋπολογισμού.

  • Θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση σε δημόσια δεδομένα και πιο αποτελεσματικούς τρόπους ελέγχου της διοίκησης.

  • Θα μπορούσαν να απαιτούν τεκμηριωμένες απαντήσεις από τους θεσμούς για προτάσεις που συγκεντρώνουν συγκεκριμένη κοινωνική υποστήριξη.

Παράλληλα, κάθε νέα δυνατότητα θα συνοδευόταν από εγγυήσεις για τη νομιμότητα, την προστασία των δικαιωμάτων, την ποιότητα της ενημέρωσης, τη διαφάνεια της χρηματοδότησης και την αποτροπή καταχρήσεων.

Αυτή θα ήταν μια ουσιαστική μεταρρύθμιση: όχι η αντικατάσταση ενός ανεξέλεγκτου κυβερνήτη από μια ανεξέλεγκτη πλειοψηφία, αλλά η δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο η δημόσια εξουσία ασκείται με περισσότερη συμμετοχή, περισσότερη λογοδοσία και ισχυρότερες εγγυήσεις.


26. Το αρχικό ερώτημα παραμένει: ποιος κυβερνά πραγματικά;

Ας επιστρέψουμε στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε.

Ποιος κυβερνά πραγματικά στην Ελλάδα;

Η νομική απάντηση είναι σαφής ως προς το πολίτευμα: η Ελλάδα είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, με θεμελιώδη αρχή τη λαϊκή κυριαρχία.

Η θεσμική απάντηση είναι πιο σύνθετη. Η εξουσία ασκείται μέσα από τα συνταγματικά όργανα, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, διαδικασίες και ελέγχους. Ο λαός ασκεί πολιτική εξουσία κυρίως μέσω της εκλογής αντιπροσώπων, αλλά διαθέτει και άλλα δικαιώματα συμμετοχής, έκφρασης, οργάνωσης και δικαστικής προστασίας.

Η πολιτική απάντηση εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το πόσο αποτελεσματικοί είναι οι μηχανισμοί λογοδοσίας, πόσο προσβάσιμη είναι η δημόσια πληροφορία, πόσο ουσιαστικός είναι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και πόσες δυνατότητες διαθέτουν οι πολίτες να παρεμβαίνουν στις αποφάσεις μεταξύ των εκλογών.

Επομένως, το ερώτημα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως αφορμή για να απορρίψουμε συλλήβδην όλους τους θεσμούς ή να θεωρήσουμε ότι κάθε εκλεγμένη κυβέρνηση στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Πρέπει να μας οδηγήσει σε κάτι πιο χρήσιμο: στην αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η λαϊκή κυριαρχία και στην εξέταση συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ουσιαστική συμμετοχή.

Ο όρος «εκλόγιμη μοναρχία» μπορεί να προκαλεί συζήτηση. Η αξία του, εφόσον χρησιμοποιείται με την επιφύλαξη ότι αποτελεί πολιτική μεταφορά, είναι να φωτίζει μια πιθανή ανισορροπία ανάμεσα στην εκλογική νομιμοποίηση και στη συνεχή δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.

Δεν αποτελεί από μόνος του απόδειξη. Είναι ένα ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί μέσα από τους θεσμούς, τα δεδομένα και τα πραγματικά δικαιώματα των πολιτών.

Και αυτό είναι το σημαντικότερο: να μην αφήσουμε τη συζήτηση να περιοριστεί σε μια διαμάχη λέξεων, αλλά να την οδηγήσουμε στην ουσία της.


Επίλογος: Η δημοκρατία δεν ολοκληρώνεται στην κάλπη

Η δημοκρατία αρχίζει με την αναγνώριση ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να θεωρείται φυσικός ιδιοκτήτης της δημόσιας εξουσίας.

Συνεχίζεται με τους θεσμούς που καθορίζουν ποιος αποφασίζει, με ποια αρμοδιότητα, υπό ποιους κανόνες και με ποιον έλεγχο.

Και αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι πολίτες δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως αποδέκτες πολιτικών αποφάσεων, αλλά ως πρόσωπα που μπορούν να ενημερώνονται, να κρίνουν, να προτείνουν, να ελέγχουν και, όπου προβλέπεται, να αποφασίζουν άμεσα.

  • Δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε ποιο κόμμα θα κυβερνήσει. Πρέπει να αναρωτιόμαστε και πώς θα ελέγχεται οποιοδήποτε κόμμα κυβερνά.

  • Δεν αρκεί να απαιτούμε καλύτερους πολιτικούς. Πρέπει να απαιτούμε και θεσμούς που περιορίζουν την αυθαιρεσία, επιβάλλουν λογοδοσία και προστατεύουν τα δικαιώματα.

  • Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τη λαϊκή κυριαρχία. Πρέπει να εξετάζουμε αν οι πολίτες διαθέτουν ουσιαστικούς τρόπους να την ασκούν.

  • Δεν αρκεί να λέμε ότι ο λαός είναι κυρίαρχος. Πρέπει να μπορούμε να εξηγήσουμε με ποιες διαδικασίες εκφράζεται αυτή η κυριαρχία, πώς ελέγχεται η άσκησή της και ποια όρια προστατεύουν την ελευθερία όλων.

Η επιστροφή στην αρχαία Αθήνα δεν είναι ούτε δυνατή ούτε αναγκαία ως κυριολεκτικό πολιτειακό σχέδιο. Η ιστορία, όμως, μπορεί να μας υπενθυμίσει ότι η συμμετοχή των πολιτών δεν είναι μια περιττή πολυτέλεια, αλλά ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα της δημοκρατικής οργάνωσης.

Το ζητούμενο δεν είναι να αντιγράψουμε το παρελθόν. Είναι να εξετάσουμε με νηφαλιότητα τι μπορούμε να βελτιώσουμε στο παρόν.

Και τώρα, ο αναγνώστης καλείται να απαντήσει όχι σε ένα κομματικό σύνθημα, αλλά σε μια σειρά ουσιαστικών ερωτημάτων:

Αρκεί να επιλέγουμε ποιος θα αποφασίζει για εμάς ή πρέπει να διαθέτουμε και περισσότερους τρόπους να συμμετέχουμε στις αποφάσεις;

Πρέπει η λαϊκή κυριαρχία να εξαντλείται στην εκλογή αντιπροσώπων ή μπορεί να αποκτήσει βαθύτερο περιεχόμενο μέσω δημοψηφισμάτων, λαϊκών πρωτοβουλιών και θεσμών συνεχούς λογοδοσίας;

Και αν θεωρούμε απαραίτητο να ελέγχουμε την εξουσία όταν κυβερνούν οι πολιτικοί που δεν εμπιστευόμαστε, γιατί να μην απαιτούμε τους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου και όταν κυβερνούν εκείνοι που προτιμάμε;

Αυτά είναι ερωτήματα που δεν χρειάζονται κομματική ταυτότητα για να τεθούν. Χρειάζονται ενημέρωση, κριτική σκέψη και διάθεση να εξετάσουμε τις θεσμικές επιλογές με βάση τις συνέπειές τους.

Η δημοκρατία δεν είναι απλώς η δυνατότητα να αλλάζουμε εκείνους που ασκούν την εξουσία. Είναι και η δυνατότητα να βελτιώνουμε τους κανόνες με τους οποίους ασκείται η εξουσία.

Ο πολίτης δεν χρειάζεται να εμπιστεύεται τυφλά κανέναν κυβερνήτη. Χρειάζεται θεσμούς που να επιτρέπουν τον έλεγχο κάθε κυβερνήτη.

Και ίσως αυτό είναι το ουσιαστικότερο ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε στην ελληνική πολιτεία:

Όταν το Σύνταγμα διακηρύσσει ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι ο λαός δεν θα είναι μόνο η πηγή της πολιτικής νομιμοποίησης, αλλά και ένας ουσιαστικός, ενημερωμένος και θεσμικά ενεργός συμμετέχων στη δημόσια εξουσία;

Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτάται ένα σημαντικό μέρος της συζήτησης για το μέλλον της ελληνικής δημοκρατίας.


ΠΗΓΕΣ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για τον αναγνώστη που θέλει να ερευνήσει, να επαληθεύσει και να κρίνει

Το ζήτημα της δημοκρατίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θέμα κομματικής προτίμησης, ιδεολογικής πίστης ή συναισθηματικής αντιπαράθεσης. Είναι ζήτημα πολιτειολογίας, συνταγματικού δικαίου, πολιτικής φιλοσοφίας και θεσμικού σχεδιασμού.

Γι’ αυτό, οι ακόλουθες πηγές επιτρέπουν στον αναγνώστη να εξετάσει ο ίδιος τις συνταγματικές διατάξεις, να συγκρίνει διαφορετικά πολιτειακά συστήματα και να αξιολογήσει κριτικά τις προτάσεις του παρόντος δοκιμίου.

Α. Το ελληνικό Σύνταγμα και η λαϊκή κυριαρχία

1. Σύνταγμα της Ελλάδας — Βουλή των Ελλήνων

Επίσημο συνταγματικό κείμενο, όπως έχει αναθεωρηθεί και δημοσιευθεί.

https://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/To-Politevma/Syntagma/

Ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν:

  • Άρθρο 1: Μορφή του πολιτεύματος, λαϊκή κυριαρχία και πηγή της κρατικής εξουσίας.

  • Άρθρο 44: Συνταγματικό πλαίσιο διεξαγωγής δημοψηφισμάτων.

  • Άρθρο 51: Εκλογή των βουλευτών και αντιπροσώπευση του Έθνους.

  • Άρθρο 110: Διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Τα άρθρα αυτά αποτελούν την αφετηρία για τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη συνταγματικά κατοχυρωμένη λαϊκή κυριαρχία και στους θεσμούς μέσω των οποίων αυτή ασκείται.

Β. Η άμεση δημοκρατία στην Ελβετία

2. Swiss Confederation — Direct Democracy

Επίσημη ενημέρωση για τη λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας στην Ελβετία.

https://www.aboutswitzerland.eda.admin.ch/en/direct-democracy

Η ελβετική εμπειρία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σύγκριση με το ελληνικό σύστημα. Περιλαμβάνει:

  • Υποχρεωτικά δημοψηφίσματα για τις συνταγματικές τροποποιήσεις.

  • Λαϊκές πρωτοβουλίες για συνταγματικές αλλαγές, με 100.000 έγκυρες υπογραφές μέσα σε 18 μήνες.

  • Προαιρετικά δημοψηφίσματα για ορισμένες ομοσπονδιακές νομοθετικές πράξεις, με 50.000 έγκυρες υπογραφές μέσα σε 100 ημέρες ή υπό άλλες συνταγματικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Η Ελβετία δεν αποτελεί σύστημα χωρίς αντιπροσώπους. Αποτελεί παράδειγμα συνδυασμού αντιπροσωπευτικών θεσμών με θεσμοθετημένες δυνατότητες άμεσης λαϊκής παρέμβασης.

Γ. Συνταγματικά δημοψηφίσματα σε άλλες δημοκρατίες

3. Ιρλανδία — Constitution of Ireland, Articles 46–47

Επίσημο νομοθετικό κείμενο:

https://www.irishstatutebook.ie/eli/cons/en/html

Το άρθρο 46 προβλέπει ότι οι προτάσεις συνταγματικής τροποποίησης, αφού ακολουθήσουν την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία, υποβάλλονται σε δημοψήφισμα. Το άρθρο 47 καθορίζει τους σχετικούς κανόνες έγκρισης.

4. Αυστραλία — Australian Electoral Commission, Referendums

https://www.aec.gov.au/elections/referendums/Referendums_Overview.htm

Το άρθρο 128 του αυστραλιανού Συντάγματος προβλέπει δημοψήφισμα για τη συνταγματική τροποποίηση. Απαιτείται η λεγόμενη «διπλή πλειοψηφία»: εθνική πλειοψηφία των ψηφοφόρων και πλειοψηφία των ψηφοφόρων σε τουλάχιστον τέσσερις από τις έξι πολιτείες.

5. Ιταλία — Costituzione della Repubblica Italiana, άρθρο 138

Επίσημη πύλη της ιταλικής Γερουσίας:

https://www.senato.it/istituzione/la-costituzione

Το άρθρο 138 προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για συνταγματικούς νόμους και νόμους αναθεώρησης. Η διαδικασία διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που επιτυγχάνεται.

6. Δανία — Grundloven, § 88

Επίσημη πύλη του δανικού Κοινοβουλίου:

https://www.ft.dk/da/dokumenter/bestil-publikationer/publikationer/grundloven/danmarks-riges-grundlov/kapitel-10/paragraf-88

Η συνταγματική αναθεώρηση ακολουθεί ειδική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει κοινοβουλευτικές και εκλογικές φάσεις και τελική λαϊκή ψηφοφορία σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 88.

Συγκριτικό συμπέρασμα: Τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ότι η συνταγματική έγκριση από τους πολίτες μπορεί να ενσωματωθεί σε σύγχρονα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα. Δεν αποδεικνύουν ότι ένα μοντέλο είναι κατάλληλο για κάθε χώρα χωρίς προσαρμογές.

Δ. Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη

7. Αριστοτέλης — Πολιτικά, Βιβλίο Γ΄, 1275a–1275b

Πρωτογενές κείμενο σε αγγλική μετάφραση, Perseus Digital Library:

https://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0058%3Abook%3D3%3Asection%3D1275b

Ο Αριστοτέλης συνδέει την ιδιότητα του πολίτη με τη συμμετοχή στη deliberative και δικαστική λειτουργία της πολιτείας, δηλαδή στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων και στην απονομή δικαιοσύνης.

Το χωρίο είναι ουσιώδες για τη διάκριση ανάμεσα στον πολίτη ως ενεργό συμμετέχοντα στην πολιτική ζωή και στον πολίτη ως απλό ψηφοφόρο.

Η αρχαία Αθήνα, ωστόσο, δεν πρέπει να εξιδανικεύεται ούτε να ταυτίζεται με τη σύγχρονη καθολική πολιτική ισότητα: οι γυναίκες, οι δούλοι και οι μέτοικοι αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη με την πλήρη πολιτική έννοια.

Ε. Επιστημονική μελέτη της αθηναϊκής δημοκρατίας

8. Constitutional Political Economy — Making direct democracy work: a rational-actor perspective on the graphe paranomon in ancient Athens

Επιστημονική μελέτη, δημοσιευμένη το 2018.

https://link.springer.com/article/10.1007/s10602-018-9263-4

Η μελέτη εξετάζει τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, τη λαϊκή συνέλευση, την επιλογή αξιωματούχων με κλήρωση και τους μηχανισμούς δικαστικού ελέγχου των πολιτικών προτάσεων.

Είναι χρήσιμη επειδή δείχνει ότι η άμεση δημοκρατία δεν στηριζόταν απλώς στη συμμετοχή των πολιτών, αλλά και σε θεσμούς ελέγχου, λογοδοσίας και περιορισμού της πολιτικής αυθαιρεσίας.

ΣΤ. Η διαφάνεια των εκλογικών αποτελεσμάτων στην Ελλάδα

9. Υπουργείο Εσωτερικών — Διευκρινίσεις για την παρουσίαση των εκλογικών αποτελεσμάτων

Ενδεικτική επίσημη ενημέρωση για τις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024:

https://ekloges.ypes.gr/current/e/home/info/

Η ενημέρωση αναφέρει ότι τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται στον συγκεκριμένο ιστότοπο παρέχονται από τη SingularLogic και χαρακτηρίζονται ανεπίσημα, ενώ τα επίσημα αποτελέσματα ανακοινώνονται από τα αρμόδια δικαστήρια.

Η πληροφορία αυτή δικαιολογεί ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια, την ανεξάρτητη επαλήθευση και τον έλεγχο των ηλεκτρονικών συστημάτων. Δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη εκλογικής νοθείας ή αλλοίωσης αποτελεσμάτων.

Ζ. Το θεμελιώδες ερώτημα που παραμένει ανοιχτό

Οι πηγές αυτές δεν επιβάλλουν στον αναγνώστη ένα συγκεκριμένο πολιτικό συμπέρασμα. Του προσφέρουν, όμως, τα εργαλεία για να εξετάσει το ζήτημα πέρα από τα κομματικά συνθήματα.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν διεξάγονται εκλογές. Είναι αν οι θεσμοί παρέχουν στους πολίτες επαρκείς, πραγματικές και αποτελεσματικές δυνατότητες συμμετοχής, πρωτοβουλίας, ελέγχου και λογοδοσίας.

Η λαϊκή κυριαρχία δεν πρέπει να παραμένει μόνο μια συνταγματική διακήρυξη. Πρέπει να εξετάζεται και μέσα από τους θεσμούς που επιτρέπουν στον πολίτη να την ασκεί.

Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με κάθε πρόταση του άρθρου. Χρειάζεται, όμως, να μπορεί να ελέγξει τα δεδομένα, να διακρίνει το γεγονός από την ερμηνεία και να διαμορφώσει τη δική του τεκμηριωμένη κρίση.

Γιατί η δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν απαιτούμε από τον πολίτη να πιστεύει. Ενισχύεται όταν του δίνουμε τη δυνατότητα να γνωρίζει, να ελέγχει και να συμμετέχει.