Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΤΟΜ ΜΠΑΡΑΚ: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ; ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΙΣΧΥΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΟΙΚΟ ΩΣ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

 

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.

Από την επιχειρηματική ισχύ στη διπλωματική επιρροή

Στη γεωπολιτική, η πραγματική σημασία ενός προσώπου δεν αποτιμάται μόνο από τον επίσημο τίτλο του, αλλά κυρίως από την πρόσβαση που διαθέτει στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τις σχέσεις που μπορεί να ενεργοποιήσει και την ικανότητά του να επηρεάζει τη διαμόρφωση στρατηγικών επιλογών. Η περίπτωση του Τομ Μπαράκ (Thomas J. Barrack Jr.) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή συνδυάζει την επιχειρηματική εμπειρία, την προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και την ανάληψη διπλωματικών αρμοδιοτήτων σε μια περιοχή όπου τέμνονται κρίσιμα αμερικανικά, τουρκικά, ελληνικά, αραβικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Ο Μπαράκ, ιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Colony Capital και στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, ανέλαβε το 2025 καθήκοντα πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε στο επίκεντρο των αμερικανικών πρωτοβουλιών για τη Συρία και το Ιράκ. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του ως πρέσβη στις 29 Απριλίου 2025, μετά την ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων την 1η Απριλίου.[1]

Η σημασία αυτής της τοποθέτησης υπερβαίνει την τυπική διπλωματική εκπροσώπηση. Η Τουρκία αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, συνορεύει με περιοχές έντονης αστάθειας και διατηρεί στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη Συρία. Παράλληλα, επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, να αναβαθμίσει τη θέση της στις περιφερειακές ενεργειακές διαδρομές και να διατηρήσει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο διπλωμάτης που αναλαμβάνει τη διαχείριση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν περιορίζεται στη διεκπεραίωση διμερών επαφών. Συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, σε μια ευρύτερη διαδικασία καθορισμού προτεραιοτήτων ασφαλείας, οικονομικής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας.

Η επιχειρηματική διαδρομή του Μπαράκ και η πρόσβασή του στον Λευκό Οίκο δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Αποτελούν, ωστόσο, λόγο αυξημένης προσοχής για το αν οι πρωτοβουλίες του Μπαράκ υπηρετούν (όπως αρκετοί πιστεύουν) έναν κρυφό σχεδιασμό και αν  η επιχειρηματική του εμπειρία και εμπλοκή, αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης επιρροής.

Η ουσία βρίσκεται στο ότι η δραστηριότητά του αξίζει να εξετάζεται με αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα όταν δημόσιες αρμοδιότητες, ιδιωτικές διασυνδέσεις και μεγάλα στρατηγικά έργα συναντώνται στο ίδιο πεδίο.

Το προηγούμενο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η ανάγκη διαφάνειας

Το όνομα του Μπαράκ είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ το 2021, όταν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φερόμενη δράση ως μη καταχωρισμένος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και για ψευδείς δηλώσεις προς ομοσπονδιακούς ερευνητές. Το 2022 αθωώθηκε από σώμα ενόρκων….[2]

Η αθώωση μπορει να είναι ένα  σαφές δικαστικό γεγονός και δεν επιτρέπεται να υποκαθίσταται από υπονοούμενα περί ενοχής. Οι σκιές όμως μένουν. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε τα Εμιράτα και δεν υπάρχουν καθαρές αποδείξεις  ότι ο Μπαράκ ενεργεί για λογαριασμό της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας

Η ευρύτερη θεσμική διάσταση, ωστόσο, παραμένει σημαντική. Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, η επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσω επίσημων διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από επιχειρηματικές συνεργασίες, προσωπικές σχέσεις, επενδυτικά σχήματα και πρόσβαση σε πολιτικά κέντρα. Γι’ αυτό, όταν ένας αξιωματούχος διαθέτει εκτεταμένο επιχειρηματικό υπόβαθρο, η διαφάνεια των οικονομικών του δεσμών αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αξιολόγησης της δημόσιας δράσης του.

Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ανακύκλωση μιας παλαιότερης ποινικής υπόθεσης, αλλά στον έλεγχο των σημερινών δραστηριοτήτων και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Η αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν ποια συμφέροντα υπηρετούν οι αποφάσεις και με ποιες εγγυήσεις διασφαλίζεται η αμεροληψία τους.

Τουρκία, S-400 και F-35: μια στρατηγική διαπραγμάτευση με συνέπειες για την Ελλάδα

Η υπόθεση των ρωσικών συστημάτων S-400 και των αμερικανικών μαχητικών F-35 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα εξοπλιστικό ζήτημα μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό διακύβευμα.

Το 2019, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία του ρωσικού συστήματος S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών του αεροσκάφους. Το 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA, με στόχο την τουρκική αμυντική βιομηχανία.[3]

Στις 17 Απριλίου 2026, ο Μπαράκ δήλωσε ότι ανέμενε σύντομα λύση στο ζήτημα των κυρώσεων και υποστήριξε ότι, από την οπτική του Τραμπ, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.[4] Η δήλωση αποτύπωνε μια πολιτική κατεύθυνση, όχι οριστική συμφωνία επανένταξης. Το ζήτημα παραμένει συνδεδεμένο με τη νομοθεσία, τις απαιτήσεις προστασίας της αμερικανικής τεχνολογίας και την τύχη των S-400.

Από στρατηγική άποψη, η υπόθεση έχει τρεις διαστάσεις. Πρώτον, αφορά την προστασία τεχνολογίας αιχμής και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων του ΝΑΤΟ. Δεύτερον, συνδέεται με το εάν η Τουρκία θα μπορέσει να διατηρήσει το ρωσικό σύστημα και ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την πρόσβασή της σε ένα από τα πιο προηγμένα δυτικά μαχητικά. Τρίτον, αφορά τη συνολική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι σε έναν σύμμαχο που διατηρεί σημαντική στρατηγική αυτονομία και συχνά ακολουθεί πολιτική πολλαπλών κατευθύνσεων.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόκτηση ενός ακόμη τύπου αεροσκάφους από την Τουρκία. Είναι η πιθανότητα μεταβολής του τρόπου με τον οποίο η τουρκική αεροπορία θα συλλέγει πληροφορίες, θα εντοπίζει στόχους και θα συντονίζει τις επιχειρήσεις της. Ένα F-35 αποκτά τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία του όταν λειτουργεί ως μέρος ενός δικτυωμένου συστήματος αισθητήρων, διοίκησης, ελέγχου και οπλικών μέσων. Συνεπώς, η επίδρασή του δεν περιορίζεται στα χαρακτηριστικά του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα μιας αεροπορίας να επιχειρεί με μεγαλύτερη επίγνωση του πεδίου και να δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό της από τον αντίπαλο.

Εάν η Τουρκία αποκτήσει τελικά πρόσβαση στο πρόγραμμα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα παράμετρο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ισορροπία θα ανατραπεί αυτόματα. Η πραγματική επιχειρησιακή επίδραση θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των αεροσκαφών, τον χρόνο παράδοσης, την εκπαίδευση των πληρωμάτων, τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, την υποστήριξη και την ενσωμάτωσή τους στα υπόλοιπα συστήματα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Η ελληνική πλευρά έχει ήδη επιλέξει την προμήθεια F-35, επομένως το κρίσιμο ζήτημα είναι και ο χρονισμός: ποια επιχειρησιακά κενά ενδέχεται να δημιουργηθούν μέχρι να αποκτηθούν και να ενταχθούν πλήρως οι νέες δυνατότητες; Παράλληλα, η ενίσχυση των αισθητήρων, της δικτύωσης, της ηλεκτρονικής υποστήριξης και της συνολικής διαλειτουργικότητας αποκτά σημασία αντίστοιχη με την απόκτηση νέων πλατφορμών.

Η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει ένα προηγμένο αεροσκάφος, αλλά από το ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα το σύνολο των διαθέσιμων μέσων.

Η αναφορά του Μπαράκ στους ελληνικούς S-300 ως επιχείρημα στη συζήτηση για τους S-400 δεν αναιρεί τις διαφορές των δύο περιπτώσεων. Η αμερικανική αντίρρηση αφορούσε ειδικά την προμήθεια και τη διατήρηση του ρωσικού συστήματος από την Τουρκία, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα F-35 και τους κινδύνους για την προστασία ευαίσθητων τεχνολογιών.[3][4]

Για την Αθήνα, το βασικό θέμα είναι με ποιους όρους θα μπορούσε να επιτευχθεί ένας αμερικανοτουρκικός συμβιβασμός. Θα υπάρξουν επαληθεύσιμοι περιορισμοί ως προς την επιχειρησιακή κατάσταση των S-400; Θα διασφαλιστούν οι απαιτήσεις προστασίας της τεχνολογίας του F-35; Και πώς θα αποτιμηθούν οι επιπτώσεις στη στρατιωτική ισορροπία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε αμερικανική προσέγγιση προς την Τουρκία στρέφεται εναντίον της. Χρειάζεται, όμως, να αντιμετωπίζει την πιθανή αναβάθμιση των τουρκικών δυνατοτήτων ως παράγοντα που απαιτεί έγκαιρη επιχειρησιακή και διπλωματική προετοιμασία.

 

None

Συρία: η ανασυγκρότηση ενός κράτους και ο ανταγωνισμός για επιρροή

Η Συρία αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πεδίο στο οποίο συναντώνται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Μπαράκ, οι τουρκικές επιδιώξεις και οι ευρύτεροι ενεργειακοί σχεδιασμοί. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η χώρα εισήλθε σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, με ζητήματα ασφάλειας, πολιτικής νομιμοποίησης, προστασίας μειονοτήτων και αποκατάστασης των κρατικών δομών.

Ο Μπαράκ έχει υποστηρίξει δημόσια την προσπάθεια ενοποίησης της Συρίας υπό την κεντρική κυβέρνηση και την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στις εθνικές δομές ασφαλείας. Σε συνέντευξή του στο Associated Press τον Ιούλιο του 2025, εξέφρασε την αμερικανική στήριξη στη νέα συριακή κυβέρνηση και αναφέρθηκε στις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης και ενσωμάτωσης των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.[5]

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει την αυτονομία των κουρδικών ένοπλων δομών στη βόρεια Συρία ως ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας, λόγω των δεσμών που αποδίδει στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις με το PKK. Η ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων σε έναν ενιαίο συριακό στρατιωτικό και κρατικό μηχανισμό, εφόσον περιορίσει την ανεξάρτητη στρατιωτική τους δράση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει βασική τουρκική επιδίωξη: τη μείωση της πιθανότητας να διαμορφωθεί στα νότια σύνορά της μια αυτόνομη κουρδική στρατιωτική οντότητα.

Παράλληλα, μια ισχυρότερη κεντρική κυβέρνηση στη Δαμασκό θα μπορούσε να επιτρέψει στην Άγκυρα να ασκεί επιρροή μέσω διακρατικών συμφωνιών για την ασφάλεια των συνόρων, την ανοικοδόμηση και την οικονομική συνεργασία, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τοπικούς συμμάχους. Εάν οι νέες συριακές δομές ασφαλείας αναπτυχθούν με τρόπο συμβατό με τις τουρκικές προτεραιότητες, η Τουρκία ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στην περιοχή.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Η ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων δεν σημαίνει αναγκαστικά την πλήρη διάλυση της πολιτικής και κοινωνικής τους επιρροής. Αντίστοιχα, η συγκέντρωση εξουσίας στη Δαμασκό δεν εγγυάται ότι η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει σε κάθε ζήτημα τις τουρκικές επιδιώξεις. Η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις εγγυήσεις εκπροσώπησης, την προστασία των μειονοτήτων και την πραγματική κατανομή της εξουσίας.

Για τις ΗΠΑ, το δίλημμα είναι εξίσου σύνθετο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την ανασυγκρότηση του Ισλαμικού Κράτους και να περιορίσει την αστάθεια, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διαχειριστεί τη συνεργασία της με τους Κούρδους και τη σχέση της με την Τουρκία. Μια αναπροσαρμογή της αμερικανικής παρουσίας ή της συνεργασίας με τις κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση με την Άγκυρα, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά εγκατάλειψη όλων των αμερικανικών στόχων στη Συρία.

Το γεωπολιτικό ερώτημα όμως, είναι ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας. Εάν η Τουρκία αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην ασφάλεια, στις κρατικές δομές και στην ανοικοδόμηση της Συρίας, θα ενισχυθεί η περιφερειακή της θέση. Εάν, όμως, η νέα συριακή κυβέρνηση αποδειχθεί αδύναμη ή η πολιτική διευθέτηση αποκλείσει σημαντικές κοινότητες, η αστάθεια μπορεί να συνεχιστεί, περιορίζοντας και τα οφέλη της Άγκυρας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας, αλλά και την ασφάλεια του Ιράκ, τις ενεργειακές διαδρομές και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς: ενέργεια, γεωγραφία και επιχειρηματικά συμφέροντα

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του σχεδίου αναβίωσης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή σε σχέση με τις εξαγωγές που εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ.

Τον Απρίλιο του 2026, το Euronews παρουσίασε σχέδιο που αποδίδεται στον Μπαράκ  και  αφορά τη μετατροπή της Συρίας σε ενεργειακό διάδρομο, με την αποκατάσταση του αγωγού και την ανάπτυξη πρόσθετων υποδομών μεταφοράς ενέργειας.[6] Τον Οκτώβριο, το Reuters δημοσίευσε αναλυτικό ρεπορτάζ για την επιχειρηματική διάσταση του σχεδίου, αναφέροντας ότι το έργο θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια και να απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί.[7]

Σύμφωνα με το Reuters, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν τον Ιούλιο μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν η TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, με σκοπό την εκπόνηση τεχνικών και χρηματοοικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.[7]

Το στρατηγικό ενδιαφέρον είναι σαφές. Ένας αγωγός που παρακάμπτει το Ορμούζ θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μεγαλύτερη ευελιξία στις εξαγωγές του, να ενισχύσει τη σημασία της Συρίας ως χώρας διέλευσης και να δημιουργήσει νέα οικονομικά και διπλωματικά δεδομένα για τις χώρες που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του.

Ωστόσο, η κατασκευή μιας τέτοιας υποδομής δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Οι χερσαίοι αγωγοί είναι εκτεθειμένοι σε πολιτική αστάθεια, δολιοφθορές, στρατιωτικές συγκρούσεις και διαφωνίες για τα τέλη διέλευσης. Η ιστορία του ίδιου του Κιρκούκ–Μπανιάς, που βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2003, δείχνει ότι η γεωγραφική χρησιμότητα δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την οικονομική και επιχειρησιακή βιωσιμότητα ενός έργου.[7]

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των επιχειρηματικών σχέσεων που περιγράφει το Reuters. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μπαράκ προώθησε τη συμμετοχή της TI Capital, εταιρείας που διοικείται από τον μακροχρόνιο επιχειρηματικό συνεργάτη του Ζιάντ Γκαντούρ. Παράλληλα, ο Μπαράκ διατηρούσε οικονομικό συμφέρον σε διαφορετική επενδυτική δραστηριότητα ακινήτων που διαχειρίζεται η εταιρεία.[7]

Το Reuters δεν εντόπισε στοιχεία ότι ο Μπαράκ θα αποκόμιζε άμεσο κέρδος από τον ίδιο τον αγωγό. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι δεν έχει οικονομικό συμφέρον στο έργο και ότι ο αξιωματούχος συμμορφώνεται με τους κανόνες δεοντολογίας. Ωστόσο, ειδικοί που μίλησαν στο πρακτορείο έθεσαν ερωτήματα σχετικά με την εμφάνιση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι δεν είχε κατατεθεί σχετική παραίτηση από τη συμμετοχή ή εξαίρεση από την αρμόδια υπηρεσία δεοντολογίας.[7]

Η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Όταν, όμως, ένας αξιωματούχος προωθεί τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί άλλες οικονομικές σχέσεις, είναι θεμιτό να ζητούνται πλήρης διαφάνεια, σαφής εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας και ανεξάρτητος έλεγχος των διαδικασιών.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του Μπαράκ. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και ανατίθενται μεγάλα έργα σε περιβάλλοντα πολιτικής μετάβασης, όπου οι συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν μακροχρόνιες οικονομικές εξαρτήσεις και να καθορίσουν ποιοι παράγοντες θα αποκτήσουν επιρροή στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Η ελληνική διάσταση: ενεργειακός ανταγωνισμός και στρατηγική εγρήγορση

Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη γεωγραφική της θέση ως πύλης εισόδου και μεταφοράς φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Οι υποδομές της και οι διασυνδέσεις του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών ενεργειακού εφοδιασμού.

Ο Κάθετος Διάδρομος και ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς είναι διαφορετικά έργα, με διαφορετικές διαδρομές, ενεργειακά προϊόντα και σκοπούς. Η γεωπολιτική τους σύνδεση δεν βρίσκεται σε κάποια αποδεδειγμένη αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά στον ευρύτερο ανταγωνισμό για χρηματοδότηση, εμπορικές ροές και στρατηγική επιρροή.

Εάν η Συρία ανακτήσει τον ρόλο της ως χώρας διέλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Τουρκία ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, η σημασία των υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να μεταβληθεί. Το μέγεθος αυτής της μεταβολής, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη δυναμικότητα των αγωγών, το κόστος μεταφοράς, τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων, τις συμφωνίες προμήθειας και τη σταθερότητα των χωρών διέλευσης.

Η ελληνική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται σε συστηματική αξιολόγηση κινδύνου:

  • Ποιοι χρηματοδοτούν τα έργα;
  • Ποιες εταιρείες αποκτούν πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές;
  • Ποια κράτη εξασφαλίζουν μακροχρόνια δικαιώματα διέλευσης;
  • Ποιες εμπορικές και πολιτικές δεσμεύσεις θα συνδέουν τους συμμετέχοντες;
  • Και σε ποιο βαθμό οι νέες υποδομές θα συμπληρώνουν ή θα ανταγωνίζονται τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές διαδρομές;

Αυτά τα ερωτήματα έχουν πρακτική αξία για την Αθήνα, επειδή μετατρέπουν τη γενική ανησυχία σε συγκεκριμένη στρατηγική παρακολούθηση. Επιτρέπουν επίσης να διαχωριστούν οι πραγματικές μεταβολές του συσχετισμού από τις υπερβολικές εκτιμήσεις που συχνά συνοδεύουν τη δημόσια συζήτηση.

Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι οι ελληνικές ενεργειακές υποδομές παραμένουν ανταγωνιστικές, αξιόπιστες και ενταγμένες σε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική διαφοροποίησης του εφοδιασμού.

Το μεγάλο ερώτημα: υπάρχει ευρύτερη στρατηγική σύγκλιση;

Οι πρωτοβουλίες γύρω από τα F-35, τη Συρία και τον αγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απομονωμένα επεισόδια. Συνδέονται με ευρύτερες τάσεις: την προσπάθεια των ΗΠΑ να αναδιαμορφώσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία, την ανάγκη περιορισμού της περιφερειακής αστάθειας και την αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών.

Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι όλες οι πρωτοβουλίες εντάσσονται σε ένα ενιαίο σχέδιο ή ότι έχουν ως στόχο να περιορίσουν την Ελλάδα.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επιμέρους αποφάσεις συγκλίνουν προς έναν νέο περιφερειακό συσχετισμό, στον οποίο η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό βάρος.

Η διερεύνηση πρέπει να στηρίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα: στις τελικές αποφάσεις για τα F-35 και τους S-400, στις συμφωνίες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Συρίας, στις συμβάσεις των ενεργειακών έργων και στους όρους χρηματοδότησης και λειτουργίας τους. Εξίσου σημαντικό είναι να παρακολουθείται εάν οι νέες συνεργασίες δημιουργούν εξαρτήσεις που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική επιρροή.

Για την Ελλάδα, η στρατηγική απάντηση χρειάζεται να κινείται σε τέσσερις συμπληρωματικές κατευθύνσεις.

Πρώτον, στην αμυντική ισορροπία, με συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας πιθανής τουρκικής επιστροφής στα F-35 και με έμφαση όχι μόνο στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά και στη δικτύωση, στην εκπαίδευση και στη διατήρηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος.

Δεύτερον, στη διπλωματική διαπραγμάτευση, με αξιοποίηση της ελληνικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές δομές για την προώθηση της σταθερότητας, της διαφάνειας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τρίτον, στην ενεργειακή στρατηγική, με αξιολόγηση του κόστους, της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας των ελληνικών υποδομών, χωρίς υπερβολές ή εύκολες παραδοχές περί ανταγωνισμού.

Τέταρτον, στην παρακολούθηση των στρατηγικών επενδύσεων, με έλεγχο των εταιρικών σχημάτων, των συμβάσεων, της χρηματοδότησης και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες περιφερειακές εξαρτήσεις.

Η προσέγγιση αυτή δεν προϋποθέτει ότι κάθε αμερικανική πρωτοβουλία είναι εις βάρος της Ελλάδας. Προϋποθέτει, όμως, ότι η Αθήνα δεν θα αρκεστεί σε διπλωματικές διαβεβαιώσεις, αλλά θα αξιολογεί τις πραγματικές συνέπειες των αποφάσεων και θα προετοιμάζεται για διαφορετικά ενδεχόμενα.

Συμπέρασμα: η Ελλάδα οφείλει να διαβάζει τον συσχετισμό πριν παγιωθεί

Ο Τομ Μπαράκ βρίσκεται στο σημείο τομής της αμερικανικής διπλωματίας, των τουρκικών επιδιώξεων και των ενεργειακών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του για τα F-35, η προσέγγισή του για τη Συρία και οι επιχειρηματικές σχέσεις που περιγράφει το Reuters στον σχεδιασμό του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς συνθέτουν ένα πεδίο που αξίζει συστηματική και τεκμηριωμένη διερεύνηση.[4][5][6][7]

Το κομβικό σημείο  δεν είναι να αποδοθεί εκ των προτέρων στον Μπαράκ ένας ενιαίος σχεδιασμός εναντίον της Ελλάδας. Είναι να εξεταστεί εάν οι αποφάσεις στις οποίες συμμετέχει και οι περιφερειακές διευθετήσεις που προωθούνται μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της Τουρκίας στο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό πεδίο. Και, κυρίως, εάν η ενδεχόμενη αναβάθμιση αυτή θα συνοδευτεί από όρους που διασφαλίζουν την ισορροπία και τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Η Αθήνα χρειάζεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής συνέπειας και όχι μόνο διπλωματικής επικοινωνίας. Να αξιολογεί τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτούν οι γειτονικές χώρες, να εξετάζει την οικονομική και πολιτική αρχιτεκτονική των ενεργειακών έργων και να ενισχύει τις συνεργασίες που υπηρετούν την ελληνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Το καίριο ζήτημα βρίσκεται στο εάν η Ελλάδα θα αναγνωρίσει εγκαίρως τις μεταβολές του περιφερειακού συσχετισμού και θα διαμορφώσει τη δική της στρατηγική πριν οι νέες ισορροπίες καταστούν δεδομένες.

Ποιος θα διαμορφώσει τελικά τους κανόνες της επόμενης ημέρας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο — και ποια θέση θα έχει η Ελλάδα σε αυτό το νέο περιφερειακό περιβάλλον;

Πηγές

[1] Γερουσία των ΗΠΑ — Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων, 1 Απριλίου 2025. Ακρόαση υποψηφίων για διπλωματικές θέσεις και καταγραφή της επικύρωσης του διορισμού του Τομ Μπαράκ στις 29 Απριλίου 2025.

[2] U.S. Department of Justice και Reuters, 2021–2022. Οι αρχικές κατηγορίες στην υπόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η αθώωση του Μπαράκ το 2022.

[3] U.S. Department of Defense και U.S. Department of State, 2019–2020. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και οι κυρώσεις CAATSA για την προμήθεια των S-400.

[4] Reuters, 17 Απριλίου 2026. Οι δηλώσεις του Μπαράκ για πιθανή επίλυση του ζητήματος των S-400 και την προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.

[5] Associated Press, 21 Ιουλίου 2025. Η αμερικανική προσέγγιση στη νέα συριακή κυβέρνηση, η περιφερειακή ασφάλεια και οι πολιτικές εξελίξεις στη Συρία.

[6] Euronews, 24 Απριλίου 2026. Το σχέδιο ανάδειξης της Συρίας σε περιφερειακό ενεργειακό διάδρομο και οι προοπτικές αποκατάστασης των υποδομών.

[7] Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026. Η έρευνα για τις οικονομικές σχέσεις του Μπαράκ με την TI Capital, την προώθηση της συμμετοχής της στο σχέδιο αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς και τα ζητήματα δεοντολογίας που εγείρονται.

https://www.anixneuseis.gr/

Η παγίδα της ψηφιακής ταυτότητας Εξερευνώντας τους μηχανισμούς ενός παγκόσμιου κράτους επιτήρησης




Τζόρνταν Νάταλ

 Λένε ότι ο ολοκληρωτισμός φτάνει φορώντας μπότες, παρελαύνοντας στους δρόμους, αλλά αγαπητέ αναγνώστη, τι γίνεται αν δεν το κάνει;

Τι θα συμβεί αν φτάσει ως ενημέρωση της τραπεζικής σας εφαρμογής, ένας ταχύτερος τρόπος επιβίβασης σε αεροπλάνο, μια πιο ομαλή διαδικασία πρόσβασης σε κρατικές υπηρεσίες. Κάτι βολικό, κάτι μοντέρνο και κάτι που μόλις και μετά βίας παρατηρείς μέχρι που μια μέρα συνειδητοποιείς ότι η πόρτα πίσω σου έχει κλειδώσει;

Αυτή είναι η φύση της τεχνοκρατικής κατάληψης που εκτυλίσσεται σε όλο τον κόσμο.

Δεν είναι μια συνωμοσία που ψιθυρίζεται σε σκοτεινές γωνιές.

Είναι ένα σύστημα χτισμένο στο φως της ημέρας, τούβλο με ψηφιακό τούβλο, ενώ ήμασταν απασχολημένοι θαυμάζοντας πόσο λαμπερό φαινόταν.

Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιήσουν τι έχει κατασκευαστεί γύρω τους, θα είναι πολύ αργά για να ξεκλειδώσουν την πύλη.

Αυτό που εκτυλίσσεται σε όλη τη Γη σήμερα δεν είναι εκσυγχρονισμός, ούτε αποτελεσματικότητα.

Είναι η κατασκευή ενός παγκόσμιου πλέγματος ελέγχου, μιας ψηφιακής φυλακής, που σχεδιάστηκε από μια καταρρέουσα δυτική ελίτ για να επιβάλει εκ νέου την εξουσία σε πληθυσμούς που δεν ξέρουν πλέον πώς να κυβερνήσουν.

Αυτό το σύστημα ελέγχου δεν χτίστηκε κρυφά, δεν χρειαζόταν να είναι.

Χτίστηκε σε κοινή θέα, βήμα προς βήμα, καλυμμένο με τη γλώσσα του πατριωτισμού, της δημόσιας ασφάλειας, της ευκολίας και της τεχνολογικής προόδου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία, έθνη που εδώ και καιρό παρουσιάζονται στον κόσμο ως οι κύριοι υπερασπιστές της ελευθερίας ενάντια στην ξένη τυραννία, έχουν γίνει τα κύρια εργαστήρια για τα πιο προηγμένα συστήματα επιτήρησης και ελέγχου συμπεριφοράς που επινοήθηκαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία.

Εάν ζείτε στη Βρετανία και φαντάζεστε ότι αυτό είναι απλώς ένα αμερικανικό πρόβλημα, είναι καιρός να το ξανακοιτάξετε.

Η Βρετανία δεν υστερεί, είναι συχνά μπροστά.

Είτε μέσω της ανάπτυξης βιομετρικών συστημάτων αναγνώρισης, είτε μέσω της επέκτασης των δυνατοτήτων των αλγορίθμων προληπτικής αστυνόμευσης, είτε μέσω της σταθερής ποινικοποίησης της ειρηνικής διαμαρτυρίας, είτε μέσω του αναδυόμενου πλαισίου για τα ψηφιακά νομίσματα της κεντρικής τράπεζας, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι θύμα αυτής της ατζέντας.

Είναι ένας συν-αρχιτέκτονας, που χτίζει παράλληλα συστήματα μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες προς έναν κοινό στόχο:

να εξαλείψει τη διαφωνία, να αυτοματοποιήσει την υπακοή και να κλειδώσει ολόκληρους πληθυσμούς μέσα σε ένα κλουβί κατασκευασμένο χωρίς ορατές ράβδους

Τα θεμέλια αυτού του πλέγματος τέθηκαν κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας αντίδρασης σε αυτό που περιγράφηκε ως πανδημία.

Ενώ ο ίδιος ο ιός ήταν πραγματικός, τα μέτρα που ελήφθησαν στο όνομά του εξυπηρετούσαν έναν πολύ πιο στρατηγικό σκοπό.

Ο COVID-19 λειτούργησε ως η τέλεια ψυχολογική επιχείρηση, ένα τεστ αντοχής μεγάλης κλίμακας που σχεδιάστηκε για να ανακαλύψει πού ακριβώς βρίσκεται το όριο στο οποίο οι δημοκρατικοί πληθυσμοί θα αποδεχτούν οικειοθελώς τον ολοκληρωτικό έλεγχο, υπό την προϋπόθεση ότι θα τους προωθηθεί στο όνομα της δημόσιας υγείας και της συλλογικής ασφάλειας.

Τόσο στη Βρετανία όσο και στην Αμερική, οι εφαρμογές ανίχνευσης επαφών εισήγαγαν εκατομμύρια στην ιδέα ότι οι κινήσεις τους θα μπορούσαν και θα έπρεπε να παρακολουθούνται σε πραγματικό χρόνο.

Τα διαβατήρια εμβολίων εξαρτούσαν την πρόσβαση στη συνήθη δημόσια ζωή από το καθεστώς επαλήθευσης από το κράτος και οι υποδομές απομακρυσμένης εργασίας μετέφεραν τεράστιο αριθμό ανθρώπων σε κεντρικά διαχειριζόμενα, ψηφιακά επιτηρούμενα οικοσυστήματα.

Ακόμη και οι άμεσες πληρωμές που εκδόθηκαν από τις κυβερνήσεις χρησίμευσαν ως πιλοτικό πρόγραμμα, δοκιμάζοντας τη σκοπιμότητα προγραμματιζόμενων, ανιχνεύσιμων κεφαλαίων που παρέχονται απευθείας από το κράτος στο άτομο.

Οι ελίτ παρακολουθούσαν, μετρούσαν και μάθαιναν, περίεργο μυαλό.

Δεδομένου αρκετού φόβου, οι περισσότεροι άνθρωποι παρέδωσαν σχεδόν κάθε νομική και ηθική αρχή που προηγουμένως ισχυρίζονταν ότι υπερασπίζονταν.

Ο COVID δεν ήταν ποτέ το τέλος της ιστορίας, ήταν απλώς η αρχή.

Μόλις επικράτησε αυτή η αρχική προετοιμασία, ξεκίνησε η επόμενη φάση:

κατασκευή της ίδιας της μόνιμης υποδομής

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Πλαίσιο Εμπιστοσύνης για την Ψηφιακή Ταυτότητα και τα Χαρακτηριστικά έφτασε με εξαιρετικά μικρή δημόσια συζήτηση.

Παρουσιάζεται επίσημα ως ένας τρόπος εξορθολογισμού των υπηρεσιών και μείωσης της γραφειοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, θέτει τα θεμέλια για ένα ενιαίο, κεντρικό σύστημα ψηφιακής ταυτότητας, ένα σύστημα που συνδέει το όνομά σας, το πρόσωπό σας, τα βιομετρικά σας στοιχεία και το ιστορικό συμπεριφοράς σας σε ένα ενιαίο, συνεχώς ενημερωμένο προφίλ που ελέγχεται από πάνω προς τα κάτω.

Κανείς δεν ψήφισε υπέρ αυτού του συστήματος.

Κανένα κόμμα δεν έτρεξε σε αυτό.

Απλώς εμφανίστηκε, ενσωματώθηκε αθόρυβα στις τραπεζικές, ταξιδιωτικές και διαδικτυακές υπηρεσίες, μέχρι που η αποδοχή του έγινε λιγότερο επιλογή παρά απαίτηση για συμμετοχή στην κοινωνία.

Κυρίως, αυτό το σύστημα δεν περιορίζεται στις επίσημες κυβερνητικές λειτουργίες.

Έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί ως καθολικός φύλακας.

Η ψηφιακή σας ταυτότητα θα καθορίσει ποιος μπορεί να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό, ποιος μπορεί να κάνει κράτηση για ταξίδια, ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες, ποιος μπορεί να συμμετέχει στη δημόσια ζωή και ποιος όχι.

Ο δηλωμένος στόχος είναι η ασφάλεια.

Η πραγματική λειτουργία είναι η ταξινόμηση και ο περιορισμός.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συναρμολογούν την ίδια ακριβώς αρχιτεκτονική μέσω πρωτοβουλιών όπως το Υπουργείο Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας, συνδυάζοντας βιομετρική ταυτοποίηση, παρακολούθηση συναλλαγών IRS και πλατφόρμες ανάλυσης συμπεριφοράς που αναπτύχθηκαν από ιδιώτες εργολάβους.

Στη Βρετανία, η HM Revenue and Customs χρησιμοποιεί ήδη αλγόριθμους προφίλ κινδύνου που επισημαίνουν άτομα με βάση τα πρότυπα δραστηριότητας, μοιράζοντας αυτές τις πληροφορίες μεταξύ των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και ασφάλειας.

Τα όρια μεταξύ δημόσιας διακυβέρνησης και ιδιωτικής διαχείρισης δεδομένων έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, αγαπητέ αναγνώστη.

Οι υποστηρικτές αυτών των συστημάτων μερικές φορές επισημαίνουν τα λεγόμενα αποκεντρωμένα πλαίσια ταυτότητας σαν να προσφέρουν προστασία κατά της κατάχρησης, αλλά πλατφόρμες όπως Dock.io δεν αλλάζουν τίποτα θεμελιώδες σχετικά με την υποκείμενη δυναμική εξουσίας.

Μπορεί να αποθηκεύουν δεδομένα με διαφορετικό τρόπο, αλλά εξακολουθούν να απαιτούν επαλήθευση, επικύρωση και έγκριση από τους ίδιους φύλακες: τράπεζες, εργοδότες και κρατικές αρχές.

Ένα blockchain δεν σας παρέχει ελευθερία εάν κάποιος άλλος εξακολουθεί να κατέχει τα κλειδιά του λογαριασμού σας.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι πού βρίσκονται οι πληροφορίες σας, αλλά ποιος αποφασίζει αν είναι έγκυρες και τι σας συμβαίνει όταν αποφασίσει ότι δεν είναι.

Αυτό δεν είναι αποκέντρωση.

Είναι απλώς μια μεταφορά εξουσίας προς θεσμούς ακόμη λιγότερο ορατούς και λιγότερο υπόλογους από αυτούς που μπορούμε να δούμε.

Όταν τα συστήματα ψηφιακής ταυτότητας συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση συμπεριφοράς, αναδύεται κάτι πολύ πιο δυσοίωνο: η μετάβαση από την αντίδραση στο έγκλημα στην πρόληψή του πριν συμβεί, ή ακριβέστερα, πριν καν συλληφθεί.

Έρευνα που δημοσιεύτηκε από το Εργαστήριο Αμυντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Ηνωμένου Βασιλείου έχει συζητήσει ανοιχτά ένα μέλλον όπου τα άτομα κατηγοριοποιούνται και παρακολουθούνται με βάση τη στατιστική τους πιθανότητα να γίνουν κίνδυνος.

«Μπορεί να υπάρξει μετάβαση από τη θεραπεία της απειλής στη θεραπεία του κινδύνου. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα μέλλον όπου τα άτομα κατηγοριοποιούνται και παρακολουθούνται με βάση τη στατιστική τους πιθανότητα να γίνουν κίνδυνος και όχι τις ενέργειές τους».

- Εργαστήριο Αμυντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας

Σε απλή γλώσσα, αυτό σημαίνει περιορισμούς που τίθενται στους ανθρώπους, τα ταξίδια τους, την ομιλία τους και την πρόσβασή τους σε πόρους, με βάση όχι αυτό που έχουν κάνει, αλλά με βάση αυτό που ένας αλγόριθμος προβλέπει ότι μπορεί να κάνουν μια μέρα.

Αυτό δεν είναι πλέον θεωρητικό.

Ήδη εκτυλίσσεται γύρω μας.

Κάντε δωρεά σε έναν οργανισμό που δεν αντιμετωπίζεται ευνοϊκά από τις αρχές και οι συναλλαγές σας ενδέχεται να επισημανθούν.

Παρακολουθήστε μια διαμαρτυρία εκτός επίσημα καθορισμένων ορίων και η πρόσβασή σας στις υπηρεσίες μπορεί να περιοριστεί σιωπηλά.

Αγοράστε έναν συνδυασμό στοιχείων που ταιριάζει με ένα ύποπτο προφίλ και το όνομά σας μπορεί να προστεθεί σε μια λίστα παρακολούθησης.

Εγγραφείτε σε μια άποψη που θεωρείται απαράδεκτη και η βαθμολογία φήμης σας προσαρμόζεται ανάλογα.

Δημοσιεύστε περιεχόμενο που αμφισβητεί την επίσημη αφήγηση και μπορεί να βρεθείτε να χαρακτηρίζεστε ως ενισχυτική παραπληροφόρηση, με πραγματικές συνέπειες για την ικανότητά σας να λειτουργείτε κανονικά.

Δεν πρόκειται πλέον για την αστυνόμευση αυτού που κάνουν οι άνθρωποι.

Αφορά όλο και περισσότερο την αστυνόμευση του τι σκέφτονται ή τι μπορεί να σκεφτούν στο μέλλον.

Γιατί πιέζουν τόσο σκληρά για να χτίσουν αυτό το σύστημα;

Επειδή οι παλιοί τρόποι επιρροής των ανθρώπων καταρρέουν.

Εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, στους καθιερωμένους θεσμούς:

καταρρέει

«Ο κόσμος μας υποφέρει από μια κακή περίπτωση «Διαταραχής Ελλειμματικής Εμπιστοσύνης»... Οι άνθρωποι αισθάνονται κατασταλαγμένοι και τυλιγμένοι στον φόβο.

Βλέπουν τη διαφθορά να διευρύνεται, βλέπουν την ανισότητα να αυξάνεται... Βλέπουν το κατεστημένο να τους αγνοεί και χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα πολιτικά κατεστημένα».

- António Guterres, Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ

Οι άνθρωποι αμφισβητούν την εξουσία σε αριθμούς που κάνουν το κατεστημένο πραγματικά νευρικό.

Όταν η πειθώ αποτυγχάνει, σε όλη την ιστορία, η εξουσία πάντα στρεφόταν στον έλεγχο.

Αυτό βλέπουμε τώρα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο νόμος περί αστυνομίας, εγκλήματος, ποινών και δικαστηρίων έχει ξαναγράψει θεμελιωδώς τι σημαίνει διαμαρτυρία ή τι επιτρέπεται να σημαίνει.

«Αυτές οι αλλαγές προαναγγέλλουν μια θεμελιώδη συνταγματική αλλαγή του νόμου, μακριά από ένα πλαίσιο για τη διευκόλυνση της ειρηνικής διαμαρτυρίας προς ένα σύστημα επέκτασης του κρατικού ελέγχου και πρόληψης της διαφωνίας».

- JUSTICE UK, Φιλανθρωπική Έκθεση Νομικής Μεταρρύθμισης

Μια διαδήλωση μπορεί να περιοριστεί ή να απαγορευτεί εντελώς επειδή μπορεί να είναι θορυβώδης, επειδή μπορεί να είναι άβολη ή επειδή μπορεί να προκαλέσει ενόχληση.

«Ο θόρυβος που δημιουργείται από άτομα που συμμετέχουν στην πομπή/συγκέντρωση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή διακοπή των δραστηριοτήτων μιας οργάνωσης» ή μπορεί να προκαλέσει στους ανθρώπους που βρίσκονται στην περιοχή «σοβαρή ανησυχία, συναγερμό ή αγωνία».

- Άρθρο 12 και άρθρο 14 του νόμου περί δημόσιας τάξης του 1986

Δεν χρειάζεται να έχετε διαπράξει αδίκημα.

Απλά πρέπει να κριθείτε δυνητικά ενοχλητικοί.

Το μήνυμα είναι ανατριχιαστικά σαφές:

Έχετε άδεια ύπαρξης, αλλά δεν έχετε άδεια να αντιταχθείτε

Εάν η ψηφιακή ταυτότητα είναι η κλειδαριά στο κλουβί, τα ψηφιακά νομίσματα της κεντρικής τράπεζας είναι οι ίδιες οι μπάρες.

Η αναδυόμενη ψηφιακή λίρα της Τράπεζας της Αγγλίας, που αντικατοπτρίζεται από τις εξελίξεις στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως, παρουσιάζεται ως η φυσική εξέλιξη του χρήματος, ταχύτερη, ασφαλέστερη, πιο βολική.

Αλλά αυτό που εισάγει για πρώτη φορά στην ιστορία είναι η συνολική δυνατότητα προγραμματισμού σε πραγματικό χρόνο σε κάθε μονάδα νομίσματος που κατέχετε.

Τα χρήματά σας θα μπορούσαν να λήξουν εάν δεν δαπανηθούν εντός χρονικού πλαισίου που θεωρείται κοινωνικά χρήσιμο.

Θα μπορούσε να περιοριστεί η δαπάνη του σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών ή υπηρεσιών.

"Η εισαγωγή της ψηφιακής ταυτότητας αποτελεί σημαντική απειλή για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες μας... Αναγκάζοντας τα άτομα να βασίζονται σε ένα ψηφιακό διακριτικό για πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, δημιουργούμε μια κοινωνία δύο επιπέδων όπου όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συμμετάσχουν αποκλείονται από τη δημόσια ζωή.

Επιπλέον, η δυνατότητα σύνδεσης της ψηφιακής ταυτότητας με τη βαθμολόγηση συμπεριφοράς ή τα ψηφιακά νομίσματα της κεντρικής τράπεζας (CBDC) ανοίγει την πόρτα σε ένα δυστοπικό σύστημα κοινωνικής πίστωσης, όπου η πρόσβαση ενός ατόμου σε αγαθά, υπηρεσίες, ακόμη και η ικανότητά του να ταξιδεύει θα μπορούσε να περιοριστεί με βάση τη συμμόρφωσή του με τις κρατικές εντολές ή τους κοινωνικούς κανόνες».

- Επιτροπή του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου

Θα μπορούσε να μην είναι διαθέσιμο σε τοποθεσίες εκτός επίσημα εγκεκριμένων ζωνών.

«Οι έλεγχοι για το πότε και πού μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα, με βάση το χρόνο ή την τοποθεσία... Η στροφή σε προγραμματιζόμενο χρήμα ανοίγει το δρόμο για αυξημένο έλεγχο για τον εκδότη».

- Ψηφιακά νομίσματα Κεντρικής Τράπεζας: Τι πρέπει να γνωρίζετε

Θα μπορούσε ακόμη και να μειωθεί ή να παγώσει εξ ολοκλήρου με βάση το κοινωνικό σας πιστωτικό σκορ, το αποτύπωμα άνθρακα, την ομιλία σας στο διαδίκτυο ή τις πολιτικές σας ενώσεις.

«Οι κίνδυνοι ενισχύονται όταν οι ψηφιακές ταυτότητες συνδυάζονται με τεχνητή νοημοσύνη (AI) και ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας (CBDC), τα οποία μαζί επιτρέπουν την προγραμματιζόμενη επιβολή της οικονομικής και πολιτικής συμμετοχής που συνδέεται με την ταυτότητα.

Αυτή η ενοποίηση κινδυνεύει να δημιουργήσει μια νέα μορφή οικονομικού αυταρχισμού και να μειώσει τα δικαιώματα σε ανακλητά προνόμια».

- Υποχρεωτική ψηφιακή ταυτοποίηση και ακεραιότητα της δημοκρατίας: επιτήρηση, αποκλεισμός και κίνδυνος αυταρχικής αναβίωσης

Ο εργοδότης σας σας πληρώνει, αλλά τελικά, δεν είναι δικό σας.

Σας έχει εξουσιοδοτηθεί , υπό όρους, από τον εκδότη.

Όπως έχουν προειδοποιήσει πολλοί ανεξάρτητοι αναλυτές, τα CBDC δεν αποτελούν αναβάθμιση σε νόμισμα.

Είναι μια πλήρης αντιστροφή της σχέσης μεταξύ πολίτη και κράτους, μετατρέποντας τα χρήματα από κάτι που κερδίζετε και κατέχετε σε κάτι που επιτρέπεται να χρησιμοποιήσετε, κατά την κρίση κάποιου άλλου.

Είναι εύκολο να το απορρίψετε αυτό ως κινδυνολογία, μέχρι να δείτε τι είναι ήδη σε ισχύ.

Το βιομετρικό σας διαβατήριο συνδέει τη φυσική σας ταυτότητα με διεθνείς βάσεις δεδομένων.

«Ο ορισμός των βιομετρικών πληροφοριών (βιομετρικά στοιχεία) για σκοπούς μετανάστευσης ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου περί συνόρων του Ηνωμένου Βασιλείου του 2007, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 12 του νόμου περί μετανάστευσης του 2014.

Αυτό τυποποίησε τον ορισμό των βιομετρικών πληροφοριών σε όλους τους νόμους περί μετανάστευσης.

Είναι πληροφορίες σχετικά με τα εξωτερικά φυσικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα.

Αναφέρεται επίσης στα χαρακτηριστικά της ίριδας ως παράδειγμα, αλλά αυτό δεν χρησιμοποιείται επί του παρόντος για σκοπούς μετανάστευσης.

Ο ορισμός μπορεί να επεκταθεί προκειμένου να καλύψει εσωτερικά χαρακτηριστικά, εφόσον μπορούν να μετρηθούν εξωτερικά».

- HMRC, Εισαγωγή βιομετρικών πληροφοριών

Η τραπεζική σας εφαρμογή γνωρίζει ακριβώς πού ξοδεύετε, σε τι τα ξοδεύετε και πότε.

Αρκετές εφαρμογές προσωπικής τραπεζικής στο Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν ενσωματωμένους ιχνηλάτες από τρίτες διαφημιστικές εταιρείες και μεσίτες δεδομένων.

Αυτά τα κρυφά σενάρια συλλέγουν αθόρυβα μη βασικά δεδομένα πελατών, συμπεριλαμβανομένου του λεπτομερούς ιστορικού τοποθεσίας, των μοναδικών διακριτικών αναγνώρισης συσκευής και της παρακολούθησης IP σε πραγματικό χρόνο.

Αυτός ο κώδικας εκτελεί εκατοντάδες αυτοματοποιημένες «επανακλήσεις» ανά ώρα σε εταιρικούς διακομιστές, μεταδίδοντας τις συνήθειες των χρηστών ακόμα και όταν η τραπεζική εφαρμογή εκτελείται αθόρυβα στο παρασκήνιο».

- TechHQ, Διερεύνηση Απορρήτου

Το τηλέφωνό σας παρακολουθεί τις κινήσεις σας με εκπληκτική ακρίβεια, συχνά ακόμη και όταν οι υπηρεσίες τοποθεσίας φαίνεται να είναι απενεργοποιημένες.

«Περιγράφουμε το PinMe, έναν νέο μηχανισμό εντοπισμού χρήστη που εκμεταλλεύεται μη αισθητηριακά/αισθητηριακά δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο smartphone, π.χ. την πίεση του αέρα του περιβάλλοντος, μαζί με δημόσια διαθέσιμες βοηθητικές πληροφορίες, π.χ. υψομετρικούς χάρτες, για να εκτιμήσει την τοποθεσία του χρήστη όταν όλες οι υπηρεσίες τοποθεσίας, π.χ. GPS, είναι απενεργοποιημένες».

- Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Ερευνητική Εργασία Μηχανικής

Οι διαδικτυακές σας αλληλεπιδράσεις συλλέγονται, ταξινομούνται και αναλύονται, όχι από έναν οργανισμό, αλλά από ένα εκτεταμένο, αόρατο δίκτυο αυτών.

Τίποτα από αυτά δεν εγκρίθηκε με μία μόνο ψηφοφορία του κοινού.

Κανένα από αυτά δεν υπόκειται σε ουσιαστική ανεξάρτητη εποπτεία.

Και όλα αυτά λειτουργούν ήδη.

Δεν μας κυβερνούν άνθρωποι που μπορούμε να ψηφίσουμε, αλλά συστήματα που δεν μπορούμε καν να δούμε. αλγόριθμοι, πρωτόκολλα, αυτοματοποιημένες αποφάσεις που φτάνουν χωρίς εξήγηση και δεν μπορούν να προσβληθούν.

Αυτή είναι η ουσία της τεχνοκρατίας:

διακυβέρνηση από εμπειρογνώμονες που μετονομάζονται σε ουδέτερη διοίκηση, όπου οι πολιτικές επιλογές μεταμφιέζονται σε τεχνικές

Δεν θα υπάρξει ποτέ μια στιγμή που θα ανακοινώσουν ότι το σύστημα έχει ολοκληρωθεί.

Απλώς θα τελειώσει μια μέρα και θα συνειδητοποιήσουμε ότι η αλλαγή συνέβη ενώ κοιμόμασταν.

Η τεχνολογία είναι ουδέτερη, μπορεί να απελευθερώσει ή να υποδουλώσει ανάλογα με το ποιος τη σχεδιάζει και για ποιο σκοπό.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι η σκόπιμη κατασκευή τεχνολογίας που προορίζεται να κάνει το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται.

Υπόσχεται σύνδεση αλλά παρέχει επιτήρηση.

Υπόσχεται ευκολία αλλά προσφέρει εξάρτηση.

Και υπόσχεται ασφάλεια αλλά παρέχει έλεγχο.

Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να το σταματήσουμε εν μία νυκτί, το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να περπατάμε πρόθυμα μέσα από το τουρνικέ, παραδίδοντας τα δεδομένα μας, την αυτονομία μας και την ελευθερία μας μια μικρή ευκολία τη φορά.

Το δίκτυο δεν κατασκευάζεται κάπου μακριά.

Χτίζεται αυτή τη στιγμή, στην καθημερινότητά σας, και η πόρτα κλείνει.

https://enaasteri.blogspot.com/