«Βρίσκονται εδώ άνθρωποι που θέλουν να κρατήσουν την μνήμη των διαφορετικών παραδόσεων. Βρίσκονται ως επί το πλείστον μέσα σε μια κοινωνία που πρέπει να τους υποδέχεται. Θέλουμε την ενσωμάτωση, θέλουμε την συμπερίληψη και θέλουμε επίσης αυτή την πολυπολιτισμικότητα που βλέπουμε να εκδηλώνεται εδώ η οποία γίνεται στη βάση ορισμένων αρχών που πρέπει να παραδεχόμαστε όπως: τα ανθρώπινα δικαιώματα για όλους, την ισότητα του άνδρα με τη γυναίκα, τα δικαιώματα των παιδιών, την διάκριση ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο χώρο. Όλα αυτά μέσα στο θεσμικό, δικαιικό και συνειδησιακό πλαίσιο είναι αδιαπραγμάτευτα. Η Κρήτη και η Ελλάδα θα πρέπει να καλοδέχονται τους μετανάστες. Θα πρέπει να καλοδέχονται τους ανθρώπους από άλλες χώρες ακόμα και για λόγους που έχουν να κάνουν με την βιωσιμότητα τους, την οικονομική και τελικά την εθνική όσο και αν αυτό ακούγεται αντιφατικό αλλά μόνο για όσους έχουν ξενοφοβικά αντανακλαστικά». ~ Δήμαρχος Ἡρακλείου Κρήτης, Ἀλέξης Καλοκαιρινός ( ἀπό ἐδῶ)
Καί :
Γιά τά Τέμπη, τό Μάτι ( πού ξεχάστηκε),τήν προδοσία τῆς Μακεδονίας ( πού ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ ), γιά τό « ἔχει σύνορα ἡ θάλασσα ;», γιά τό κάθε ΟΠΕΚΕΠΕ, τίς ὀρδές πού ξεβράζονται στήν Κρήτη καί οἱ τοπικές ἀρχές "Καλωσορίζουν", γιά κάθε παλιό καί νέο σκάνδαλο πού ὁ Ἕλλην λησμονάει, γιά τόν Κασσελάκη, τήν Ἡλέκτρα-Ῥώμη, τήν ἀνώμαλη φόνισσα,τόν «Ἂνδρέα σῶσε μας», τά «μέσα σ᾿ὅλα» κομμούνια, κι᾿ἐν τέλει τήν δημοκρατία τους :
«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περίγελα καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωΐλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»
( Ἀπόσπασμα ἀπό τήν « Ἀποκριτική Γραφή » - 1908)
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!
Τό ποίημα "Ὁ γκρεμιστής" γράφτηκε τό 1907 καί ἀνήκει στήν συλλογή : « Δειλοί καί κρυφοί στίχοι » ,1928.
Εὐχαριστῶ τόν ἀγαπητό Ἄγι γιά τά βίντεο. Εὐχαριστῶ καί τόν ἀγαπητό Pat γιά τήν ἔμπνευσιν ...
Ἡ Πελασγική

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου