πηγή: εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”
Τι μου είπαν Μουτσόπουλος και Ταχιάος για τον Σαμουήλ
Να δώσουμε τα οστά του Σαμουήλ αλλά να πάρουμε το σύνολο των συληθέντων.
Του Παντελή Σαββίδη
Σήμερα Σάββατο 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, προγραμματίζεται η υπογραφή των πρωτοκόλλων για την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία και την παράδοση των οστών που αποδίδονται στον Σαμουήλ, μαζί με το ανθρωπολογικό υλικό των τεσσάρων σαρκοφάγων του Αγίου Αχιλλείου. Το σχετικό μνημόνιο υπογράφηκε στις 29 Σεπτεμβρίου. Η συνάντηση στη Θεσσαλονίκη φέρνει στο προσκήνιο μια υπόθεση αρχαιολογική, ιστορική και, πλέον, βαθιά πολιτική.
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος αντέδρασε με επιστολή προς τη Λίνα Μενδώνη. Καταγγέλλει ότι δεν ενημερώθηκε ούτε συμμετείχε στις διαβουλεύσεις. Υπενθυμίζει ότι μόνο από την Εικοσιφοίνισσα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, αφαιρέθηκαν 800 κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Το ερώτημά του είναι: παραδίδοντας τα οστά, τι δυνατότητα διεκδίκησης διατηρούμε για τους υπόλοιπους θησαυρούς;
Η επιστροφή των 48 αντικειμένων είναι καλοδεχούμενη. Η κυβέρνηση, όμως, καλείται να απαντήσει στο γιατί παραδίδει το μείζον που ζητεί η άλλη πλευρά, αφήνοντας τα χειρόγραφα για μελλοντικές διαπραγματεύσεις; Όταν δώσεις αυτό που αποτελεί το ισχυρό σου αντάλλαγμα, δεν συνεχίζεις από την ίδια θέση. Η Σόφια θα έχει αποκτήσει τα οστά. Η Ελλάδα θα περιμένει ακόμη τους θησαυρούς της. Η ανακοίνωση για συνέχιση των συνομιλιών δεν αναιρεί αυτή την ανισορροπία. Χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ο κίνδυνος είναι να αντικατασταθεί η διαπραγμάτευση με επαναλαμβανόμενα αιτήματα επιστροφής. Αυτό ακριβώς οφείλει να αποτρέψει η κυβέρνηση πριν από την παράδοση.
Η είδηση με γύρισε σε μια παλαιότερη συζήτηση στις «Ανιχνεύσεις» της ΕΡΤ3 με τον Νίκο Μουτσόπουλο και τον Αιμίλιο Ταχιάο. Κυρίως στη συγκίνηση του Μουτσόπουλου όταν περιέγραφε την ανασκαφή του στον Άγιο Αχίλλειο της Πρέσπας. Για εκείνον, τα οστά είχαν πίσω τους χρόνια έρευνας, επιτόπιας παρατήρησης και προσωπικού μόχθου.
Ο καθηγητής περιέγραφε έναν ακέραιο, ασύλητο τάφο, σφραγισμένο με ασβεστοκονίαμα. Όταν τον άνοιξε, η κατάσταση διατήρησης του νεκρού τον συγκλόνισε. «Όταν το άνοιξα, τρόμαξα», μου έλεγε. Η αφήγησή του είχε την ένταση του ανθρώπου που ξαναβλέπει μπροστά του τη στιγμή της αποκάλυψης.
Αρχίζοντας την προσεκτική εξέταση, παρατήρησε ότι ο σκελετός είχε το χρώμα της πορφύρας. Το συνέδεσε με πορφυρό ύφασμα που είχε καλύψει τον νεκρό, ένδειξη υψηλού αξιώματος. Στην περιοχή της λεκάνης εντόπισε χρυσοκέντητο βυζαντινό ύφασμα με αετούς. Τέτοια υφάσματα, εξηγούσε, συνδέονταν με την αυτοκρατορική αυλή και προσφέρονταν σε εξέχοντα πρόσωπα.
Περιέγραφε ακόμη υπολείμματα ενός ενδύματος με χρυσές ίνες. Για να γίνει κατανοητός, το παρομοίαζε με «χρυσό πουλόβερ». Είχε μελετήσει το πάχος και την πλέξη των ινών, τις μικρές δεσμίδες που σχημάτιζαν κάτι σαν κοτσίδες. Αυτές οι λεπτομέρειες έδιναν στην αφήγησή του τη συγκεκριμένη υφή της ανασκαφής: τον νεκρό, το ύφασμα, το υλικό που διασωζόταν και περίμενε ερμηνεία
Το στοιχείο που θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το τραυματισμένο αριστερό άνω άκρο. Το οστό είχε σπάσει και είχε πωρωθεί σε λανθασμένη θέση. Ο Μουτσόπουλος συνέδεε το εύρημα με τις ιστορικές μαρτυρίες για τον τραυματισμό του Σαμουήλ στη μάχη του Σπερχειού. Η σύνδεση αυτή, μαζί με τα πολυτελή υφάσματα και τη θέση της ταφής, τον οδήγησε στην απόδοση του σκελετού στον ηγεμόνα. Αυτή ήταν η ερμηνεία του ανασκαφέα, την οποία υποστήριζε με βεβαιότητα.
Η περιγραφή είχε και μια προσωπική πλευρά. Μου είπε ότι είχε και ο ίδιος παρόμοιο τραυματισμό, με λανθασμένη πώρωση του χεριού. Η σύμπτωση τον είχε ταράξει. Δεν αποτελούσε αρχαιολογικό τεκμήριο, αλλά εξηγούσε τη συγκίνηση με την οποία επέστρεφε στην εικόνα του σκελετού.
Η έρευνά του δεν σταματούσε στον τάφο. Είχε εξετάσει, όπως ανέφερε, περίπου 9.000 πέτρες της βασιλικής, αναζητώντας επιγραφές και χαράγματα. Στην ανατολική πλευρά εντόπισε επίκληση υπέρ ενός Ιωάννη. Συνέδεε την οικοδόμηση του ναού με τεχνίτες από τη Λάρισα, από όπου ο Σαμουήλ είχε μεταφέρει στην Πρέσπα το λείψανο του Αγίου Αχιλλείου και μέρος του πληθυσμού.
Ήθελε επίσης η ταύτιση να εξεταστεί πέρα από τα όρια της δικής του έρευνας. Έστειλε αντίγραφα του κρανίου στο Ερεβάν, στη Μόσχα και στη Βουλγαρία. Ο Ταχιάος επιβεβαίωνε τη δική του συμμετοχή: είχε μεταφέρει έκτυπο στη Μόσχα, για εξέταση και αναπαράσταση του προσώπου με τη μέθοδο Γκεράσιμοφ. Έτσι, η συζήτηση για τα οστά απέκτησε διεθνή επιστημονική διάσταση.
Η διπλωματική τους σημασία επίσης δεν εμφανίστηκε σήμερα. Σε πρόσφατη δημόσια μαρτυρία του, ο πρώην υπουργός Κώστας Τζαβάρας αναφέρει ότι το 2012 συζήτησε με τον Μουτσόπουλο την ανταλλαγή των οστών με τα λεηλατημένα κειμήλια και χειρόγραφα των μοναστηριών. Κατά την αφήγησή του, την πρόταση είχε υποβάλει ο ίδιος ο καθηγητής στον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Η σύνδεση των δύο υποθέσεων είχε, συνεπώς, σαφή στόχο αποκατάστασης των απωλειών.
Στη δική μας συζήτηση ο Μουτσόπουλος μιλούσε για τις πολυετείς προσπάθειές του να εντοπίσει τους θησαυρούς της Εικοσιφοίνισσας. Αναφερόταν στα χειρόγραφα που είχαν αφαιρεθεί και έλεγε ότι χρειάστηκε είκοσι χρόνια για να βρει σε ποια υπόγεια της Βουλγαρίας ήταν κρυμμένα. «Ξέρω πού είναι και ο κατάλογος όλων αυτών των πραγμάτων», υπογράμμιζε. Η αναφορά του στα κρυμμένα αντικείμενα αφορούσε τους λεηλατημένους θησαυρούς. Είναι μια μαρτυρία που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στη σημερινή απαίτηση να επιστρέψουν και τα χειρόγραφα.
Εδώ βρίσκεται η ευθύνη της κυβέρνησης. Ο Μουτσόπουλος αναζητούσε επί δεκαετίες τα ίχνη της λεηλασίας και συνέδεε το εύρημά του με την επιστροφή των θησαυρών. Γιατί σήμερα τα οστά παραδίδονται, ενώ τα χειρόγραφα παραπέμπονται στο μέλλον; Ποια επιστροφή έχει συμφωνηθεί, πότε και με ποιους όρους; Η δυσπιστία αφορά τη στάση της βουλγαρικής πλευράς και την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διαπραγμάτευσης. Τα μοναστήρια χρειάζονται αποτελέσματα. Αν η κυβέρνηση δώσει πρώτα αυτό που της ζητούν, η ισοτιμία των επόμενων συνομιλιών θα έχει ήδη υπονομευθεί. Τότε η επίκληση της καλής θέλησης δεν θα αναπληρώνει το διαπραγματευτικό μέσο που παραδόθηκε χωρίς να εξασφαλιστεί η συνέχεια.
Ο Ταχιάος έδινε την ευρύτερη ιστορική εικόνα. Ο Σαμουήλ επιδίωκε, εξηγούσε, τη βουλγαρική σφραγίδα για να εμφανιστεί ως διάδοχος του πρώτου βουλγαρικού κράτους. Αυτό δεν σήμαινε ότι οι πληθυσμοί και ο πολιτισμός του κράτους του ήταν ομοιογενείς. Η πολιτική ονομασία δεν απαντά αυτομάτως σε κάθε ερώτημα καταγωγής.
Στη συζήτηση αναφερόταν και η αρμενική καταγωγή της μητέρας του, της Ριψιμίας. Ο Μουτσόπουλος συνέδεε με αυτήν και την αποστολή αντιγράφου του κρανίου στο Ερεβάν. Η αρμενική οικογενειακή σύνδεση παρουσιαζόταν ως στοιχείο της καταγωγής του, ενώ η βουλγαρική ιδιότητα αφορούσε τον τίτλο και την πολιτική του εξουσία. Δεν πρέπει να συγχέουμε τα δύο.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει πριν από την παράδοση. Αν δώσεις το μείζον που σου ζητούν, δεν μπορείς να θεωρείς δεδομένες τις ισότιμες διαπραγματεύσεις για όσα ακόμη διεκδικείς. Χωρίς εγγυήσεις για τα χειρόγραφα, η Θεσσαλονίκη κινδυνεύει να γίνει η τελετή μιας χαμένης διαπραγματευτικής ευκαιρίας.
https://www.anixneuseis.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου