Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Τα dessous των Οστών και των Κειμηλίων

 


του Παντελή Σαββίδη 


Η ώρα που κάθισε ο κουρνιαχτός γύρω από τα οστά του Σαμουήλ και όσα παρουσιάστηκαν στην κοινή γνώμη για τα κειμήλια που άρπαξαν οι Βούλγαροι το 1917 από τις μονές της Μακεδονίας, θέλω να δώσω μια συνέχεια που νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον. Η Εικοσιφοίνισσα, μάλιστα, γνώρισε και τη λεηλασία και την πυρπόληση απο τους Βουλγάρους. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες που μπορεί κανείς να παραμερίζει όταν συζητά για ιστορική μνήμη και καλές σχέσεις. Με αυτήν την γνώση μπορούμε σήμερα να είμαστε δύο γειτονικοί λαοί που δεν θέλουν να επαναλάβουν το παρελθόν τους. Αν είμαστε και φίλοι λαοί αυτό είναι άλλο θέμα. Η υποκρισία είναι θεμιτή στις διεθνείς σχέσεις.

Στις 29 Μαρτίου 2006 παρουσίασα στην ΕΡΤ3, στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», δύο συνεντεύξεις: τη μία με τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, εμβληματική προσωπικότητα της Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, και την άλλη με τον εξίσου σπουδαίο σλαβολόγο Αιμίλιο Ταχιάο. Και οι δύο έχουν πλέον φύγει από τη ζωή. Οι συζητήσεις τους, όμως, παραμένουν ενδιαφέρουσες, όχι μόνο για όσα υποστήριξαν, αλλά και για τα ερωτήματα που άφησαν ανοιχτά.

Ο Ταχιάος είχε το ύφος του κλασικού καθηγητή της εποχής του. Αναγνωρισμένος σλαβολόγος, με βαθιά γνώση του αντικειμένου του, άφησε το αποτύπωμά του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πολύ πέρα από αυτό. Ο Μουτσόπουλος ήταν ένας large τύπος. Είχε εντυπωσιακή παρουσία, ακαδημαϊκό βάθος, γνώσεις, πάθος για την δουλειά του και έναν γοητευτικό λόγο. Όταν άρχιζε να μιλά, τον πρόσεχες από μόνος σου, ό,τι κι αν έλεγε.

 

Αυτοονομαζόταν Μακεδών εξ Αρκαδίας. Έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια γι’ αυτό το είδος των Αρκάδων που ευδοκιμεί στη Μακεδονία. Στα δικά μου μάτια έχουν κάτι διαφορετικό από τους άλλους Πελοποννήσιους. Και, για να συνεχίσω λίγο αυτή την προσωπική παρέκβαση, στην Αρκαδία συναντά κανείς τοπωνύμια που φέρνουν στον νου τον Πόντο. Αρκάς ήταν και ο Κολοκοτρώνης, με οικογενειακή καταγωγή από το Λιμποβίσι, αν και γεννήθηκε στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας.

Αυτές οι συνδέσεις μού θυμίζουν και τον Φαλμεράυερ. Από το βιβλίο του για την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έχω συγκρατήσει την αφήγηση ότι οι Έλληνες, ερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, ίδρυσαν πρώτα τις πόλεις του Πόντου και ύστερα εκείνες του ελλαδικού χώρου. Με αυτή τη λογική, η Τρίπολη του Πόντου, από την οποία κατάγονταν οι δικοί μου πρόγονοι, προηγείται της αρκαδικής Τρίπολης. Ως Πόντιους, βεβαίως, μια τέτοια εκδοχή μάς κολακεύει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να την αποδεχθούμε επειδή μας συμφέρει. Το αν οι Έλληνες ήρθαν απο καπου ή είναι γηγενές φύλο συνείζει να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας. 

Ο ίδιος ο Φαλμεράυερ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο δύσκολα αποχωρίζεται η ιστορική ερμηνεία τις πολιτικές αγωνίες της εποχής της. Η γνωστότερη θέση του ήταν ότι οι νεότεροι Έλληνες δεν κατάγονταν από τους αρχαίους, επειδή ο αρχαίος πληθυσμός είχε αντικατασταθεί στον Μεσαίωνα από Σλάβους και Αλβανούς που εξελληνίστηκαν. Στο υπόβαθρο της σκέψης του υπήρχε ο φόβος της ρωσικής επέκτασης στα Βαλκάνια και η αντίληψη ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε ανάχωμα στη Ρωσία.

Ιστορικοί που δυσκολεύονται να φωτίσουν πλήρως πολύ πιο κοντινές εποχές εμφανίζονται κάποτε απολύτως βέβαιοι για το ποιος εξαφανίστηκε και ποιος αντικατέστησε ποιον πριν από πολλούς αιώνες. Μετακινήσεις πληθυσμών υπήρξαν, εγκαταστάσεις υπήρξαν, προσμείξεις υπήρξαν. Από αυτό, όμως, μέχρι την ολοκληρωτική εξαφάνιση ενός πληθυσμού υπάρχει μεγάλη απόσταση. Γιατί, κύριε Φαλμεράυερ, η Ιστορία να εξαφάνισε επιλεκτικά τους Έλληνες, αφήνοντας τους άλλους να συνεχίζουν αδιατάρακτα την πορεία τους;

Το ζήτημα, βέβαια, δεν περιορίζεται στον Φαλμεράυερ. Οι κοινωνίες, παλαιότερες και σύγχρονες, έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου. Τη σχέση της ταυτότητας με την αναγνώριση και την ανάγκη του ανήκειν εξετάζει ο Φουκουγιάμα στο βιβλίο του «Ταυτότητα», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ροπή του Παναγιώτη Χαρίτου, σε μετάφραση του εξαιρετικού νομικού και πρώην αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά. 

Οι άνθρωποι αναζητούν την καταγωγή τους και τη θέση τους μέσα σε μια ιστορική συνέχεια. Το γιατί θα το συζητήσουμε άλλη φορά. Υπάρχουν, όμως, και άνθρωποι στους οποίους αυτή η αναζήτηση δεν λέει πολλά. Θα μπορούσαν, όπως το αντιλαμβάνομαι, να ζήσουν οπουδήποτε, χωρίς ιδιαίτερο δεσμό με μια συγκεκριμένη ιστορική συνείδηση.

Η δική μου εντύπωση είναι ότι, μετά το 1996, αυτή η στάση απέκτησε μεγαλύτερη παρουσία στην Ελλάδα, στους κρατικούς, εξουσιαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς. Και εκείνο που με ενοχλεί δεν είναι η διαφορετική σχέση κάποιου με την καταγωγή του. Είναι η επιλεκτικότητα: να επικαλείται τον αντιεθνικισμό όταν συζητά για την Ελλάδα, αλλά να αδιαφορεί για τον εθνικισμό των άλλων, ακόμη και όταν αυτός γίνεται επιθετικός.

Η επίκληση της ελληνικής ιστορικής συνέχειας δεν αποτελεί εθνικισμό. Ούτε ότι η απόρριψή της συνιστά από μόνη της προοδευτική στάση. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ελληνική τους ιδιότητα κυρίως ως ιδιότητα πολίτη, και άλλοι που τη συνδέουν με τη γλώσσα, τη μνήμη και μια ευρύτερη πολιτισμική διαδρομή. Με κάποια δόση πολεμικής θα μπορούσα να ονομάσω όσους Συνταγματικά νοιώθουν Έλληνες, «Έλληνες του Φαλμεράυερ». Η αναλογία, φυσικά, έχει όρια. Εκείνος μιλούσε για καταγωγή. Εδώ μιλώ για τη σχέση του ανθρώπου με την ιστορική του ταυτότητα.

Επιστρέφω στις δύο συνεντεύξεις.

Το πρώτο ερώτημα είναι τι ήταν ο Σαμουήλ. Βούλγαρος; Αρμένιος; Μακεδόνας, κατά τα Σκόπια, ή ένας ηγεμόνας που αξιοποίησε τη βουλγαρική κρατική παράδοση για να νομιμοποιήσει την εξουσία του;

Η πιθανή αρμενική καταγωγή του δεν αναιρεί τον βουλγαρικό χαρακτήρα της εξουσίας του. Και η αξιοποίηση μιας παλαιότερης κρατικής παράδοσης δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία ήταν απλώς μια επιγραφή στην πρόσοψη ενός άσχετου κράτους.

Στη διεθνή ιστοριογραφία ο Σαμουήλ καταγράφεται ως τσάρος της Βουλγαρίας, με βασιλεία από το 997 έως τον θάνατό του το 1014. Έτσι τον παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, ο Detlef Kulman στο «Biographisches Lexikon zur Geschichte Südosteuropas». Η οικογενειακή του καταγωγή, όμως, αποτελεί διαφορετικό ερώτημα.

Ο αρμένειος χρονικογράφος Στέφανος του Ταρών, ο γνωστός Ασολίκ, αποδίδει αρμενική προέλευση στον Σαμουήλ και στον αδελφό του. Ο Nicolas Adontz ανέπτυξε αυτή την εκδοχή στη μελέτη του «Samuel l’Arménien, roi des Bulgares», το 1938. Ο ίδιος ο τίτλος έχει ενδιαφέρον: «Σαμουήλ ο Αρμένιος, βασιλιάς των Βουλγάρων». Η καταγωγή του ανθρώπου διακρίνεται από την πολιτική ιδιότητα του ηγεμόνα. 

Η αρμενική εκδοχή έχει σοβαρά ερείσματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει κλείσει κάθε συζήτηση. Ο Paul Stephenson, στο «The Legend of Basil the Bulgar-Slayer», εξετάζει τις σχετικές μαρτυρίες και τα προβλήματά τους. Και εδώ χρειάζεται προσοχή σε ένα σημείο της συνέντευξης: ούτε το σχήμα του κρανίου ούτε τα χαρακτηριστικά της μύτης μπορούν να αποδείξουν από μόνα τους την εθνική καταγωγή ενός ανθρώπου. Η αρχαιολογική παρατήρηση έχει την αξία της, αλλά δεν μπορεί να σηκώσει περισσότερο βάρος από όσο της αναλογεί.Αχρίδα

Για να καταλάβουμε την πολιτική θέση του Σαμουήλ, πρέπει να επιστρέψουμε στο 971, όταν ο Ιωάννης Τσιμισκής κατέλαβε την Πρεσλάβα και επέφερε αποφασιστικό πλήγμα στην παλαιά βουλγαρική μοναρχία. Μετά τον θάνατό του, το 976, οι Κομητόπουλοι αναδείχθηκαν στην αντίσταση κατά της βυζαντινής κυριαρχίας. Ο Σαμουήλ εξελίχθηκε στον ισχυρότερο από αυτούς, με κέντρα εξουσίας στην Πρέσπα και στην Αχρίδα. 

Η βουλγαρική διαδοχή τού προσέφερε ιστορικό βάθος, τίτλους και αναγνωρίσιμη πολιτική συνέχεια. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να συζητήσουμε τη χρησιμότητά της για τη νομιμοποίησή του. Δεν μπορούμε, όμως, να παρακάμψουμε ότι οι πηγές μιλούν για βουλγαρική εξουσία και βουλγαρικές δυνάμεις. Η συλλογή της Vasilka Tăpkova-Zaimova, «Bulgarians by Birth», συγκεντρώνει σημαντικό υλικό για τους Κομητόπουλους, τον Σαμουήλ και τους διαδόχους του.

Αυτό δεν μετατρέπει το κράτος του σε ένα σημερινό, εθνικά ομοιογενές κράτος. Οι μεσαιωνικές επικράτειες περιλάμβαναν διαφορετικούς πληθυσμούς, γλώσσες και παραδόσεις. Η οικογενειακή καταγωγή μιας δυναστείας, η γλώσσα της διοίκησης και η πολιτική ταυτότητα του κράτους δεν ήταν πάντοτε το ίδιο πράγμα.

Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία των συνεντεύξεων: η παρουσία της ελληνικής γλώσσας στο πρώιμο βουλγαρικό κράτος. Ο Βούλγαρος επιγραφολόγος Veselin Beševliev συγκέντρωσε τις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές στο «Die protobulgarischen Inschriften», που εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1963. Ανάμεσά τους υπάρχουν ελληνόγλωσσα κείμενα για στρατιωτικές πράξεις, οικοδομήματα, συνθήκες και μνημεία της ηγεμονικής εξουσίας.

Η ελληνική, επομένως, είχε ισχυρή παρουσία στον επίσημο γραπτό λόγο αυτού του κράτους. Αυτό μαρτυρεί το κύρος της και τη μεγάλη επίδραση του βυζαντινού κόσμου. Δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι Πρωτοβούλγαροι, που ήταν τουρανικό και όχι σλαυινό φύλο,  μιλούσαν ελληνικά ως μητρική γλώσσα ή ότι ο πολιτισμός τους ήταν συνολικά ελληνικός. Στις συνετεύξεις δηλώνεται ρητά ο ελληνικός χαρακτήρας του. Όπως επισημαίνει ο Florin Curta στο «Eastern Europe in the Middle Ages», υπάρχουν και επιγραφές με ελληνικούς χαρακτήρες σε γλώσσα που δεν είναι ελληνική, πιθανότατα πρωτοβουλγαρική. Άλλο η γλώσσα και άλλο το αλφάβητο. 

Το πραγματικό μέγεθος της ελληνικής γλώσσας τις πρώτες μορφές βουλγαρικής κρατικής συκρότησης  είναι αρκετά σημαντικό. Και η παρουσία της σε ένα κράτος ανταγωνιστικό προς το Βυζάντιο δείχνει πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις της εποχής.

Η ίδια αυτή σύνθετη σχέση φαίνεται στη μεταφορά των λειψάνων του Αγίου Αχιλλείου από τη Λάρισα στην Πρέσπα. Μετά την κατάληψη της Λάρισας, που συνήθως τοποθετείται γύρω στο 985–986, ο Σαμουήλ μετέφερε τα λείψανα του προστάτη της πόλης και άλλων αγίων στην έδρα του. Το γεγονός καταγράφεται στη διεθνή προσωπογραφία της μέσης βυζαντινής περιόδου, με αναφορές στον Σκυλίτση και στον Κεκαυμένο.

Η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου συνέδεσε έτσι έναν σημαντικό άγιο της Θεσσαλίας με ένα κέντρο της σαμουηλικής εξουσίας. Είναι εύλογο να δούμε σε αυτή τη μεταφορά και μια προσπάθεια ενίσχυσης του θρησκευτικού κύρους της έδρας του. Μαζί με τα λείψανα μετακινήθηκαν αναγκαστικά και κάτοικοι της Λάρισας. Κατά τον Σκυλίτση, ο Σαμουήλ χρησιμοποίησε ανθρώπους από αυτούς τους πληθυσμούς ως στρατιώτες στις συγκρούσεις του με τους Βυζαντινούς.

Πιο δύσκολη είναι η ιστορία της παπικής αναγνώρισης. Στη συνέντευξη διατυπώνεται η άποψη ότι ο Σαμουήλ απευθύνθηκε στον Πάπα, ο οποίος του ζήτησε πρωτεύουσα, καθεδρικό ναό και λείψανα αγίων για να του δώσει στέμμα. Είναι μια αφήγηση που συνδέει με ελκυστικό τρόπο την πολιτική και τη θρησκευτική νομιμοποίηση. 

Το επιχείρημα για παπική στέψη του Σαμουήλ συνδέεται κυρίως με την αλληλογραφία του Καλογιάν με τον Ιννοκέντιο Γ΄, περίπου δύο αιώνες αργότερα. Ο Καλογιάν επικαλούνταν παλαιότερους Βούλγαρους ηγεμόνες για να στηρίξει το δικό του αίτημα αναγνώρισης. Ο Francis Dvornik, στο «The Slavs: Their Early History and Civilization», εξηγεί ότι αυτή η μεταγενέστερη αναφορά δεν αποδεικνύει πως ο Σαμουήλ έλαβε στέμμα από τον Πάπα. Μέχρι να εντοπιστεί η πηγή των συγκεκριμένων απαιτήσεων, κρατώ την αφήγηση ως άποψη που διατυπώθηκε στη συνέντευξη.

Στην προφορική αφήγηση ο Σαμουήλ εμφανίζεται να αποτυγχάνει να πάρει τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και κατόπιν να στρέφεται στον Άγιο Αχίλλειο. Η χρονολόγηση των γεγονότων, όμως, δεν στηρίζει αυτή τη σειρά. Η κατάληψη της Λάρισας προηγείται της σύγκρουσης στη Θεσσαλονίκη κατά την οποία αιχμαλωτίστηκε ο Ασώτιος Ταρωνίτης, γύρω στο 995.

Η ιστορία του Ασώτιου παραμένει εντυπωσιακή και χωρίς αυτή τη σύνδεση. Ήταν γιος του βυζαντινού διοικητή της Θεσσαλονίκης, Γρηγορίου Ταρωνίτη. Ο πατέρας του σκοτώθηκε προσπαθώντας να τον βοηθήσει και ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Αργότερα παντρεύτηκε τη Μιροσλάβα, κόρη του Σαμουήλ. Κατά τον Σκυλίτση, εκείνη είχε απειλήσει να αυτοκτονήσει αν ο πατέρας της δεν επέτρεπε τον γάμο.

Ο Σαμουήλ έστειλε το ζευγάρι στο Δυρράχιο. Στη συνέχεια οι δύο πέρασαν στη βυζαντινή πλευρά και έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βασίλειος Β΄ τίμησε τον Ασώτιο ως μάγιστρο και τη Μιροσλάβα ως ζωστή.

Ο Σαμουήλ ήταν ηγεμόνας της μεσαιωνικής Βουλγαρίας, με σοβαρά ερείσματα για αρμενική οικογενειακή καταγωγή. Στηρίχθηκε στη βουλγαρική πολιτική συνέχεια και κυβέρνησε μια σύνθετη επικράτεια, βαθιά επηρεασμένη από τον βυζαντινό κόσμο. Η βουλγαρική κληρονομιά είχε σημασία για τη νομιμοποίησή του. 

Ο Μουτσόπουλος και ο Ταχιάος άφησαν πίσω τους σπουδαίο έργο.

Ο Μουτσόπουλος εντόπισε τα κειμήλια που άρπαξαν οι Βούγαροι απο τις Μονές της ακεδονίας και της Θράκης. Και πρότεινε στην πολιτεία να τα ζητήσει ανταλλάσσοντας τα οστά με τα συληθέντα αντικείμενα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δύο πλευρές συνομιλούσαν Μέχρι που έγινε γνωστό πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να τα δώσει με ελέχιστα ανταλλάγματα.

Οι Βούλγαροι προσέθεσαν μια σημαντική ψηφίδα στο ιστορικό ττους αφήγημα.

Η Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκε να ενισχύει τα δικά της στοιχεία.

Στις περιπτώσεις που οι κυβερνήσεις λαών φέρονται όπως η ελληνικά το μέλλον είναι ζοφερό.

https://www.anixneuseis.gr/

Η αντίσταση του Χένρι Φορντ στην εβραϊκή υπεροχή Όταν ένας βιομήχανος αρνείται το κρυφό χέρι




Τζόρνταν Νάταλ

 Η ιστορία δεν μας λέει ποιος ήταν πραγματικά ένας άνθρωπος, αγαπητέ αναγνώστη, μόνο τι θεωρείται αποδεκτό να τον θυμόμαστε.

Βλέπουμε τα μνημεία, τις εφευρέσεις, τις ημερομηνίες και τα επιτεύγματα τακτοποιημένα σε βιβλία, αλλά τι γίνεται με τις πεποιθήσεις που καίγονται κάτω από την επιφάνεια;

Τι γίνεται με τις κερκίδες που κοστίζουν σε έναν άνθρωπο τη φήμη του, την περιουσία του και τη θέση του στην επίσημη ιστορία;

Ο Χένρι Φορντ είναι γνωστός σε όλο τον κόσμο για την οικοδόμηση μιας αυτοκρατορίας σε τέσσερις τροχούς, ωστόσο υπήρχε μια άλλη αυτοκρατορία που προσπάθησε να χτίσει, μια αφυπνισμένη δημόσια κατανόηση, και ήταν μια μάχη που θα του κόστιζε εκατομμύρια, και μια μάχη που η ιστορία έκτοτε εργάστηκε πολύ σκληρά για να διαγράψει.

Ο Φορντ έκανε μια μνημειώδη προσπάθεια, ξοδεύοντας και θυσιάζοντας εκατομμύρια πραγματικά δολάρια, περίεργο μυαλό, ξεθάβοντας τα γεγονότα της οργανωμένης εβραϊκής επιρροής και δημοσιεύοντας τα αποτελέσματα στην εφημερίδα του, την Dearborn Independent, και στο βιβλίο του The International Jew: The World's Foremost Problem.

Πριν από περισσότερα από 100 χρόνια ο Χένρι Φορντ κατέπληξε τον κόσμο υπερδιπλασιάζοντας τους μισθούς των εργαζομένων του μέσα σε μια νύχτα.

Έκανε αυτό το βήμα επειδή πίστευε ότι ένας καλά αμειβόμενος εργάτης θα μάθαινε καλύτερα την τέχνη του, θα εκτελούσε καλύτερα τα καθήκοντά του, θα έμενε στη δουλειά του περισσότερο, θα μπορούσε να ανέβει στη μεσαία τάξη και ακόμη και να αγοράσει τα αυτοκίνητα που κατασκεύαζε στο εργοστάσιο της Ford.

Πίστευε επίσης ότι το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της εποχής ήταν τοξικό, επειδή ενθάρρυνε τη μείωση της παραγωγικότητας ως τρόπο μόχλευσης για περισσότερες θέσεις εργασίας και υψηλότερους μισθούς.

Ο Φορντ το είδε αυτό ως τρελό, καθώς ήταν η ίδια η παραγωγή που δημιούργησε όλο τον πλούτο και πλήρωσε τους μισθούς όλων, και έτσι αύξησε αμέσως τους μισθούς σε ένα επίπεδο πολύ πέρα από αυτό που ζητούσαν τα συνδικάτα.

Οι προσπάθειές του πέτυχαν, όχι μόνο για την εταιρεία του, η οποία σημείωσε αυξημένα κέρδη, αλλά και για τους εργαζόμενους, των οποίων τα πραγματικά εισοδήματα προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό θα αυξάνονταν σταθερά για τα επόμενα 60 χρόνια.

Σήμερα, ωστόσο, οι εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία όπως εγώ αναγκάζονται να δεχτούν παραχωρήσεις βάσει των οποίων οι μισθοί τους μειώνονται στο μισό, σε μια ειρωνική αντιστροφή αυτού που έκανε ο Henry Ford πριν από έναν αιώνα.

Ο Φορντ ήταν μια εξαιρετική προσωπικότητα στην ιστορία της σύγχρονης Αμερικής, ήταν κάτι περισσότερο από επιχειρηματίας και βιομήχανος, ήταν επίσης ανθρωπιστής και κεντρική φιγούρα στην αμερικανική αντίσταση στην εβραϊκή εξουσία.

Ο Φορντ γεννήθηκε το 1863, ένα αγροτόπαιδο από την επαρχία του Μίσιγκαν που του άρεσε να κάνει μηχανικές εργασίες με τα χέρια του και να πειραματίζεται με νέες ιδέες στο κατάστημά του.

Ήταν ένας βαθιά ηθικός άνθρωπος, για τον οποίο η ειλικρίνεια, η εργασία και η νηφαλιότητα ήταν ιερές έννοιες.

Ένας ευγενικός άνθρωπος ήταν, και με την πραγματική έννοια της λέξης επίσης, ο οποίος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα Άλμπερτ Λη:

«μοιράστηκε την αγάπη για όλα τα έμβια όντα με τον φυσιοδίφη Τζον Μπάροουζ και ο οποίος μοιράστηκε φωτιές με τον φίλο του Τόμας Έντισον.

Ο Φορντ ήταν γνωστό ότι «κάρφωνε μια πόρτα για μια ολόκληρη σεζόν αντί να ενοχλεί τη φωλιά ενός κοκκινολαίμη» και «ανέβαλε τη συγκομιδή σανού επειδή τα πουλιά του εδάφους γεννούσαν στο χωράφι».

Ήταν άνθρωπος της ειρήνης, λέγοντας ότι θα έδινε όλη του την περιουσία αν μπορούσε να συντομεύσει τον Μεγάλο Πόλεμο κατά μία μέρα».

Οι μαρξιστές μισούν τον Χένρι Φορντ, αλλά πολλοί από τους εργάτες στα εργοστάσιά του τον αγαπούσαν και τον σέβονταν.

Στην πραγματικότητα, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι όταν ο Χένρι Φορντ ξεκίνησε το 7χρονο μάθημά του για 5 εκατομμύρια δολάρια στον αμερικανικό λαό το 1920, ήταν ίσως ο πιο αγαπημένος εν ζωή Αμερικανός.

Η έμφυτη ιδιοφυΐα του για καινοτομία και αποτελεσματικότητα του επέτρεψε να παράγει το πρώτο αυτοκίνητο για τον απλό άνθρωπο:

το Model T

Πριν από τη Ford, τα αυτοκίνητα ήταν κυρίως παιχνίδια των πλουσίων.

Το Model T ξεκίνησε την παραγωγή του το 1908 και δεν αντικαταστάθηκε μέχρι το 1927.

Καθώς ο Ford αύξανε την απόδοση των εργοστασίων του, αντί να τσεπώνει τα κέρδη, μείωνε συνεχώς την τιμή, η οποία τελικά έπεσε από 590 δολάρια σε 260 δολάρια.

Εξέπληξε τον κόσμο το 1914 όταν διέταξε να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός που καταβάλλεται ακόμη και στον πιο ταπεινό υπάλληλο της Ford στα 5 δολάρια την ημέρα, σε μια εποχή που ο μέσος μισθός των ειδικευμένων εργατών στους ανταγωνιστές του ήταν πολύ μικρότερος από το μισό αυτού του ποσού.

Ξεκίνησε ένα από τα πρώτα σχέδια κατανομής κερδών, διανέμοντας 12 εκατομμύρια δολάρια στους υπαλλήλους του μόνο τον πρώτο χρόνο.

Έκανε τα σαγόνια να πέσουν ξανά όταν, πιστεύοντας ότι η χρήσιμη γνώση πρέπει να χρησιμοποιείται προς όφελος του λαού, εγκατέλειψε εκατομμύρια κάνοντας όλες τις πατέντες της Ford δωρεάν σε όλους.

Ηγήθηκε μιας επιτυχημένης σταυροφορίας ενός ατόμου κατά του διπλώματος ευρεσιτεχνίας Selden, αλλά αυτό ωφέλησε τους ανταγωνιστές του όσο και τον ίδιο, αγαπητέ αναγνώστη.

Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι ο Χένρι Φορντ αφιέρωσε χρόνια από τη ζωή του και ένα σημαντικό μέρος της περιουσίας του για να αφυπνίσει τον αμερικανικό λαό στους εχθρούς του έθνους.

Το 1916 ο Φορντ ηγήθηκε μιας άτυχης αποστολής για να σταματήσει τη σφαγή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκέντρωσε έναν συνασπισμό κληρικών, συγγραφέων, πολιτικών, ειρηνιστών και επιχειρηματιών, ναύλωσε το νορβηγικό υπερωκεάνιο Oscar II και απέπλευσε για την Ευρώπη με την ελπίδα να εμπνεύσει τις ουδέτερες δυνάμεις να μεσολαβήσουν σε μια συνθήκη ειρήνης.

Ονόμασε αυτή την αποστολή:

Το Πλοίο της Ειρήνης

Ο συνασπισμός του φιλονικούσε μεταξύ τους και οι πολεμικές δυνάμεις αποδείχθηκαν πολύ ισχυρές.

Ο Φορντ επέστρεψε στην Αμερική κάπως αποθαρρυμένος αλλά σοφότερος άνθρωπος. Ποτέ δεν έχασε την απέχθειά του για τους ξένους πολέμους, ωστόσο, και μίλησε εναντίον τους και των κρυφών χεριών που τους υποδαυλίζουν με αβέβαιους όρους.

Η κυρία Rosika Schwimmer, μία από τις ηγέτιδες του έργου Peace Ship, ήταν μια Εβραία διπλωμάτης και ειρηνίστρια που, σύμφωνα με τον Ford, ήταν πιο έξυπνη από όλους τους άλλους στο πλοίο μαζί.

Αφηγείται την ιστορία της πρώτης της συνάντησης με τον Φορντ, όταν είπε:

«Ξέρω ποιος ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο, οι Γερμανοεβραίοι τραπεζίτες».

Καθώς χτυπούσε μερικά χαρτιά κρυμμένα στην τσέπη του παλτού του, είπε:

«Έχω τα στοιχεία εδώ, γεγονότα! Δεν μπορώ να τα δώσω ακόμα γιατί δεν τα έχω όλα.

Θα τα έχω σύντομα!"

Και, λίγα χρόνια αργότερα, έκανε ακριβώς αυτό.

Σε μια συνέντευξη με έναν δημοσιογράφο των New York Times την ημέρα των Χριστουγέννων του 1921, ο Φορντ έδωσε κάποια περαιτέρω εικόνα για την εκπαίδευσή του στους τρόπους του κόσμου ενώ βρισκόταν στο Πλοίο της Ειρήνης:

«Ήταν οι ίδιοι οι Εβραίοι που με έπεισαν για την άμεση σχέση μεταξύ του διεθνούς Εβραίου και του πολέμου.

Στην πραγματικότητα, έκαναν τα πάντα για να με πείσουν.

Στο Πλοίο της Ειρήνης ήταν δύο πολύ επιφανείς Εβραίοι.

Δεν είχαμε πάει στη θάλασσα διακόσια μίλια πριν αρχίσουν να μου λένε για τη δύναμη της εβραϊκής φυλής, για το πώς έλεγχαν τον κόσμο μέσω του ελέγχου τους στον χρυσό και ότι ο Εβραίος και κανείς άλλος εκτός από τον Εβραίο θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο.

Ήμουν απρόθυμος να το πιστέψω, αλλά μπήκαν σε λεπτομέρειες για να με πείσουν για τα μέσα με τα οποία οι Εβραίοι έλεγχαν τον πόλεμο, πώς είχαν τα χρήματα, πώς είχαν στριμώξει όλα τα βασικά υλικά που χρειάζονταν για να πολεμήσουν τον πόλεμο και όλα αυτά, και μιλούσαν τόσο πολύ και τόσο καλά που με έπεισαν.

Είπαν, και πίστευαν, ότι οι Εβραίοι ξεκίνησαν τον πόλεμο, ότι θα τον συνέχιζαν όσο ήθελαν και ότι μέχρι να σταματήσει ο Εβραίος τον πόλεμο δεν μπορούσε να σταματήσει. Ήμουν τόσο αηδιασμένος που θα ήθελα να γυρίσω το πλοίο πίσω."

Ο Φορντ είχε πειστεί ότι υπήρχε μια οργανωμένη, επικίνδυνη, σε μεγάλο βαθμό μυστική και απίστευτα ισχυρή απειλή για την Αμερική, σχεδόν εξ ολοκλήρου εβραϊκή στα υψηλότερα επίπεδά της, και ήταν αποφασισμένος να κάνει κάτι γι' αυτό.

Ο φίλος του Φορντ, ο εφευρέτης Τόμας Έντισον, μπορεί να βοήθησε να ανοίξουν τα μάτια του Φορντ στην πραγματικότητα της εβραϊκής εξουσίας.

Ο Έντισον αντιτάχθηκε στις προσπάθειες των Εβραίων να επιβάλουν τραπεζικό ένταλμα κλασματικών αποθεματικών στην Αμερική και υποστήριξε το συνταγματικό χρήμα αντί για το τραπεζικό χρέος, λέγοντας:

«Εάν το έθνος μπορεί να εκδώσει ένα ομόλογο σε δολάρια, μπορεί να εκδώσει ένα χαρτονόμισμα δολαρίου.

Το στοιχείο που κάνει τον δεσμό καλό κάνει και τον λογαριασμό καλό.

Η διαφορά μεταξύ του ομολόγου και του χαρτονομίσματος είναι ότι το ομόλογο επιτρέπει στον χρηματιστή να εισπράξει το διπλάσιο ποσό του ομολόγου και ένα επιπλέον είκοσι τοις εκατό.

Ενώ το νόμισμα, το τίμιο είδος που προβλέπεται από το Σύνταγμα, δεν πληρώνει κανέναν εκτός από εκείνους που συνεισφέρουν με κάποιο χρήσιμο τρόπο.

Είναι παράλογο να λέμε ότι η χώρα μας μπορεί να εκδώσει ομόλογα και δεν μπορεί να εκδώσει νόμισμα.

Και οι δύο είναι υποσχέσεις πληρωμής, αλλά η μία παχαίνει τον τοκογλύφο και η άλλη βοηθά τον λαό."

Ο Έντισον είχε νομικά τσακωθεί με Εβραίους παραγωγούς ταινιών που είχαν οικειοποιηθεί τις κινηματογραφικές του εφευρέσεις χωρίς να πληρώσουν, και αποδοκίμαζε τις εκφυλισμένες ταινίες που έκαναν ορισμένοι Εβραίοι ακόμη και τότε.

Ο Φορντ και ο Έντισον ήταν στενοί φίλοι.

Ο Χένρι Φορντ πίστευε ειλικρινά ότι αν οι οργανωμένες εβραϊκές δραστηριότητες εκτίθεντο στο φως της ημέρας, ότι οι υπεύθυνοι και ηθικοί Εβραίοι θα έδιωχναν την καρκινική ηγεσία από ανάμεσά τους.

Ήταν ειλικρινά έκπληκτος από την κακοποίηση που δέχτηκε από τους περισσότερους Εβραίους φίλους και συνεργάτες του μετά την έναρξη του εκπαιδευτικού του έργου, και μπορεί να εκπλαγούμε από το γεγονός ότι μερικοί παρέμειναν εγκάρδιοι.

Ο Χένρι Φορντ πίστευε ότι αν ο κρατημένος Τύπος δεν έλεγε την αλήθεια για αυτό που ονόμαζε Εβραϊκό Ζήτημα, τότε ήταν καθήκον του προς τον Θεό του και τη χώρα του να το κάνει μόνος του.

Η απάντηση του Theodore Herzl στο «Εβραϊκό Ζήτημα»

Αγρασε αυτό που ήταν τότε μια μικρή εβδομαδιαία εφημερίδα στη γενέτειρά του στο Μίσιγκαν, την The Dearborn Independent, και τη μετέτρεψε στην εθνική του φωνή, με πανεθνική διανομή.

Η υιοθέτηση των παραδοσιακών αξιών σε συνδυασμό με έναν πρακτικό λαϊκισμό χτύπησε μια ευαίσθητη χορδή σε πολλούς Αμερικανούς, γιατί σύντομα η νυσταγμένη εβδομαδιαία εφημερίδα είχε μετατραπεί σε γίγαντα με επιρροή, με κυκλοφορία σχεδόν μισού εκατομμυρίου σε ένα σημείο.

Η Ford έχασε χρήματα από την εφημερίδα, πουλώντας την για πέντε σεντς ανά αντίτυπο ή ένα δολάριο το χρόνο.

Όταν η εβραϊκή λογοκρισία το κράτησε μακριά από τα περίπτερα σε ορισμένες πόλεις, το έκανε διαθέσιμο μέσω των τοπικών πρακτορείων Ford.

Παραδόξως, ούτε ζήτησε ούτε δέχτηκε διαφήμιση, δεν θα άφηνε την εφημερίδα να υπόκειται σε εβραϊκή ή οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή.

Το κατάρτι σήμαινε αυτό που έλεγε:

Ανεξάρτητος

Ο Φορντ συγκέντρωσε γύρω του μερικούς από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς και ερευνητές στον κλάδο, καθαρίζοντας ουσιαστικά το συντακτικό προσωπικό της μεγαλύτερης εφημερίδας της πολιτείας.

Προσέλαβε τους καλύτερους ιδιωτικούς ντετέκτιβ.

Χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες πατριωτών μελών του Κογκρέσου και διπλωματών.

Έστειλε τους πράκτορές του σε ξένες χώρες για να ξεθάψουν τα γεγονότα.

Το 1920 σηματοδότησε την έναρξη της δημοσίευσης, σε σειριακή μορφή, της ερευνητικής σειράς του Henry Ford στην Dearborn Independent.

Κάθε εβδομάδα, η εφημερίδα δημοσίευε μια σημαντική ιστορία που εξέθετε μια πτυχή της εβραϊκής δύναμης και επιρροής.

Ένας από τους άνδρες που είχε προσλάβει ο Φορντ μακριά από το Detroit News, ο οποίος τελικά θα γινόταν επικεφαλής του Independent, ήταν ο λαμπρός συντάκτης και αρθρογράφος William J. Cameron.

Ο Κάμερον στην αρχή διαμαρτυρήθηκε πικρά για το θέμα των άρθρων για το Εβραϊκό Ζήτημα και σχεδόν τα έβαλε με μερικούς άλλους υπαλλήλους που δεν ήθελαν να αγγίξουν αυτό το απαγορευμένο θέμα, αλλά καθώς τα στοιχεία άρχισαν να συσσωρεύονται, πείστηκε ότι ο Φορντ είχε δίκιο.

Ήταν ο συγγραφέας των περισσότερων άρθρων του Independent σε αυτή τη σειρά και έμεινε στη Ford για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Αυτά τα άρθρα θα συγκεντρωθούν τελικά σε μορφή βιβλίου με τον τίτλο Ο Διεθνής Εβραίος, με υπότιτλο:

Το Πρώτιστο Πρόβλημα του Κόσμου

Τα άρθρα προκάλεσαν αίσθηση και το βιβλίο έγινε πανεθνική επιτυχία. στην πραγματικότητα ένα από τα μεγαλύτερα best-seller όλων των εποχών.

Ενώ έτρεχε η εκπαιδευτική σειρά του Φορντ για την εβραϊκή δύναμη, ο Independent είχε κυκλοφορία μεταξύ ενός τετάρτου εκατομμυρίου και μισού εκατομμυρίου αντιτύπων την εβδομάδα.

Όταν τα άρθρα ανατυπώθηκαν σε μορφή βιβλίου, τελικά για να γεμίσουν τέσσερις τόμους, δεν ήταν ασυνήθιστο για κάθε τυπογραφείο, από τα οποία υπήρχαν πολλά για κάθε τόμο, να ξεπερνά συνολικά τις διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα.

Υπολογίζεται ότι περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου πουλήθηκαν μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Διεθνής Εβραίος μεταφράστηκε σε δεκαέξι γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, και διανεμήθηκε κατά εκατομμύρια στην Ευρώπη, τη Νότια Αμερική και τη Μέση Ανατολή.

Καθένας από τους τέσσερις τόμους ήταν ένα βιβλίο πλήρους μεγέθους περίπου διακοσίων πενήντα σελίδων και πουλήθηκε για μόλις είκοσι πέντε σεντς.

Ο Φορντ έχασε σχεδόν πέντε εκατομμύρια δολάρια σε αυτό το εγχείρημα, και αυτό δεν υπολογίζει τις απώλειες στην επιχείρησή του λόγω πολλών εβραϊκών μποϊκοτάζ και αγωγών.

Για να αξιολογήσουμε το νόημα των μαθημάτων του Φορντ προς τον αμερικανικό λαό, ας δούμε μερικά αποσπάσματα από τον πρόλογό του στον πρώτο τόμο:

«Γιατί να συζητήσουμε το Εβραϊκό Ζήτημα; Επειδή είναι εδώ, και επειδή η ανάδυσή του στην αμερικανική σκέψη θα πρέπει να συμβάλει στη λύση του, και όχι στη συνέχιση εκείνων των κακών συνθηκών που περιβάλλουν το ζήτημα σε άλλες χώρες.

«Το Εβραϊκό Ζήτημα υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και πολύ καιρό.

Οι ίδιοι οι Ιουδαίοι το γνώριζαν αυτό, ακόμα κι αν οι Εθνικοί δεν το γνώριζαν.

Υπήρξαν περίοδοι στη χώρα μας που ξέσπασε με ένα σκυθρωπό είδος δύναμης που προμήνυε πιο σκοτεινά πράγματα που θα έρχονταν. Πολλά σημάδια προμηνύουν ότι πλησιάζει σε οξύ στάδιο».

«Όχι μόνο το Εβραϊκό Ζήτημα αγγίζει εκείνα τα θέματα που είναι ευρέως γνωστά, όπως ο οικονομικός και εμπορικός έλεγχος, ο σφετερισμός της πολιτικής εξουσίας, το μονοπώλιο των αναγκών και η αυταρχική διεύθυνση των ίδιων των ειδήσεων που διαβάζει ο αμερικανικός λαός. αλλά φτάνει σε πολιτιστικές περιοχές και έτσι αγγίζει την ίδια την καρδιά της αμερικανικής ζωής».

“… Είναι συνυφασμένη με μεγάλο μέρος της απειλής της οργανωμένης και υπολογισμένης αταξίας που προβληματίζει τα έθνη σήμερα. Δεν είναι πρόσφατης ανάπτυξης, αλλά οι ρίζες του είναι βαθιές...»

«Το κίνητρο αυτής της δουλειάς είναι απλώς η επιθυμία να γίνουν γνωστά τα γεγονότα στους ανθρώπους. Φυσικά, του έχουν αποδοθεί και άλλα κίνητρα. Αλλά το κίνητρο της προκατάληψης ή οποιασδήποτε μορφής ανταγωνισμού δεν είναι αρκετά ισχυρό για να υποστηρίξει μια τέτοια έρευνα όπως αυτή. Επιπλέον, αν υπήρχε ένα ανάξιο κίνητρο, κάποιο σημάδι του θα εμφανιζόταν αναπόφευκτα στο ίδιο το έργο. Καλούμε με σιγουριά τον αναγνώστη να δει ότι ο τόνος αυτών των άρθρων είναι αυτός που θα έπρεπε να είναι.

Ο Διεθνής Εβραίος και οι δορυφόροι του, ως συνειδητοί εχθροί όλων όσων εννοούν οι Αγγλοσάξονες με τον όρο πολιτισμός, δεν γλιτώνουν, ούτε αυτή η απερίσκεπτη μάζα που υπερασπίζεται οτιδήποτε κάνει ένας Εβραίος, απλώς και μόνο επειδή έχει διδαχθεί να πιστεύει ότι αυτό που κάνουν οι Εβραίοι ηγέτες είναι εβραϊκό.

Ούτε αυτά τα άρθρα βασίζονται σε ένα ψεύτικο συναίσθημα αδελφοσύνης και συγγνώμης, σαν αυτό το ρεύμα αμφίβολης τάσης στον κόσμο να ήταν μόνο τυχαία εβραϊκό. Δίνουμε τα γεγονότα όπως τα βρίσκουμε. αυτό από μόνο του είναι επαρκής προστασία από την προκατάληψη ή το πάθος».

Ο Φορντ δεν μίλησε με αόριστες γενικότητες, έγραψε ξεκάθαρα για αυτό που πίστευε ότι είχε αποκαλύψει:

"Υπάρχει μια δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο λεπτή, τόσο άγρυπνη, τόσο αλληλένδετη, τόσο πλήρης, τόσο διάχυτη, που κανείς δεν μπορεί να μιλήσει πάνω από την ανάσα του όταν μιλάει εναντίον της."

Δεν δίστασε να κατονομάσει αυτό που έβλεπε ως τη συντονιστική δύναμη πίσω από αυτή τη δύναμη:

«Ο Διεθνής Εβραίος δεν είναι θρησκεία. Είναι μια φυλή, ένα έθνος, ένα εμπορικό σύστημα και μια συνωμοσία εναντίον της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Είναι το πιο τρομερό πράγμα στον κόσμο σήμερα, αυτή η οργανωμένη, αποφασιστική, σιωπηλή, αδυσώπητη δύναμη που παντού κινεί τα νήματα».

Προειδοποίησε ότι η επιρροή δεν ήταν τυχαία, ήταν συστηματική και σκόπιμη:

"Αυτή δεν είναι μια διάσπαρτη επιρροή. Είναι ένα εξαιρετικά οργανωμένο σχέδιο. Συνεδριάζει σε μυστικά συμβούλια. Κατευθύνει τους πράκτορές της. Ελέγχει τα κανάλια πληροφοριών. Διαμορφώνει την κοινή γνώμη για να ταιριάζει στους δικούς του σκοπούς και προωθεί τα δικά του συμφέροντα σε βάρος κάθε έθνους στο οποίο δραστηριοποιείται».

Και είδε καθαρά πού βρισκόταν πραγματικά ο κίνδυνος, περίεργο μυαλό:

"Θα διαπιστώσετε ότι οι άνδρες που φαίνονται να είναι στην κορυφή δεν είναι πραγματικά καθόλου στην κορυφή. Πίσω τους στέκονται άλλοι, σιωπηλοί, αόρατοι, άγνωστοι, τραβώντας τα καλώδια που κινούν τις μαριονέτες στη σκηνή του κόσμου».

Αυτά δεν είναι τα λόγια ενός θυμωμένου ανθρώπου που αντιδρά στα τυφλά, είναι τα λόγια ενός από τα πιο επιτυχημένα, πρακτικά μυαλά του 20ού αιώνα. Ένας άνθρωπος που ξόδεψε χρόνια και εκατομμύρια από τη δική του περιουσία ερευνώντας αυτό που πίστευε ότι εκτυλίσσονταν μπροστά του.

Ωστόσο, η σύγχρονη ιστορία έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να διασφαλίσει ότι αυτές οι προειδοποιήσεις παραμένουν αδιάβαστες.

Διδασκόμαστε για τα αυτοκίνητα που κατασκεύασε, αλλά ποτέ για τα μοτίβα που εξέθεσε.

Απομνημονεύουμε την επιχειρηματική του σοφία, αλλά κρατιόμαστε μακριά από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε για τις κρυφές δυνάμεις που διαμορφώνουν τον κόσμο μας.

Υπάρχει ένα βαθύ μάθημα εδώ, περίεργο μυαλό, ένα μάθημα που ισχύει τόσο σήμερα όσο και πριν από έναν αιώνα.

Τα πράγματα σπάνια είναι ακριβώς όπως φαίνονται στην επιφάνεια.

Η αφήγηση που μας δίνεται είναι προσεκτικά επιμελημένη και αυτό που παραλείπεται είναι συχνά πιο αποκαλυπτικό από αυτό που φαίνεται.

Ποτέ μην παίρνετε αυτό που σας λένε ως τελική αλήθεια.

Ποτέ μην αναθέτετε τη συνείδησή σας, την κατανόησή σας ή την έρευνά σας σε άλλο άτομο. ανεξάρτητα από το πόσο έγκυρα μπορεί να ακούγονται.

Ούτε καν σε μένα.

Είτε πρόκειται για τη φωνή ενός δασκάλου, ενός πολιτικού ή μιας έντυπης σελίδας, να κοιτάτε πάντα πέρα από τις λέξεις.

Ρωτήστε ποιος ωφελείται από την ιστορία που λέγεται.

Ρωτήστε τι μένει ανείπωτο.

Η διάκριση δεν είναι ένα δώρο που προορίζεται για λίγους προνομιούχους, είναι ένα καθήκον που έχει ανατεθεί στον καθένα μας.

Πρέπει ο καθένας να κάνει τη δική του σκέψη, τη δική του έρευνα και τη δική του αναζήτηση.

Γιατί όταν γνωρίζεις την αλήθεια, κανείς δεν μπορεί ποτέ να σε εξαπατήσει, και αυτή είναι η μεγαλύτερη περιφρόνηση από όλες.

https://enaasteri.blogspot.com/