Είμαι ογδόντα χρονών. Έμεινα μόνος σ’ αυτό το σπίτι εδώ και οχτώ χρόνια, από τότε που έφυγε η γυναίκα μου. Τα παιδιά είναι μακριά — ο ένας στην Ισπανία, η κόρη στην Αθήνα. Έρχονται σπάνια, στις γιορτές, αν μπορέσουν. Το σπίτι είναι πολύ μεγάλο για έναν μόνο άνθρωπο. Κάποτε ήταν γεμάτο. Τώρα είναι άδειο και σιωπηλό.
Έχω μια συνήθεια που δεν μπορώ να εξηγήσω ούτε στον εαυτό μου. Κάθε βράδυ, όταν ετοιμάζομαι για ύπνο, ελέγχω την πόρτα του σπιτιού, μα την αυλόπορτα προς τον δρόμο την αφήνω ξεκλείδωτη. Δεν τραβώ το σύρτη. Λέω συνέχεια: «Ίσως γυρίσει κάποιος. Να μη βρει την πόρτα κλειστή.»
Μόνο όσοι έχουν μείνει μόνοι, σε ένα σπίτι όπου κάποτε υπήρχε πάντα κάποιος, ξέρουν πως μερικές συνήθειες δεν είναι θέμα λογικής — είναι θέμα της ελπίδας που δεν μπορείς να σβήσεις, όσο κι αν σου λέει το μυαλό πως είναι μάταιο.
Όταν ήμουν νέος, η πόρτα μας δεν έκλεινε ποτέ στ’ αλήθεια. Μπαινόβγαιναν τα παιδιά, έρχονταν οι γείτονες για μια κουβέντα, περνούσαν οι συγγενείς, σταματούσαν οι διαβάτες. Η γυναίκα μου έλεγε πάντα: «Το σπίτι με την πόρτα κλειστή είναι σπίτι νεκρό.» Έτσι την αφήναμε πάντα ανοιχτή, και ο κόσμος έμπαινε κι έβγαινε, κι έτσι το σπίτι ζούσε.
Τώρα πια δεν έρχεται κανείς. Οι μέρες περνούν και κανείς δεν χτυπά την πόρτα. Μα εγώ την αφήνω ακόμα ξεκλείδωτη. Ίσως τα παιδιά να το αποφασίσουν, ένα βράδυ, και να έρθουν ξαφνικά. Ίσως ένα εγγόνι. Ίσως, ποιος ξέρει, μια σκιά από το παρελθόν. Θέλω, αν συμβεί αυτό το θαύμα, να μη βρει μια αυλόπορτα κλειδωμένη. Να ξέρουν πως τους περιμένω. Πως η θέση τους είναι πάντα εδώ.
Οι γείτονες μου λένε πως είναι επικίνδυνο, στην ηλικία μου, μόνος, με την πόρτα ξεκλείδωτη. «Μπορεί να μπει κανείς κακός, μπάρμπα Γιάννη.» Τους χαμογελώ. Τι να μου πάρουν; Τη φτώχεια μου; Όχι, δεν φοβάμαι τους κλέφτες. Μόνο μια κλειστή πόρτα φοβάμαι, που θα έλεγε, σιωπηλά, πως δεν περιμένω πια κανέναν.
Πόσοι άραγε γέροντες σ’ αυτά τα χωριά αφήνουν, όπως εγώ, μια πόρτα ξεκλείδωτη, ένα φως αναμμένο, ένα αθόρυβο σημάδι πως ακόμα ελπίζουν να γυρίσει κάποιος κοντά τους;
Ένα πρωί ξύπνησα και, στην αυλή, στην πόρτα, ήταν η κόρη μου. Είχε έρθει από την Αθήνα απροειδοποίητα, τη νύχτα, και είχε μπει χωρίς να με ξυπνήσει, για να μου κάνει έκπληξη. «Καλά που δεν είχες την πόρτα κλειδωμένη, πατέρα», μου είπε, γελώντας. «Μπήκα κατευθείαν.» Δεν έμαθε ποτέ γιατί έκλαιγα όταν την αγκάλιασα. Όχι μόνο από χαρά. Αλλά γιατί, ύστερα από οχτώ χρόνια, εκείνη η ξεκλείδωτη πόρτα είχε καλέσει, επιτέλους, κάποιον να γυρίσει σπίτι. Και τότε κατάλαβα πως δεν περίμενα μάταια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου