Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγματική Αναθεώρηση ή Διαχείριση της Δημοκρατίας;

 


Πολιτική άμυνα, ανακύκλωση προσώπων και φόβος απέναντι στο καινούργιο
Γιατί τώρα η συνταγματική αναθεώρηση;
Η συνταγματική αναθεώρηση είναι πάντοτε πολιτική πράξη. Και το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι αν μπορεί να γίνει, αλλά γιατί γίνεται τώρα.
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Κοινωνική δυσαρέσκεια, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η υπόθεση των Τεμπών και η ανάδειξη της Μαρίας Καρυστιανού ως ηθικού συμβόλου δικαιοσύνης, η κινητικότητα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά και η γενικευμένη αποσύνδεση των πολιτών από τα κόμματα, συνθέτουν ένα τοπίο πολιτικής ρευστότητας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αναθεώρηση του Συντάγματος λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο πολιτικής άμυνας.
Δεν λύνει άμεσα προβλήματα, δεν αποδίδει ευθύνες, δεν αποκαθιστά την εμπιστοσύνη. Αντίθετα, μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από το πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης και της ηθικής απαίτησης της κοινωνίας στο πεδίο του θεσμικού διαλόγου και του μέλλοντος.
Θεσμική συζήτηση αντί πολιτικής απονομιμοποίησης
Η κοινωνική πίεση που γεννήθηκε μετά τα Τέμπη δεν είναι κομματική.
Δεν χωράει εύκολα σε σχήματα εξουσίας ή αντιπολίτευσης. Μιλά για ευθύνη, δικαιοσύνη και ισονομία. Αυτή η πίεση για το σύστημα δεν αντιμετωπίζεται με πολιτικές αντιπαραθέσεις που έχουν καταστεί ρουτίνα.
Αντιμετωπίζεται μόνο με αλλαγή πλαισίου ή μετατόπιση της συζήτησης. Η συνταγματική αναθεώρηση λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης.
Ανεβάζει το επίπεδο της κουβέντας, επιβάλλει χρόνο, διαδικασία και απομακρύνει τη δημόσια σφαίρα από το άμεσο αίτημα λογοδοσίας.
Ρευστό πολιτικό σκηνικό και προληπτική στρατηγική
Η κινητικότητα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα αντικειμενικά δεν μπορεί να ιδωθεί ως «ουδέτερη επιστροφή» ή ως αυθόρμητη πολιτική αναζωπύρωση.
Πρόκειται για έναν πολιτικό δοκιμασμένο και αποτυχημένο στη διακυβέρνηση, ο οποίος επιχειρεί μια ιδιότυπη επανεμφάνιση όχι μέσα από κοινωνικά αιτήματα, αλλά από ψευδές αφήγημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος αυτής της επανεμφάνισης μέσω της έκδοσης βιβλίου. Στην πολιτική ιστορία, είθισται τα βιβλία να γράφονται μετά το τέλος ενός κύκλου εξουσίας, ως απολογισμός, αυτοκριτική ή ιστορική κατάθεση.
Εδώ συμβαίνει το παράδοξο. Το βιβλίο δεν κλείνει έναν κύκλο, αλλά λειτουργεί ως προθάλαμος επιστροφής. Αυτό με τα συγχωρήσεως δεν είναι αποτίμηση, αλλά εργαλείο επανανομιμοποίησης.
Αυτή η αντιστροφή συνιστά πολιτικό σήμα. Ο πολιτικός που απέτυχε δεν επιστρέφει για να λογοδοτήσει, αλλά για να παρουσιαστεί εκ νέου ως αναγκαία λύση, σχεδόν ως μορφή πολιτικής «ανάστασης». Το μοτίβο αυτό δεν παράγει νέα πολιτική, πέρα από την ίδια την ανακύκλωση προσώπων και προσδοκιών.
Βεβαίως για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Τσίπρας δεν αποτελεί απειλή ως εναλλακτική εξουσία. Αποτελεί παράγοντα ρευστότητας με συγκεκριμένη υπέρ αυτού λειτουργία.
Ο Τσίπρας, ως πολιτικός δοκιμασμένος και αποτυχημένος, έχει αποδείξει εδώ και έξι με επτά χρόνια, και καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι δεν μπορεί ή δεν θέλει να συγκροτήσει ουσιαστική, αποτελεσματική αντιπολίτευση.
Η στάση του όλο αυτό το διάστημα δεν κρίθηκε απλώς ανεπαρκής, θα τολμούσα να πώ πως ήταν και λειτουργικά ευνοϊκή για την κυβέρνηση. Στην πράξη, η αντιπολίτευση που άσκησε δεν απείλησε, πίεσε και ούτε αποσταθεροποίησε ποτέ την εξουσία. Αντίθετα, συνέβαλε στη σταθεροποίησή της.
Τα ανωτέρω δυστυχώς είναι επαναλαμβανόμενα. Και γι’ αυτό ο Τσίπρας δεν καθίσταται «χρήσιμος» μόνο σήμερα, αλλά υπήρξε χρήσιμος σε όλη την περίοδο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Υπό αυτό το πλαίσιο, το λεγόμενο “rebranding” Τσίπρα λειτουργεί ως διασπαστικός μηχανισμός. Κόβει πολιτικό χώρο, απορροφά δυσαρέσκεια, επαναφέρει παλιά διλήμματα και εμποδίζει τη συγκρότηση ενός νέου, «μπετοναρισμένου» και απρόβλεπτου πολιτικού πόλου.
Όχι για τι προσδοκά ο ίδιος να κερδίσει, αλλά για να μην κερδίσει το «καινούργιο».
Οι πολιτικές του κινήσεις, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το αν η λειτουργία του εξυπηρετεί, συνειδητά ή όχι, τη διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος ισορροπιών.
Πρόκειται για πολιτική διαπίστωση βασισμένη στη συνέπεια των αποτελεσμάτων.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η συνταγματική αναθεώρηση συμπληρώνει το παζλ. Θεσμικό πλαίσιο από τη μία, πολιτική ανακύκλωση από την άλλη. Δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής σταθεροποίησης.
Την ίδια λογική βέβαια αποκαλύπτουν και άλλες κινήσεις του παλιού πολιτικού συστήματος. Η στάση του Αντώνη Σαμαρά είναι ενδεικτική. Παρά τις προσδοκίες πολλών ότι θα επιχειρούσε αυτόνομη πολιτική κίνηση ή ακόμη και τη δημιουργία νέου κόμματος, επέλεξε να παραμείνει εντός των γνωστών ορίων.
Αυτή η επιλογή δείχνει φόβο. Φόβο απέναντι σε ένα νέο πολιτικό ρεύμα που δεν ελέγχεται, ούτε εντάσσεται και φυσικά δεν μπορεί να αναχθεί σε παραδοσιακούς κομματικούς όρους. Και δεν είναι άλλο από το ρεύμα που εκφράζεται γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού.
Το παλιό κομματικό σύστημα κινείται πλέον σπασμωδικά. Όχι για να συσπειρώσει ούτε για να ανανεωθεί, αλλά για να επιβιώσει με κάθε τρόπο και κάθε κόστος. Και αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια συσπείρωσης αποκαλύπτει ακριβώς το μέγεθος της απειλής που αισθάνεται. Για αυτό και προετοιμάζει έδαφος.
Η κερκόπορτα των συναινέσεων
Η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί συνεργασίες. Αυτό βέβαια δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν οι συνεργασίες αυτές λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι σε ενδεχόμενες πολιτικές ανατροπές και όχι ως απάντηση σε κοινωνικά αιτήματα.
Η διαδικασία επιτρέπει τη νομιμοποίηση συμπράξεων στο όνομα της «θεσμικής ευθύνης» για να σταθεροποιηθεί το σύστημα. Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας μη ελεγχόμενης πολιτικής μεταβολής.
Τι ανοίγει, τι δεν ανοίγει, και γιατί έχει σημασία
Η ουσία κάθε συνταγματικής αναθεώρησης δεν βρίσκεται στις διακηρύξεις, αλλά στα συγκεκριμένα άρθρα που επιλέγεται να ανοίξουν και σε εκείνα που μένουν εκτός συζήτησης.
Στο τραπέζι τίθενται ζητήματα όπως η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, επιμέρους ρυθμίσεις λειτουργίας των θεσμών, και αλλαγές που παρουσιάζονται ως «εκσυγχρονισμός».
Κοινός παρονομαστής τους είναι πως δεν θίγουν τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής εξουσίας. Αντίθετα, μετατοπίζουν τη συζήτηση σε κοινωνικές ομάδες που εύκολα στοχοποιούνται ή σε τεχνικές βελτιώσεις που δεν αλλάζουν τις σχέσεις ισχύος.
Αντίθετα, μένουν εκτός ή ακόμα – ακόμα αντιμετωπίζονται με ημίμετρα και διατυπώσεις τύπου «τροποποίησης» ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της κοινωνικής δυσπιστίας όπως:
  • Η πλήρης και καθαρή κατάργηση της ειδικής μεταχείρισης των υπουργών.
  • Η αποσύνδεση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία.
  • Η άμεση λαϊκή νομιμοποίηση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
  • Η συνταγματική κατοχύρωση ενός σταθερού, καθαρά αναλογικού εκλογικού συστήματος χωρίς μπόνους και τεχνητές πλειοψηφίες.
Αυτές οι επιλογές δεν είναι τυχαίες. Δείχνουν ότι η αναθεώρηση δεν στοχεύει στη ρήξη με το υπάρχον μοντέλο εξουσίας, μα στη διαχείριση και σταθεροποίησή του.
Δεν επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά στο πως θα αναδιατάξει το θεσμικό περίβλημα χωρίς να αγγίξει τον πυρήνα.
Δημοκρατία ή διαχείριση της δημοκρατίας;
Η ουσία του προβλήματος είναι πολιτική. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Δεν ταυτίζεται με την «κυβερνησιμότητα».
Είναι πρωτίστως εκπροσώπηση, σύγκρουση ιδεών, σύνθεση μέσα από διαφωνίες.
Όταν κυβερνήσεις που εκπροσωπούν μειοψηφίες εμφανίζονται ως πλειοψηφίες μέσω εκλογικών μηχανισμών, μπόνους εδρών και ορίων αποκλεισμού, τότε το πρόβλημα δεν είναι η ακυβερνησία αλλά η παραμόρφωση της ίδιας της λαϊκής βούλησης.
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι το πρόβλημα
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θεσμικής παραπλάνησης στη σημερινή συζήτηση είναι η παρουσίαση της άρσης ή αποδυνάμωσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ως «προόδου» και «εκσυγχρονισμού».
Λυπάμαι που εδώ θα σας το χαλάσω, αλλά δεν είναι.
Στα περισσότερα κράτη με ισχυρή διοίκηση και σταθερούς θεσμούς, από τη Γαλλία και τη Γερμανία έως τις σκανδιναβικές χώρες, η μονιμότητα δεν αποτελεί προνόμιο αλλά θεσμική εγγύηση.
Υπάρχει για να προστατεύει τη δημόσια διοίκηση από κομματικές εκκαθαρίσεις, από πελατειακές πιέσεις και από την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Για να διασφαλίζει τη συνέχεια του κράτους, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά.
Η αποτυχία του ελληνικού κράτους δεν οφείλεται στη μονιμότητα, αλλά στην απουσία σοβαρής, ανεξάρτητης
αξιολόγησης, στην έλλειψη επιμόρφωσης και στην πολιτική χρήση της διοίκησης.
Η κατάργηση ή αποδυνάμωση της μονιμότητας χωρίς θεσμικά αντίβαρα δεν οδηγεί σε αποτελεσματικό κράτος οδηγεί μοιραία σε μεγαλύτερη κομματικοποίηση.
Ακόμη όμως πιο ανησυχητική είναι η κοινωνική νοοτροπία που ζει και βασιλεύει καθώς συνοδεύει αυτή τη συζήτηση. Η χαρά για την απώλεια ενός δικαιώματος από μια άλλη κοινωνική ομάδα.
Το γνωστό «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα»Λυπάμαι αλλά αυτό δεν είναι υγιές δημοκρατικό αντανακλαστικό αλλά σύμπτωμα κοινωνικής αποσύνθεσης.
Η δημοκρατική πρόοδος δεν επιτυγχάνεται αφαιρώντας κατοχυρωμένα δικαιώματα. Επιτυγχάνεται διεκδικώντας τη διεύρυνσή τους. Το ζητούμενο δεν θα έπρεπε να είναι να χάσουν οι δημόσιοι υπάλληλοι τη θεσμική τους προστασία, αλλά να αποκτήσουν αντίστοιχες εγγυήσεις και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι.
Όχι λοιπόν να κατεβάζουμε τον πήχη, αλλά να τον ανεβάζουμε για όλους.
Συμπέρασμα. Τι πραγματικά διακυβεύεται
Αυτό που εξελίσσεται σήμερα είναι μια μάχη ελέγχου του πολιτικού πεδίου. Η συνταγματική αναθεώρηση, όπως ανοίγει, στοχεύει μόνο το πως θα διαχειριστεί την κρίση νομιμοποίησης του υπάρχοντος συστήματος.
Από τη μία πλευρά, θεσμικές αλλαγές που μετακινούν τη συζήτηση μακριά από τις ευθύνες, τη δικαιοσύνη και τη λογοδοσία. Και από την άλλη, η ανακύκλωση δοκιμασμένων προσώπων και σχημάτων που λειτουργούν ως μηχανισμοί απορρόφησης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Και στο βάθος, ο κοινός παρονομαστής.
Ο φόβος απέναντι σε κάθε νέο, άκοπο και μη ελεγχόμενο πολιτικό δυναμικό.
Η πραγματική απειλή για το παλιό σύστημα είναι η αμφισβήτηση των ίδιων των κανόνων του παιχνιδιού. Είναι η απαίτηση για πραγματική αντιπροσώπευση, για ισονομία, για δικαιώματα που δεν αφαιρούνται αλλά διευρύνονται.
Για μια δημοκρατία που δεν λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης της εξουσίας, αλλά ως χώρος σύγκρουσης, σύνθεσης και κοινωνικής έκφρασης.
Αν κάτι φοβάται σήμερα το υπάρχων πολιτικό σύστημα, δεν είναι η ακυβερνησία αλλά η απώλεια του μονοπωλίου του. Και γι’ αυτό ακριβώς κινείται βιαστικά, σπασμωδικά και αμυντικά.
Συνεπώς το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει το Σύνταγμα. Είναι αν θα αλλάξει με την κοινωνία μέσα ή ερήμην της κοινωνίας.
Και αυτή είναι μια πολιτική μάχη που δεν κρίνεται σε αίθουσες αναθεώρησης, αλλά στο ίδιο το σώμα της δημοκρατίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου