Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Η Πίστη



    
«Φλυαρήσαμε πολύ, τώρα ας φιληθούμε», Όλο κάτι τέτοια παράξενα της έλεγε και την εξέπληττε. Ήταν σα να είχε δικό του δίκιο. Πως την κέρδισε δε κατάλαβε – μόνο του ήρθε. Την άφηνε πάντα ελεύθερη να φύγει, ποτέ δεν έφευγε· γύριζε πάντα γύρω του όπως μια μέλισσα γύρω από ένα λουλούδι. Κάποιες φορές, της έδινε την εντύπωση πως δεν τον ένοιαζε.
Την εντύπωση μιας αυτάρκειας, ενός ανθρώπου αυτό ευτυχισμένου. Σαν να είχε τελειώσει με την ανάγκη. Ενός ανθρώπου που δεν κάνει τίποτα για να καταφέρει το οτιδήποτε γιατί τίποτα δεν του λείπει.
Ωστόσο εκείνη το καταλάβαινε, πως είχε ανακαλύψει την ανοιχτή αγάπη. Ήταν τόσο γαληνεμένος κάποιες φορές που την τρόμαζε. Κανέναν κυματισμό δεν φανέρωνε η μορφή του, σαν ένα κέρινο – πλην απαλό άγαλμα.
Λες και είχε λιώσει το συναίσθημά του πάνω στη μορφή του και το σώμα του είχε λιώσει μέσα στο συναίσθημά του. Μπορούσε να απομένει για ώρες σιωπηλός και να κοιτάζει, θα έλεγες πως χανόταν – ωστόσο δεν συνέβαινε, είχε επίγνωση του περιβάλλοντος – του στενού και του ευρύτερου, του πλανήτη και του σύμπαντος. Μπορούσε να συγκεντρωθεί και να αποσυγκεντρωθεί σε ταχύτητα που πάλλεται το φτερό ενός κουνουπιού στον αέρα.

Πολλές φορές εκείνη, είχε την αίσθηση πως αν τον άγγιζε το χέρι της θα περνούσε από μέσα του. Είχε φτιάξει αυτή την καλύβα στην άκρη του Ωκεανού. Ποιος ήταν, από πού είχε έρθει, ποιο το παρελθόν του, κανείς δε γνώριζε και κανείς δεν γύρεψε να μάθει.
Εκείνη τον γνώρισε στην παραλία, ήταν ταυτόχρονα απόμακρος και φιλικός. Δεν έμοιαζε του κόσμου τούτου και τον συμπάθησε – άλλωστε είχε τόσα πολλά στο μυαλό της εκείνη την εποχή και ταραχή στην καρδιά της.
Ήταν παράξενη η γνωριμία τους, εκείνη ήταν γονατισμένη εκείνη τη στιγμή και είχε σκυμμένο το κεφάλι της, όταν το σήκωσε είδε τα μάτια του μπροστά της και εκείνος έγειρε αργά και τη φίλησε. Δεν κατάλαβε γιατί το επέτρεψε. Ούτε εκείνη τη στιγμή ούτε όταν το σκέφτηκε. Όμως την άλλη μέρα ήταν ξανά εκεί.

Όταν εκείνος βγήκε από την καλύβα και την πλησίαζε… είχε όλο το χρόνο να τον παρατηρεί κάτω από τα μαύρα γυαλιά της. Ήταν ένας θεός, ένας θεός του δωδεκαθέου και κράτησε την ψυχραιμία της. Δεν έπρεπε να γοητευθεί.

Όταν έφευγε από την καλύβα του δεν καταλάβαινε τίποτα, το μυαλό της είχε σταματήσει. Είχε κάνει έρωτα με αρκετούς άντρες στη ζωή της, πότε δεν τους συνέκρινε μεταξύ τους, με τον καθένα υπήρχε κάτι διαφορετικό. Και με αυτόν υπήρχε κάτι διαφορετικό αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει το τι, κι όσο έψαχνε τον εαυτό της να πάρει απάντηση ένιωσε να φοβάται. Ωστόσο, το γνώριζε πως την άλλη μέρα θα ήταν ξανά εκεί, φυσικά με μια δικαιολογία.

Δέκα μέρες στη σειρά ήταν ξανά εκεί, και στο τέλος δεν είχε δικαιολογία. Δεν ήταν που περνούσε όμορφα μαζί του, ήταν που ένιωθε όμορφη. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, φυσικά ήταν ερωτευμένη, αλλά με έναν άλλο τρόπο από αυτούς που είχε ως τώρα ερωτευτεί.

Καταρχάς ένιωθε να μην τον χρειάζεται, μετά, άρχισε να καταλαβαίνει, πως παρόλο που είχαν ειπωθεί λιγοστά μεταξύ τους, τον γνώριζε περισσότερο κι από τη μητέρα της. ύστερα, ήταν βέβαιη, πως όταν έφευγε από κοντά του εκείνος δεν την σκέφτονταν. Μια μέρα όμως που αποφάσισε να δοκιμάσει τα αισθήματά του… κατάλαβε πως θα πέθαινε πρόθυμα για εκείνη. Ίσως πέθαινε πρόθυμα για κάθε άνθρωπο, ίσως πάλι είχε καταλάβει πώς να τον δοκιμάσει θέλησε. Τούτο το ανεξήγητο οδηγούσε τα πόδια της στην καλύβα του όλο το καλοκαίρι. Και κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη φορά, έτσι που έλεγε πως και μετά είκοσι χρόνια έτσι θα ήταν.

Μια μέρα, όταν έμπαινε το Φθινόπωρο, πήγε εκεί και δεν βρήκε ούτε εκείνον ούτε την καλύβα. Αρχικά δεν ήξερε πώς να νιώσει κι ένιωσε μια τεράστια αβάσταχτη μοναξιά. Μετά έκλαψε, στο μέρος εκείνο που ήταν χτισμένη η καλύβα.
Ύστερα όμως χάρηκε, τόσο βαθιά όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Κι ένιωσε να εμπιστεύεται, χωρίς να ξέρει γιατί το κάνει. Όμως ήταν απολύτως βέβαιη πως κάπου εκεί κοντά ήταν, ίσως μάλιστα από κάπου να την έβλεπε, είχε θρέψει και την έφτασε μια πρωτόγνωρη πίστη από την ψυχή της, πως δεν την εγκατέλειψε.

Από την ίδια της την πίστη χαμογέλασε. Ήταν βέβαιη πως αν γύριζε το κεφάλι της εκείνη την ώρα θα τον έβλεπε από τον ορίζοντα της αμμουδιάς να περπατά προς το μέρος της. Δεν γύρισε το κεφάλι, μόνο έβγαλε τη ζακέτα της και την ακούμπησε πλάι, έφτιαξε τα μαλλιά της και έβγαλε από την τσάντα της ένα καθρεφτάκι, διόρθωσε λιγάκι το κραγιόν της και κοίταξε την αντανάκλαση των φωτεινών ματιών της και γέμισε αυτοπεποίθηση, ενώ όλη αυτή την ώρα μετρούσε από μέσα της τα βήματά του.

Γύρισε και τον φίλησε.


Ούτε για μια στιγμή της πέρασε η σκέψη από το μυαλό ολόκληρο το καλοκαίρι, πως μαζί του γνώριζε την αγάπη.



triala

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου