Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Παιχνίδια μιας αλλης εποχής

 

Παλιότερα, δεν είχαμε τηλεοράσεις να μας κρατάνε μέσα, ούτε λεφτά για παιχνίδια από το μαγαζί. Οι μανάδες μας ήταν στην αυλή, στο πλύσιμο, στο μαγείρεμα, κι εμείς είχαμε για σαλόνι τον δρόμο. Το καλντερίμι ήταν η πίστα μας, από το πρωί που σχόλαγε το σχολείο μέχρι που έπεφτε ο ήλιος πίσω από το βουνό και δεν βλέπαμε πια τη μπίλια στο χώμα και τα πιο ωραία παιχνίδια ήταν αυτά που τα φτιάχναμε με τα χέρια μας. Όπως εδώ.
Αριστερά, τα αγόρια έχουν στρώσει τους βόλους στη σειρά πάνω στην πέτρα. Σκύβουν, μετράνε με το μάτι την απόσταση, σφίγγουν τη «μάνα» στο χέρι. Όποιος πετύχαινε, κέρδιζε. Και δεν ήταν οι γυάλινοι, οι ακριβοί. Οι περισσότεροι ήταν από πηλό, φαγωμένοι από το πολύ παίξιμο. Η χαρά ήταν ίδια.
Δίπλα τους, το κοριτσάκι με το φορεματάκι τρέχει με το τσέρκι του. Ξύλινο, από βαρέλι, όχι σιδερένιο σαν των αγοριών. Το κρατάει με μια βέργα και το κυλάει, και όλο το παιχνίδι ήταν να μην του πέσει, να το φτάσει μέχρι την εκκλησία και πίσω χωρίς να σταματήσει.
Πιο πίσω ακούς το γδούπο από το πατίνι. Δυο σανίδες, τρία ρουλεμάν που τα βρήκαμε στο μηχανουργείο του κυρ-Μήτσου, ένα τιμόνι από ξύλο. Δεν είχε φρένα, δεν είχε σέλα. Έβαζες το ένα πόδι πάνω και με το άλλο έσπρωχνες με δύναμη πάνω στις πλάκες. Όποιος είχε πατίνι ήταν ο βασιλιάς του δρόμου για μια μέρα.
Τα κορίτσια; Είχαν πιάσει τη σειρά τους. Οι δυο μεγαλύτερες έκαναν την καμάρα με τα χέρια ψηλά, η μία ήταν ο ήλιος, η άλλη το φεγγάρι. Και τα υπόλοιπα περνούσαν από κάτω τραγουδώντας «περνά, περνά η μέλισσα, με τα μελισσόπουλα». Γελούσαν, έσπρωχναν η μία την άλλη, και όταν έκλεινε η καμάρα, διάλεγες μεριά. Πιο κει, άλλες πιασμένες χέρι χέρι, γύριζαν τον κύκλο για την «κυρα-Μαρία».
Δεν χρειαζόμασταν τίποτα άλλο. Μια σημαία που ανέμιζε στο μπαλκόνι, οι γλάστρες με τα γεράνια και τις βουκαμβίλιες στα πεζούλια, η μυρωδιά από το φαγητό που έβγαινε από τα σπίτια. Παίζαμε όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια, μικροί και μεγάλοι, γιατί ο δρόμος μας χωρούσε όλους και όταν βράδιαζε και η μάνα φώναζε από την πόρτα «άντε μέσα», μέναμε για λίγο ακόμα. Με ιδρωμένα μέτωπα, με γρατζουνισμένα γόνατα, με την τσέπη γεμάτη βόλους και το τσέρκι στο χέρι. Αυτή ήταν η περιουσία μας και ήταν αρκετή.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου