Απ το χεράκι την κρατούσε ο παππούς της και την έπαιρνε μαζί του σε δουλειές που έπρεπε να πάει.
Με τους παππούδες της μεγάλωσε και πήρε πολύ αγάπη! Οι γονείς φτωχοί φιλάσθενος ο πατέρας με αδέρφια μεγαλύτερα κι αναγκάστηκε η μάνα να την αποχωριστεί για λίγο.
Ώσπου να ποδαρώσει είπαν κι ύστερα θα την παίρναν πίσω.
Σ άλλο χωριό πήγε η μικρή Σοφούλα.
Πέντε ώρες μακριά με τα πόδια. Συγκοινωνία δεν υπήρχε κείνο τον καιρό. Πέντε ώρες δρόμο κι η Σοφούλα γκότσι στην γιαγιά.
Πόνεσε η ψυχή της την ώρα τ αποχωρισμού μα οι ανάγκες πολλές...Είχε φαμίλια κι έπρεπε κάτι να κάνει να μπορεί να δουλέψει στα χωράφια.
Το αποφάσισε και το'κανε. Ώσπου να ποδαρώσει είπαν...Ο πατέρας αφού πήρε το μαξούμι του αγκαλιά κι έκλαψε και κείνος το φίλησε το χάιδεψε του είπε λογάκια τρυφερά και της υποσχέθηκε πως τα την πάρουν πίσω γλήγορα κι έφυγε απ το σπίτι να μην εκεί την ώρα που θα φεύγανε γιαγιά κι εγγονή.
Το υπόσχομαι της είπε σαν την ακούμπησε στη σαρμανίτσα.
Λες και κείνη καταλάβαινε. Εκείνη κουνούσε τα χεράκια της και τα ποδαράκια της όλα μαζί. Της άρεσε που άλλαζε αγκαλιές κείνη την μέρα. Κι έτσι κίνησε η γιαγιά με την Σοφούλα γκότσι.
Ήταν καλοκαίρι καιρός και πρωί πρωί πήρε το δρόμο.
Να προκάνει να φτάκει ως τ απόγιομα στο χωριό. Εκεί καρτέραγε ο παππούς! Ένας άνθρωπος καλός με περίσσια αγάπη και προσφορά! Περνούσε όμως η ώρα κι ο καημένος σκεφτόταν κι έλεγε,νωρίς θα κίναγαν κι έπρεπε να'χαν έρθει.
Τα είχαν όλα συμφωνημένα από πριν με την γιαγιά.
Έφυγε κείνη μια Πέμπτη κι είχαν πει πως την άλλη πέμπτη θα'ταν πίσω..Κι όμως ακόμα να φανεί και τον ζώσαν τα φίδια..
Μα τι να κάνει...Ε,θα καρτέραγε λίγο ακόμα κι ύστερα θα'παιρνε τον δρόμο να την ανταμώσει. Ένας ήταν ο δρόμος δεν ήταν άλλος..Και το'κανε ο καψερός και την αντάμωσε κοντά μια ώρα απ το σπίτι κατάκοπη απ την κούραση.
Μόλις τον είδε,έβγαλε μια φωνή. Ούιιιι γιεμ. Ο θεός σ έστειλε..
Και παίρνει εκείνος την Σοφούλα αγκαλιά κι ήταν όμορφη η σκασμένη. Τον κοίταξε με τα ματάκια της και κούνησε το κεφαλάκι της με τα ξανθά μαλλάκια σαν να τον χαιρετούσε. Σαν έσκυψε να την φιλήσει σαν ακούμπησε τα χείλια του στο τρυφερό μαγουλάκι της μια φωτιά έκαψε τα σπλάχνα του.
Μια φωτιά σαν να του'λεγε πως εσύ θα είσαι κείνος πια που θα την αναθρέψεις. Εσύ θα ξενυχτήσεις στην σαρμανίτσα της,εσύ θα την γιατρέψεις αν αρρωστήσει εσύ θα είσαι ο πατέρας της αφού η ζωή τα'φερε έτσι.
Όλα τα'κανε! Και ξενύχτησε στο κλάμα της και την κράταγε ώρες αγκαλιά σαν αρρώσταινε και την τάισε. Η παρέα του ήταν η Σοφούλα. Πιο πολύ ασχολιόταν εκείνος παρά η γιαγιά. Όχι πως δεν την αγαπούσε αλλά έπρεπε κάποιος να φροντίσει για το νοικοκυριό κι αυτό ήταν δουλειά της γιαγιάς.
Κι η Σοφούλα με τον παππού ήταν η καλύτερη παρέα! Όσο μεγάλωνε γινόταν ζωηρή κι έξυπνη!
Ο παππούς την μεγάλωσε με πολλές αλληγορικές ιστορίες .Κι όταν δεν καταλάβαινε και τον ρωτούσε,της έλεγε θα καταλάβεις όταν θα μεγαλώσεις. Κι ήταν ακριβώς έτσι. Μεγαλώνοντας συναντούσε τις παραβολές του παππού η Σοφούλα και εξηγούσε εκείνο που τότε δεν καταλάβαινε.Πέντε χρόνια έμεινε κοντά τους!
Τα πέντε καλύτερά της χρόνια τα'ζησε με τους παππούδες της!
Όταν ερχόταν να την δουν οι γονείς της έφευγε και δεν μαζευότανε στο σπίτι τ αγριμάκι. Δεν ήθελε να την πάρουν και νόμιζε πως έτσι θα το αποφύγει. Μα κείνοι να την δουν ήθελαν κι έφευγαν πάλι. Κι έτσι ησύχαζε λιγάκι.
Πέντε χρόνια έμεινε μαζί τους κι ήταν αρκετά να φωλιάσει η αγάπη μέσα της. Ο παππούς της το'μαθε αυτό! Της μιλούσε για όλα τα πράγματα με αγάπη! Την είχε μέσα του και την πέρασε σε κείνη! Ήξερε και γράμματα...Και κείνο τον καιρό όποιος ήξερε πέντε γράμματα ήταν σοφός. Κι παππούς της ήταν!
Απ το χεράκι την κρατούσε και μαζί πηγαίνανε στα διπλανά χωριά που ήταν ο γραμματικός τους.
Και στο δρόμο όλο ιστορίες της έλεγε κι όλο της χάιδευε το ξανθό της το κεφάλι! Πέντε χρόνια κοντά τους! Πέντε χρόνια αγάπης κι αγκαλιάς! Κι ήρθε η ώρα να φύγει.Δεν ήθελε...
Δεν το'θελε κανείς τους. Μόνο η μάνα το'θελε να την πάρει.
Είχε μαγαλώσει βλέπεις κι ήθελε βοήθεια στο σπίτι...Και την πήρε.Κι έπεσε η γιαγιά κι αρρώστησε απ την στεναχώρια της. Κι ο έρμος ο παππούς για πολύ καιρό σαν κίναγε για τα γύρω χωριά της έκρενε...Έλα ρούσα μ. Δώκε μ το χεράκι σ να φύουμε...
Διάβηκε πολύς καιρός να συνηθίσουν την απουσία της. Και η Σοφούλα όμως έκανε πολύ καιρό να πει μαμά και μπαμπά.
Γιαγιά και παππού φώναζε τους γονείς της.
Σάμπως αυτοί δεν ήταν; Κάθε που κλείναν όμως τα σχολεία από δυο μέρες νωρίτερα ήταν εκεί πότε ο παππούς πότε η γιαγιά κι άρπαζαν την ρούσα τους..
Όλο το καλοκαίρι ξανά μαζί! Τι θα την κάναν την αγάπη τους;
Που θα την δίνανε; Ως τον Σεπτέμβρη χόρταινε ιστορίες!
Χόρταινε αγκαλιές και δάκρυα την ώρα που ξανάφευγε..Απ το χέρι την κρατούσε ο παππούς της!
Απ το χέρι και δεν της το άφησε όσο ζούσε. Μα κι η Σοφούλα τον αγκάλιαζε πάντα με την σκέψη της!
Στα δύσκολά της τον ρωτούσε παππού τι να κάνω; Κι ας μην ζούσε. Της απαντούσαν οι παραβολές του.. Έσκαβε βαθιά μέσα τους κι έβρισκε τις απαντήσεις. Είχε φροντίσει για τούτο ο παππούς της με τις ιστορίες του που ήταν γεμάτες με αλληγορικά νοήματα και μηνύματα! Απ το χεράκι την κρατούσε...
Ελευθερία Λάππα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου