Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026

Η ΙΑΠΩΝΙΑ ΕΓΙΝΕ ΜΟΛΙΣ Η ΠΡΩΤΗ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΕΓΚΡΙΝΕΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ MEDBED (ΚΛΙΝΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ) ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΣΙΩΠΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ.




 Περικλής Κεσόγλου

7 Νοεμβρίου 2026. Τόκιο, Ιαπωνία.
Το Ιαπωνικό Υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας εξέδωσε μόλις την Οδηγία MHLW-2026-7714: «Έγκριση Συσκευών Αναγέννησης μέσω Ηλεκτρομαγνητικών Συχνοτήτων για Κλινική Εφαρμογή σε Εθνικές Μονάδες Υγείας».
Δεν πρόκειται για δοκιμή. Δεν πρόκειται για μελέτη. Πρόκειται για ΠΛΗΡΗ ΕΓΚΡΙΣΗ.
Από την 1η Οκτωβρίου 2026, θάλαμοι αναγέννησης μέσω ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων θα εγκατασταθούν σε 340 κρατικά νοσοκομεία σε όλη την Ιαπωνία.
ΓΙΑΤΙ ΠΡΩΤΑ Η ΙΑΠΩΝΙΑ:
Η Ιαπωνία έχει τον γηραιότερο πληθυσμό στον πλανήτη. Το 29,1% των πολιτών της είναι άνω των 65 ετών. Το σύστημα υγείας της καταρρέει υπό το βάρος της διαχείρισης χρόνιων παθήσεων.
Το 2024, η Ιαπωνία δαπάνησε 542 δισεκατομμύρια δολάρια για την υγεία — το 80% των οποίων αφορούσε τη διαχείριση ασθενειών που η τεχνολογία συχνοτήτων μπορεί να εξαλείψει σε μία και μόνο συνεδρία.
Η κυβέρνησή της έκανε τους υπολογισμούς:
▪️ Κόστος διαχείρισης ενός ασθενούς με καρκίνο για όλη του τη ζωή: 380.000 δολάρια
▪️ Κόστος μίας συνεδρίας MedBed: 47 δολάρια (ηλεκτρικό ρεύμα + συντήρηση)
▪️ Εξοικονόμηση ανά ασθενή: 379.953 δολάρια
▪️ Συνολική εξοικονόμηση για τον πληθυσμό: 430 ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ δολάρια ετησίως
Η Ιαπωνία επέλεξε τα οικονομικά οφέλη έναντι της αφοσίωσης στη φαρμακοβιομηχανία. Επέλεξε την επιβίωση έναντι της καταστολής.
Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ:
Η Οδηγία MHLW-2026-7714 εγκρίνει συγκεκριμένα τρεις τύπους συσκευών:
▪️ Τύπος Ι — Θάλαμος Αναγέννησης PEMF (Παλλόμενα Ηλεκτρομαγνητικά Πεδία): Θεραπεία ολόκληρου του σώματος με παλλόμενα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, σε συχνότητες 7,83–14,1 Hz, για κυτταρική αναγέννηση. Εγκρίνεται για: καρκίνο, ανεπάρκεια οργάνων, αυτοάνοσα νοσήματα.
▪️ Τύπος ΙΙ — Μονάδα Επιδιόρθωσης DNA μέσω Πεδίων Στροβιλισμού (Torsion Fields): Στοχευμένη διόρθωση του DNA με χρήση τεχνολογίας βαθμωτών κυμάτων (scalar waves) στα 528 Hz. Εγκρίνεται για: γενετικές διαταραχές, αναστροφή της γήρανσης, νευρολογικές βλάβες. ▪️ Τύπος III — Σύστημα Αποκατάστασης Βιοφωτονικής Συνοχής (Biophotonic Coherence Restorer): Θεραπεία με συχνότητες φωτός πλήρους φάσματος για την αποκατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ενδείκνυται για: χρόνιες λοιμώξεις, μετεγχειρητική ανάρρωση, βλάβες από ακτινοβολία.
Και τα τρία αποτελούν αυτό που αποκαλούμε «Ιατρικά Κρεβάτια» (MedBeds).
Η Ιαπωνία μόλις τους απέδωσε επίσημους κωδικούς ιατρικής ταξινόμησης.
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ:
Μέσα σε 3 ώρες από την ανακοίνωση:
▪️ Η Pfizer Ιαπωνίας υπέβαλε επίσημη διαμαρτυρία στο Υπουργείο Υγείας.
▪️ Η μετοχή της Takeda Pharmaceutical σημείωσε πτώση 11% στο Χρηματιστήριο του Τόκιο.
▪️ Έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Astellas Pharma — φημολογείται παραίτηση του Διευθύνοντος Συμβούλου (CEO).
▪️ Η Ένωση Φαρμακοβιομηχάνων Ιαπωνίας χαρακτήρισε το γεγονός ως «απερίσκεπτη έκθεση της δημόσιας υγείας σε κίνδυνο».
Αποκάλεσαν τη «θεραπεία των ανθρώπων» ως «έκθεση της δημόσιας υγείας σε κίνδυνο».
Διαβάστε το ξανά. Αφήστε το να το συνειδητοποιήσετε.
Ο ορισμός τους για τη «δημόσια υγεία» είναι: οι άνθρωποι να παραμένουν άρρωστοι και να πληρώνουν για πάντα.
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ:
Αναζητήστε τον όρο «Japan MedBed approval» (έγκριση MedBed στην Ιαπωνία) στο Google αυτή τη στιγμή. Δεν θα βρείτε ΤΙΠΟΤΑ.
Ούτε στο CNN, ούτε στο BBC, ούτε στο Reuters, ούτε στο AP. Τίποτα απολύτως.
Μια χώρα της G7 μόλις ενέκρινε την πιο επαναστατική ιατρική τεχνολογία στην ανθρώπινη ιστορία — και όλα τα δυτικά μέσα ενημέρωσης προσποιούνται ότι δεν συνέβη ποτέ.
Αυτό δεν είναι αμέλεια. Είναι συντονισμένη αποσιώπηση.
Η φαρμακοβιομηχανία δαπανά 6,58 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για διαφημίσεις στα μέσα ενημέρωσης, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτά τα χρήματα δεν αγοράζουν απλώς διαφημιστικό χώρο. Αγοράζουν σιωπή.
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΕΣΑΣ:
Η Ιαπωνία είναι η ρωγμή στο φράγμα.
Μόλις μία χώρα της G7 δώσει την έγκρισή της, οι υπόλοιπες δεν μπορούν πλέον να διατηρήσουν το ψέμα. Η πίεση γίνεται αφόρητη. Η επιστημονική εγκυρότητα επιβεβαιώνεται πλέον επίσημα από ένα από τα πιο προηγμένα συστήματα υγείας στον κόσμο. Το χρονοδιάγραμμα μόλις επιταχύνθηκε:
▪️ Ιαπωνία: Έγκριση τον Νοέμβριο του 2026
▪️ Νότια Κορέα: Αναμενόμενη έγκριση τον Δεκέμβριο του 2026
▪️ Ινδία: Ήδη σε προχωρημένες δοκιμές — έγκριση αναμένεται το 4ο τρίμηνο του 2026
▪️ Ηνωμένες Πολιτείες: Υπεγράφη Προεδρικό Διάταγμα — διάθεση για χρήση από τους πολίτες εντός 120 ημερών
▪️ ΕΕ: Υπό πίεση — δεν μπορεί να αγνοήσει τα δεδομένα της Ιαπωνίας
Τα ντόμινο πέφτουν. Το ένα μετά το άλλο. Χώρα με τη χώρα.
Κράτησαν τις άμυνες για 61 χρόνια. Η Ιαπωνία μόλις τις έσπασε.
Η πρώτη χώρα είπε ΝΑΙ. Οι υπόλοιπες θα ακολουθήσουν. Η φαρμακευτική εποχή τελείωσε. Η εποχή των συχνοτήτων ξεκίνησε. Η Ιαπωνία άναψε τη σπίθα.
Κοινοποιήστε το. Η συσκότιση λειτουργεί μόνο αν παραμείνετε σιωπηλοί.
🔗 M-B Technology
MedBedTechnology
Mr Pool

Μαρία Καρυστιανού Πρωθυπουργός της Ελλάδας 2027

 


Την εκτίμηση ότι η αυτοδυναμία της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο εξέφρασε η Μαρία Καρυστιανού, αναφερόμενη στον πολιτικό σχεδιασμό του κόμματός της και στο ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών.

«Την αυτοδυναμία δεν τη θεωρώ απίθανη. Τη θεωρώ πολύ πιθανή», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η πρόεδρος της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» ανέφερε ότι τα ψηφοδέλτια του κόμματος βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία διαμόρφωσης, ενώ υπάρχουν ήδη υποψηφιότητες που έχουν συμφωνηθεί. Όπως σημείωσε, σε περίπτωση που προκύψει ζήτημα πρόωρων εκλογών, η διαδικασία θα κινηθεί με ταχύτερους ρυθμούς

«Είμαστε έτοιμοι, βεβαίως. Υπάρχουν υποψηφιότητες που έχουν κλείσει, που έχουμε συμφωνήσει κατά κάποιο τρόπο. Η λίστα με τις αιτήσεις συνεχώς εμπλουτίζεται. Είμαστε ακόμα σε διαδικασία επιλογής και συζητήσεων. Όλα θα ανακοινωθούν. Εάν προκύψει θέμα πρόωρων εκλογών, θα το επισπεύσουμε, είμαστε έτοιμοι», ανέφερε.


Ο στόχος της αυτοδυναμίας

Στο ζήτημα των πολιτικών επιδιώξεων του κόμματός της, η Μαρία Καρυστιανού υποστήριξε ότι στόχος είναι η αυτοδυναμία, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής των προγραμματικών δεσμεύσεων.

«Θέλουμε αυτοδυναμία, όχι από αλαζονεία, αλλά για να μπορέσουμε να υλοποιήσουμε αυτά για τα οποία έχουμε δεσμευτεί», ανέφερε, εκτιμώντας παράλληλα ότι οι σημερινές συνθήκες στη χώρα δημιουργούν περιθώριο για μια 

μεγάλη πολιτική αλλαγή

Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο συνεργασιών, εξέφρασε επιφυλάξεις απέναντι σε άλλους πολιτικούς χώρους και αναφέρθηκε ονομαστικά στο ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Δημοκρατία, τον Αλέξη Τσίπρα και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.

«Έχουμε στοιχεία από όλες τις ιδεολογίες»

Για την ιδεολογική φυσιογνωμία της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία», η Μαρία Καρυστιανού υποστήριξε ότι το κόμμα δεν μπορεί να ενταχθεί αποκλειστικά σε έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

«Έχουμε στοιχεία από όλες τις ιδεολογίες», είπε, εξηγώντας ότι το πρόγραμμά του περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος, την ανάπτυξη, την επιχειρηματικότητα και την ιδιωτική πρωτοβουλία.

«Είμαστε ένα κράμα από αυτά που πιστεύουμε ότι έχει ανάγκη η χώρα για να μπορέσει να ορθοποδήσει οικονομικά», σημείωσε.

Δικαιοσύνη και οικονομία οι βασικές προτεραιότητες

Αναφερόμενη στις προγραμματικές προτεραιότητες του κόμματος, η Μαρία Καρυστιανού έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη Δικαιοσύνη και την οικονομία.

«Η Δικαιοσύνη, σίγουρα, γιατί οι αλλαγές που προτείνουμε είναι ρηξικέλευθες. Είναι αυτό που χρειάζεται η κοινωνία για την κάθαρση, γιατί εμείς γι’ αυτό δημιουργηθήκαμε», ανέφερε.

Παράλληλα, παρουσίασε το οικονομικό πρόγραμμα ως ένα σχέδιο που, όπως υποστήριξε, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και παραγωγικών ομάδων, από τον πρωτογενή τομέα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έως τους φοιτητές και τις οικογένειες.

«Το οικονομικό μας πρόγραμμα, όμως, που στηρίζει από τον πρωτογενή τομέα, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και φτάνει μέχρι τους φοιτητές και την οικογένεια, για να μπορεί να βγάλει τον μήνα. Είναι πολύ δυνατό πρόγραμμα», δήλωσε.

Στο πεδίο της Δικαιοσύνης, τάχθηκε υπέρ της κατάργησης του άρθρου 86 του Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών, με αναδρομική ισχύ, καθώς και υπέρ της κατάργησης του ακαταδίωκτου και της δημιουργίας συνταγματικού δικαστηρίου.

Η αναφορά στον Τριαντόπουλο και τα Τέμπη

Στη συζήτηση για την υπόθεση των Τεμπών, η Μαρία Καρυστιανού ερωτήθηκε εάν αισθάνεται δικαίωση από την παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο.

Η ίδια απάντησε αρνητικά και υποστήριξε ότι η παραπομπή αφορά αδίκημα παράβασης καθήκοντος, ενώ κατηγόρησε τον Χρήστο Τριαντόπουλο για παρέμβαση στον χώρο όπου διεξαγόταν η έρευνα.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δικές της καταγγελίες σε βάρος πολιτικών προσώπων, υποστηρίζοντας ότι, κατά την άποψή της, η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαστική εξουσία συνδέεται με το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας.

«Αισθάνομαι ότι στοχοποιήθηκα»

Τέλος, η Μαρία Καρυστιανού αναφέρθηκε στον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο ιατρείο της και στο μηχάνημα βιοανάδρασης, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μη επεμβατικό μηχάνημα χωρίς επικινδυνότητα.

Παράλληλα, έκανε λόγο για άδικη στοχοποίηση και αναφέρθηκε ειδικότερα στην πρόεδρο της ΕΙΝΑΠ, Ματίνα Παγώνη.

«Λυπάμαι, αλλά αισθάνομαι ότι στοχοποιήθηκα και από την κυρία Παγώνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.


diaforetiko.gr

Αυτό το ποίημα 120 ετών του Σουρή για την Ελλάδα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ

Αυτό το ποίημα 120 ετών του Σουρή για την Ελλάδα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ

 Κι όμως. Το ποίημα αυτό γράφτηκε πριν από εκατό και πλέον χρόνια. Συνθέτης του ο Γεώργιος Σουρής (1853-1919) με καταγωγή από την Ερμούπολη της Σύρου. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας, ο οποίος χαρακτηριζόμενος από πολλούς ως «σύγχρονος Αριστοφάνης», προτάθηκε 5 φορές για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Ο Σουρής υπήρξε ένα σπάνιο φαινόμενο για την εποχή του κι’ αυτό γιατί είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές που έτυχε μεγάλης αναγνωρίσεως και εκτιμήσεως όχι μόνο του κόσμου όσο και των λογίων και των κριτικών.

Το ποίημα το έγραψε σατιρίζοντας την περίοδο της πρώτης χρεοκοπίας της Ελλάδας, με τότε πρωθυπουργό το Χαρίλαο Τρικούπη.

Από τότε 120 χρόνια μετά, η πολιτική σκηνή της Ελλάδας έχει δει πολλές αλλαγές, δεκάδες διαφορετικούς πρωθυπουργούς και βουλευτές. Η ίδια η Ελλάδα έχει αλλάξει πλήρως φυσιογνωμία και μέγεθος, αλλά το ποίημα του Γιώργου Σουρή είναι τόσο δραματικά επίκαιρο.

Ο Γιώργος Σουρής σατιρίζει με καυστικό τρόπο την Ελλάδα του «δε βαριέσαι» και «ωχ αδερφέ» που έχει καταφέρει «να ξοδεύει εκατό και πενήντα να μαζεύει» και όλα αυτά για «να τρέφει όλους τους αργούς».

Το ποίημα λέγεται “Δυστυχία σου Ελλάς”. Διαβάστε το και ακούστε το στη συνέχεια μελοποιημένο από τους Μ. Πασχαλίδη, Γ. Κούτρα, Γ. Ζουγανέλη και Λ. Μαχαιρίτσα:

“Ποιος είδε κράτος λιγοστό

σ’ όλη τη γη μοναδικό,

εκατό να εξοδεύει

και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,

νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,

ταμείο δίχως χρήματα

και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,

οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν

δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.

Κι από προσπάππου κι από παππού

συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-

να παριστάνει τον ευρωπαίο.

Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει

στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,

ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.

Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,

λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ

το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».

Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς

σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;”

 τώρα;”

 

 https://www.dinfo.gr/

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Αντρέι Ταρκόφσκι: ΣΤΑΛΚΕΡ: η διανόηση που έμαθε να πουλά ακόμη και την ψυχή της

 


November 7, 2026

Κινηματογραφικό δοκίμιο · Αντρέι Ταρκόφσκι · 1979
Φωτογραφία: «Στάλκερ»: Ένα ταξίδι στην καρδιά της ανθρώπινης επιθυμίας. Τρεις άνθρωποι εισέρχονται στη Ζώνη αναζητώντας την αλήθεια, χωρίς να γνωρίζουν αν μπορούν να την αντέξουν.

Η πίστη, ο φόβος της αλήθειας και η διανόηση που έμαθε να πουλά ακόμη και την ψυχή της

Μια εκτενής κριτική για τη Ζώνη, τον Συγγραφέα, τον ξεναγό, τη γυναίκα του και την ελληνική πνευματική ζωή

Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι η διανόηση πληρώνεται. Είναι ότι μπορεί να φτάσει στο σημείο να μετρά την αξία των ιδεών της μόνο με όρους προσωπικής ανταμοιβής.

 

 

Το Στάλκερ δεν είναι ταινία για έναν τόπο όπου πραγματοποιούνται επιθυμίες. Είναι ταινία για τον τρόμο που προκαλεί το ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί τι πραγματικά επιθυμούμε. Τρεις άνδρες πλησιάζουν ένα δωμάτιο που υπόσχεται το θαύμα. Όταν φθάνουν, κανείς δεν τολμά να μπει. Η διαδρομή, όχι η εκπλήρωση, αποδεικνύεται το πραγματικό γεγονός.

Ο Ταρκόφσκι οργανώνει το ταξίδι σαν μια ηθική και πνευματική δοκιμασία. Ο άνθρωπος της πίστης, ο άνθρωπος της τέχνης και ο άνθρωπος της επιστήμης απογυμνώνονται από τα προστατευτικά τους προσωπεία. Και, ενώ η ταινία φαίνεται να μιλά για τον Θεό, την ελπίδα και το νόημα, στην πραγματικότητα υποβάλλει μια εξίσου οδυνηρή ερώτηση: μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να μετατρέψουμε τα πάντα —την τέχνη, τη γνώση, ακόμη και την αγάπη— σε μέσο επιβεβαίωσης του εαυτού μας;

01 / Ο δημιουργός

Ποιος ήταν ο Ταρκόφσκι;



Ο Αντρέι Ταρκόφσκι το 1980. Φωτογραφία: Boris M. Baldin, μέσω Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Ο Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι (1932–1986) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του μεταπολεμικού κινηματογράφου. Γιος του ποιητή Αρσένι Ταρκόφσκι, μεγάλωσε με μια βαθιά σχέση με τη ρωσική ποίηση, τη μνήμη, τη φύση και τη θρησκευτική παράδοση. Γύρισε μόλις επτά ταινίες μεγάλου μήκους: Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν, Αντρέι Ρουμπλιόφ, Σολάρις, Ο καθρέφτης, Στάλκερ, Νοσταλγία και Η θυσία. Για τον ίδιο, το σινεμά δεν ήταν απλώς αφήγηση ιστοριών αλλά τρόπος να «σμιλεύει τον χρόνο» και να δίνει μορφή σε πνευματικές εμπειρίες.[1]

Δεν υπάρχουν αξιόπιστα βιογραφικά στοιχεία ότι ο ίδιος φυλακίστηκε ή εκτοπίστηκε σε γκουλάγκ. Η εντύπωση είναι κατανοητή, αλλά χρειάζεται να διαχωριστούν τρία διαφορετικά πράγματα: η ζωή του σκηνοθέτη, ο δεσμώτης ήρωας της ταινίας και η ιστορία της σοβιετικής καταστολής. Ο Ταρκόφσκι αντιμετώπισε λογοκρισία, περιορισμένη κυκλοφορία των έργων του και διαρκή σύγκρουση με τη σοβιετική κινηματογραφική γραφειοκρατία. Το 1984 ανακοίνωσε ότι δεν θα επιστρέψει στη Σοβιετική Ένωση. Πέθανε στο Παρίσι το 1986.

Ένας άλλος μεγάλος σοβιετικός σκηνοθέτης, ο Σεργκέι Παρατζάνοφ, πράγματι φυλακίστηκε. Ο Ταρκόφσκι τον υπερασπίστηκε.

Στο ίδιο το Στάλκερ, ο ξεναγός είναι επανειλημμένα φυλακισμένος. Και ο Stephen Dalton του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου παρατηρεί ότι η όψη του θυμίζει τις εξαντλημένες μορφές των κρατουμένων των γκουλάγκ.  [2][3]

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ταρκόφσκι, μολονότι δεν είχε ζήσει στο γκουλάγκ, μπορούσε να νιώσει ότι η φυλακή είναι μια γενικότερη κατάσταση της ύπαρξης: η ανελευθερία της κοινωνίας, οι ιδεολογικές εντολές, ο φόβος, η καθημερινή ταπείνωση, αλλά και η προσωπική μας ανικανότητα να βγούμε από τον εαυτό μας. Αυτό ακριβώς δραματοποιεί ο ήρωάς του.

02 / Η διαδρομή

Η πλοκή: τρεις ταξιδιώτες μπροστά στο απαγορευμένο δωμάτιο

Στάλκερ (Stalker), 1979 · ΕΣΣΔ · 161 λεπτά.

Σκηνοθεσία: Αντρέι Ταρκόφσκι · Σενάριο: Αρκάντι & Μπορίς Στρουγκάτσκι, σε συνεργασία με τον Ταρκόφσκι · Μουσική: Εντουάρντ Αρτέμιεφ.

Αλεξάντρ Καϊντανόφσκι (Στάλκερ) · Ανατόλι Σολονίτσιν (Συγγραφέας) · Νικολάι Γκρίνκο (Καθηγητής) · Αλίσα Φρέιντλιχ (γυναίκα του Στάλκερ).[4]

Σε μια γκρίζα, καταπιεστική, βιομηχανική πόλη, ένας άνδρας βγάζει τα προς το ζην οδηγώντας παράνομα ανθρώπους στη Ζώνη: έναν αποκλεισμένο τόπο, που φέρεται να μεταμορφώθηκε έπειτα από ανεξήγητο συμβάν. Ο στρατός τον φρουρεί. Στη Ζώνη, κανένα μονοπάτι δεν είναι δεδομένα ασφαλές. Ό,τι ήταν βατό μπορεί ξαφνικά να γίνει παγίδα. Στον πυρήνα της βρίσκεται το Δωμάτιο, όπου, σύμφωνα με τον θρύλο, πραγματοποιείται όχι όποια επιθυμία διατυπώνει κανείς αλλά η πιο βαθιά και ίσως άγνωστη επιθυμία του.

Ο ξεναγός μεταφέρει εκεί δύο άνδρες: τον Συγγραφέα, που έχει χάσει την πίστη στην τέχνη και το ταλέντο του, και τον Καθηγητή, επιστήμονα που εμφανίζεται να αναζητά γνώση. Διαφεύγουν από τα φυλάκια με μια σιδηροδρομική δρεζίνα και εισέρχονται σε ένα τοπίο όπου η βλάστηση, το νερό και τα ερείπια μοιάζουν να ανακτούν μια μυστηριώδη ζωή. Ο Στάλκερ τους αναγκάζει να βαδίζουν με παράδοξους κανόνες και μεγάλες παρακάμψεις.



Στα ερείπια της Ζώνης: το ταξίδι είναι ταυτόχρονα χωρικό και ηθικό. Καρέ από την ταινία, πηγή: The Cinephiliac · © δικαιούχοι της ταινίας.

Η ιστορία του παλαιού οδηγού, του Σκαντζόχοιρου (Porcupine), προοιωνίζεται την καταστροφή: όταν εκείνος μπήκε στο Δωμάτιο, επέστρεψε πλούσιος, παρότι —όπως αποκαλύπτεται— ήθελε να εξιλεωθεί για τον θάνατο του αδελφού του. Αργότερα αυτοκτόνησε. Η πιθανότητα είναι τρομακτική: ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό όσο νομίζει.

Μπροστά στο Δωμάτιο, ο Καθηγητής αποκαλύπτει ότι έφερε βόμβα για να το καταστρέψει, φοβούμενος την εκμετάλλευση της δύναμής του. Ο Συγγραφέας αρνείται να εισέλθει, τρομοκρατημένος από όσα θα φανέρωνε η μύχια επιθυμία του. Ο Καθηγητής τελικά αποσυναρμολογεί τη βόμβα. Κανείς δεν πραγματοποιεί το υποσχόμενο πέρασμα. Επιστρέφουν. Ο Στάλκερ καταρρέει ψυχικά. Στο σπίτι, όμως, η γυναίκα και η κόρη του ανοίγουν μια διαφορετική προοπτική για το θαύμα.

Το σενάριο προέρχεται ελεύθερα από το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας Πικνίκ δίπλα στον δρόμο (Roadside Picnic) των αδελφών Στρουγκάτσκι. Ο Ταρκόφσκι αφαίρεσε μεγάλο μέρος της εξωγήινης περιπέτειας, ώστε να παραμείνει η γυμνή ηθική συνθήκη: τι θα γινόταν αν συναντούσαμε την αλήθεια του πόθου μας;[5]

03 / Η παρουσία του σκηνοθέτη

Πίσω από τον ξεναγό κρύβεται ο Ταρκόφσκι;

Ναι, με την έννοια ενός πνευματικού αυτοπορτρέτου. Όχι, με την έννοια μιας απλής ταύτισης. Ο Στάλκερ αναλαμβάνει μια αποστολή που θυμίζει την αποστολή την οποία ο Ταρκόφσκι απέδιδε στον αληθινό καλλιτέχνη: να υπηρετήσει άλλους, να τους οδηγήσει προς μια εμπειρία που δεν μπορεί να τους επιβάλει. Όπως ο σκηνοθέτης οδηγεί τον θεατή μέσα σε ένα έργο γεμάτο σιωπές και αβεβαιότητα, έτσι ο ήρωας οδηγεί τους συνταξιδιώτες του μέσα στη Ζώνη. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει μόνος του την απόσταση ανάμεσα στην πληροφορία και την εσωτερική μεταμόρφωση.

Όμως ο Ταρκόφσκι βρίσκεται επίσης στον Συγγραφέα, με την αγωνία του αν έχει νόημα να δημιουργεί, και λιγότερο φανερά στον Καθηγητή, με τον πειρασμό να ελέγξει ή να καταστρέψει ό,τι δεν κατανοεί. Η ταινία λειτουργεί καλύτερα όταν θεωρούμε τους τρεις άνδρες τρεις αντιμαχόμενες δυνατότητες του ίδιου ανθρώπου, όχι μια αναμέτρηση του καλού με δύο καρικατούρες του κακού.

Στις συνομιλίες του για το έργο, ο ίδιος ο δημιουργός χαρακτήριζε τον Στάλκερ ιδεαλιστή του οποίου ο κόσμος διαλύεται. Τόνιζε μάλιστα πως δεν θεωρούσε τους δύο άλλους άνδρες εξαιρετικά κακούς: τους έβλεπε ως ανθρώπους που έχει διαμορφώσει η εποχή τους. Άρα το κέντρο της ταινίας δεν είναι η πανηγυρική νίκη της πίστης αλλά η κρίση ενός ανθρώπου που πιστεύει και αντιλαμβάνεται ότι η πίστη του μπορεί να μη μεταδοθεί.[6]

Εδώ απαιτείται και μια δυσάρεστη ένσταση: ο Στάλκερ δεν είναι αναγκαστικά αλάνθαστος. Απαιτεί υπακοή, κρατά για τον εαυτό του την αυθεντία της ερμηνείας, ορίζει ποιος θα εκτεθεί πρώτος σε κίνδυνο. Ο μελετητής Dominic Lash έχει προτείνει να τον δούμε όχι μόνο ως σύμβολο αγνής πίστης αλλά και ως χαρακτήρα με χειριστικότητα, αυτολύπηση και τύφλωση απέναντι στα δικά του κίνητρα. Η αντίρρηση είναι γόνιμη: ακόμη και ο μεσολαβητής του ιερού μπορεί να εθιστεί στην εξουσία που του δίνει η μεσολάβηση.[7]

 

04 / Οι αναγνώσεις

Μια ταινία με πολλά επίπεδα — χωρίς ένα και μοναδικό «κλειδί»

Πρώτο επίπεδο: η θρησκευτική παραβολή

Η Ζώνη μοιάζει με τόπο προσκυνήματος, ο Στάλκερ με διά Χριστόν σαλό, η πορεία με άσκηση και το Δωμάτιο με δοκιμασία προσευχής. Ο ήρωας υπερασπίζεται τους απογοητευμένους, όχι τους αυτάρεσκους. Δεν υπόσχεται ευκολία. Ζητά εμπιστοσύνη. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι ορθόδοξο κήρυγμα ή ότι το Δωμάτιο είναι απλώς ο Θεός. Το θείο διατηρείται ως δυνατότητα, όχι ως αποδεδειγμένος μηχανισμός.

Δεύτερο επίπεδο: η ψυχαναλυτική και υπαρξιακή αλήθεια

Η ιστορία του Σκαντζόχοιρου διαλύει την αφελή ιδέα ότι είμαστε κύριοι των επιθυμιών μας. Μπορώ να θέλω συνειδητά να σώσω κάποιον, και βαθύτερα να θέλω αναγνώριση, χρήμα, εξουσία. Το Δωμάτιο δεν ελέγχει τι λέμε ότι αξίζουμε. Αποκαλύπτει τι μας κυβερνά. Η άρνηση των ηρώων να μπουν είναι ταυτόχρονα δειλία και μια πρώτη στιγμή αυτογνωσίας.

Τρίτο επίπεδο: η πολιτική και η μνήμη των στρατοπέδων

Συρματοπλέγματα, οπλισμένοι φρουροί, ένας πρώην κρατούμενος, ένα κράτος που απαγορεύει την πρόσβαση σε άγνωστο χώρο: ο απόηχος της σοβιετικής εμπειρίας είναι ισχυρός. Το παράδοξο είναι ότι έξω από τη Ζώνη κυριαρχεί η κοινωνική ανελευθερία, ενώ μέσα, στον δήθεν επικίνδυνο τόπο, ο άνθρωπος αισθάνεται την πιθανότητα της ελευθερίας. Αυτό δεν μετατρέπει τη Ζώνη σε κυριολεκτικό γκουλάγκ. Είναι μια πολιτική ανάγνωση που συνυπάρχει με άλλες.

Τέταρτο επίπεδο: η οικολογική και τεχνολογική ερημιά

Οι σκουριασμένες μηχανές, τα νερά, τα βιομηχανικά απόβλητα και η οργιώδης φύση συνθέτουν έναν κόσμο έπειτα από την ύβρη του ανθρώπου. Η ταινία γυρίστηκε σε δύσκολες συνθήκες στην Εσθονία, κοντά σε ρυπασμένους βιομηχανικούς χώρους. Η μεταγενέστερη τραγωδία του Τσερνόμπιλ προσέδωσε στις εικόνες νέα ανατριχιαστική απήχηση. Δεν ήταν όμως το ιστορικό γεγονός που «σχολίαζε» η ταινία του 1979. Και η υπόθεση ότι η έκθεση σε ρύπους προκάλεσε τον καρκίνο του Ταρκόφσκι παραμένει μη αποδεδειγμένη.[2][5]

Πέμπτο επίπεδο: το ίδιο το σινεμά

Ο Στάλκερ μοιάζει με σκηνοθέτη, οι δύο συνοδοιπόροι με θεατές που ζητούν νόημα, απόδειξη ή απόλαυση, και η Ζώνη με την ταινία που τους απορροφά. Το έργο μάς καλεί να παραμερίσουμε την ανυπομονησία να πάρουμε μια «απάντηση». Η τέχνη δεν εκπληρώνει μια επιθυμία κατά παραγγελία. Δημιουργεί τις συνθήκες για να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει κάτι μέσα μας που δεν κατέχουμε.

Μια κρίσιμη επιφύλαξη: Ο ίδιος ο Ταρκόφσκι αντιστεκόταν στην ιδέα ότι η Ζώνη αντιστοιχεί υποχρεωτικά σε κάποιο αλληγορικό αντικείμενο. Την περιέγραφε ως την ίδια τη ζωή.[2]

05 / Ο πιο σπαρακτικός αυτοέλεγχος

Ο Συγγραφέας: γιατί γράφω, ποιος με διαβάζει και τι απέμεινε από την τέχνη μου;

Ο Συγγραφέας ίσως είναι ο πιο κοντινός μας χαρακτήρας, ακριβώς επειδή είναι ο λιγότερο συμπαθής. Είναι ευφυής, ειρωνικός, επιτυχημένος, γεμάτος αυτοπεριφρόνηση. Χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν ασπίδα προτού οι άλλοι πλησιάσουν την πληγή του. Το χιούμορ του είναι η τελευταία μορφή άμυνας ενός ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη στο ίδιο το εργαλείο με το οποίο ζει: τη γλώσσα.

Από την αρχή, η στάση του είναι αντιφατική. Δηλώνει πως γράφει «για τους αναγνώστες», αμέσως όμως αμφιβάλλει αν αξίζει να γράφεται οτιδήποτε. Αναρωτιέται γιατί να δημιουργεί, αν σε εκατό χρόνια δεν θα τον διαβάζει κανείς. Και αργότερα διατυπώνει το ανάποδο πρόβλημα: αν μπορούσε να είναι απολύτως βέβαιος για τη μεγαλοφυΐα του, ποιος θα ήταν τότε ο λόγος να συνεχίσει; Δεν τον βασανίζει μόνο η ποιότητα του έργου του, αλλά το αν μπορεί να αντλήσει από το έργο μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη της αξίας του.[8]

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αυτοκριτική του. Ο δημιουργός που επιθυμούσε να αλλάξει τους ανθρώπους νιώθει ότι έχει γίνει προϊόν της ζήτησής τους. Οι εκδότες, οι κριτικοί, οι θαυμαστές, οι σχέσεις και οι προσδοκίες σχηματίζουν γύρω του έναν μηχανισμό κατανάλωσης. Παράγει συνεχώς «περισσότερο», όμως αυτό το περισσότερο δεν εξασφαλίζει νόημα. Η δημιουργία γίνεται επάγγελμα και η αναγνώριση ανάγκη. Ο Συγγραφέας ξεκίνησε θέλοντας να αλλάξει τον κόσμο και καταλήγει φοβούμενος ότι ο κόσμος τον άλλαξε κατ’ εικόνα του.

Όταν εξομολογείται ότι παλιότερα νόμιζε πως τα βιβλία του έκαναν τους ανθρώπους καλύτερους αλλά τώρα δεν αισθάνεται πως τον χρειάζεται κανείς, το παράπονο είναι σπαρακτικό, όχι απλώς ματαιόδοξο. Υπάρχει αληθινή πληγή πίσω από τον ναρκισσισμό. Όμως ο ίδιος δεν είναι βέβαιος αν θέλει να προσφέρει κάτι στους άλλους ή αν θέλει να του χρωστούν οι άλλοι ευγνωμοσύνη. Η ερώτηση «ποιος με διαβάζει;» μπορεί να σημαίνει «σε ποιον απευθύνομαι;», αλλά μπορεί να σημαίνει και «ποιος θα με επιβεβαιώσει;».

Η περίφημη αναλογία του με ένα υποτιθέμενο αρχαίο αγγείο είναι αποκαλυπτική: όσο οι ειδικοί πιστεύουν ότι είναι αυθεντικό, το θαυμάζουν. Όταν αποδειχθεί πλαστό, ο θαυμασμός εξανεμίζεται. Σκέφτεται ότι ίσως η αξία ενός έργου εξαρτάται λιγότερο από αυτό που είναι και περισσότερο από το κύρος που περιβάλλει το όνομά του. Με άλλα λόγια, ο Συγγραφέας αναγνωρίζει το ψέμα της πολιτιστικής αγοράς — αλλά δεν έχει αποδεσμευτεί ο ίδιος από αυτήν.

Η πιο φαρμακερή αντίφαση βρίσκεται στην επιθυμία του να γίνει «μεγάλος» χωρίς να αντέχει την ευθύνη της δημιουργίας. Αναζητά την έμπνευση ως κάτι που θα αποκτηθεί σαν αγαθό. Το Δωμάτιο τον απειλεί επειδή μπορεί να αποκαλύψει ότι εκείνο που λαχταρά δεν είναι μια σπουδαία αλήθεια ή ένα έργο με αξία, αλλά η φήμη, η ασφάλεια και η επιβεβαίωση του εγώ.

Κι όμως, ο Συγγραφέας έχει και μια σπουδαία στιγμή εντιμότητας: αρνείται να μπει στο Δωμάτιο. Έχει συνειδητοποιήσει ότι το ασυνείδητο μπορεί να τον προδώσει, όπως πρόδωσε τον Σκαντζόχοιρο. Η άρνησή του δεν είναι απλώς αδυναμία. Είναι και η αναγνώριση ότι η αυτογνωσία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από ένα θαύμα. Σε αυτή την οριακή του στάση, ο κυνικός πλησιάζει περισσότερο την ηθική σοβαρότητα απ’ ό,τι όταν εκφωνεί τις πιο έξυπνες ατάκες του.

Εδώ ο Ταρκόφσκι ξεπερνά την καταγγελία των «άλλων διανοουμένων». Ο ίδιος, ως καλλιτέχνης που πίστευε στη σχεδόν ιερή αποστολή της τέχνης, εκθέτει τον πειρασμό της δικής του τάξης: την αυταρέσκεια, το μεγαλείο, την ανάγκη να θεωρείται σωτήρας. Ο Συγγραφέας είναι ένας καθρέφτης που ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να κοιτάξει χωρίς δυσφορία. Αυτό κάνει την ταινία μεγάλο έργο και όχι εύκολο ηθικό μάθημα.

06 / Ο άλλος διανοούμενος

Ο Καθηγητής: όταν η γνώση φοβάται ό,τι δεν ελέγχει

Ο Καθηγητής παρουσιάζεται πιο ήρεμος, σχεδόν πεζός. Το ότι μεταφέρει κρυφά έναν εκρηκτικό μηχανισμό ανατρέπει την εικόνα του «ουδέτερου επιστήμονα». Δεν είναι αβάσιμη η ανησυχία του: αν το Δωμάτιο εκπληρώνει επιθυμίες, τι θα συμβεί αν το αποκτήσει ένας τύραννος; Ο φόβος του έχει πραγματικό ηθικό περιεχόμενο. Ωστόσο ο ίδιος αναλαμβάνει μονομερώς το δικαίωμα να εξαφανίσει μια δυνατότητα ελπίδας για όλους τους υπόλοιπους.

Ο Καθηγητής εκπροσωπεί έτσι τη σκοτεινή πλευρά της τεχνοκρατίας: όταν δεν μπορεί να κατανοήσει, να προβλέψει και να ελέγξει, προτιμά να καταργήσει. Το πρόβλημα δεν είναι η επιστήμη, αλλά η ιδέα ότι ο επιστήμονας —ή ο ειδικός— μπορεί να υποκαταστήσει με την τεχνική ισχύ μια συλλογική ηθική απόφαση. Ο Ταρκόφσκι διευκρίνιζε ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για τον τυποποιημένο επιστήμονα-λειτουργό παρά για τον πρωτοπόρο δημιουργό της γνώσης.[6]

Υπάρχει όμως και ένα όριο στην κριτική προς αυτόν: η πίστη χωρίς δυνατότητα ελέγχου μπορεί να γίνει αυταρχική, όπως και η γνώση χωρίς αυτοπεριορισμό. Η ταινία είναι πιο ισχυρή όταν αρνείται να μας δώσει έναν απροβλημάτιστο νικητή.

07 / Η μεγάλη καταγγελία

Ο λόγος του Στάλκερ στο τέλος: η διανόηση, η πίστη και η «τιμή» της

Ίσως το οξύτερο πολιτικό και ηθικό σημείο της ταινίας έρχεται μετά την επιστροφή. Ο Στάλκερ είναι εξαντλημένος, ταπεινωμένος, σχεδόν απελπισμένος. Τότε στρέφεται εναντίον των μορφωμένων ανθρώπων που μόλις οδήγησε στη Ζώνη. Τους αποκαλεί διανόηση —συγγραφείς και επιστήμονες—, αλλά βλέπει σ’ αυτούς μια πίστη που έχει ατροφήσει. Στο μυαλό τους, υποστηρίζει, κυριαρχούν η προσωπική αξία, η φήμη, το να μην «πουληθούν φτηνά», το να πληρωθεί κάθε ανάσα τους. Ενδιαφέρονται περισσότερο για την τιμή τους παρά για την αλήθεια.[8]

Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι η διανόηση πληρώνεται. Είναι ότι μπορεί να φτάσει στο σημείο να μετρά την αξία των ιδεών της μόνο με όρους προσωπικής ανταμοιβής.

Αυτός ο λόγος δεν είναι μομφή κατά της μόρφωσης. Ο Ταρκόφσκι ήταν ο ίδιος εξαιρετικά καλλιεργημένος, γιος ποιητή, διαμορφωμένος από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική. Η καταγγελία αφορά μια διανόηση που έχασε την επαφή της με το αντικείμενο της σκέψης της και άρχισε να λατρεύει το πρόσωπό της. Ο Συγγραφέας δεν ρωτά πρωτίστως αν το κείμενο είναι αληθινό. Ρωτά αν θα διαβαστεί. Ο Καθηγητής δεν ρωτά μόνο τι είναι σωστό να γίνει. Αναλαμβάνει την εξουσία να αποφασίσει αντί όλων. Και οι δύο διαθέτουν μόρφωση χωρίς επαρκή εσωτερική ταπείνωση.

Η φράση περί πώλησης είναι τρομακτική επειδή η αγορά εδώ δεν είναι απλώς ο οικονομικός χώρος. Είναι μια νοοτροπία που μετατρέπει την ανθρώπινη αξία σε εμπορικό ισοδύναμο: αμοιβή, τίτλος, καταξίωση, πρόσβαση, επιρροή. Ακόμη και η δημόσια αμφισβήτηση μπορεί να γίνει μια επένδυση στο προσωπικό κύρος.

Οι μορφωμένοι γνωρίζουν τις λέξεις «αλήθεια», «ηθική», «προσφορά», αλλά κινδυνεύουν να τις χρησιμοποιούν ως σύμβολα επαγγελματικής ταυτότητας.

Στο σημείο αυτό η ταινία επισημαίνει μια αντίφαση της νεωτερικότητας: έχουμε άπειρα μέσα και ολοένα λιγότερους βέβαιους σκοπούς. Παράγουμε γνώση, εικόνες, τεχνολογίες, κείμενα. Όμως αν το μόνο κοινό μέτρο είναι η επιτυχία, με τι θα κρίνουμε πότε αξίζει να αρνηθούμε μια επιτυχία; Η πίστη που ζητά ο Στάλκερ δεν χρειάζεται να διαβαστεί μόνο θρησκευτικά. Μπορεί να σημαίνει την ικανότητα να υποστηρίζουμε κάτι που δεν εξαντλείται στο ατομικό συμφέρον.

Το πιο δραματικό είναι ότι ο Στάλκερ δεν μιλά με ψυχρή θεωρητική υπεροχή. Μιλά επειδή νιώθει ότι η αποστολή του απέτυχε. Δεν κατάφερε να βοηθήσει τους δύο άνδρες να πλησιάσουν το θαύμα. Η καταγγελία του έχει επομένως και την αδυναμία της: η γυναίκα του τον καλεί να τους λυπηθεί αντί να τους καταραστεί. Και ο ίδιος, λίγο μετά, παραδέχεται πως το πρόβλημα δεν αφορά μόνο αυτούς τους δύο: κανένας δεν πιστεύει. Αμέσως η φωνή του μετατρέπεται από κατηγορία σε θρήνο για μια ολόκληρη εποχή.

Δεν θα αγνοούσα, ωστόσο, μια τελευταία ειρωνεία: και ο Στάλκερ ζητά αναγνώριση. Θέλει να αποδειχθεί ότι η διακονία του είναι αναγκαία. Όταν του αμφισβητούν τον σκοπό, καταρρέει. Μήπως μέσα στην αγανάκτησή του υπάρχει και πληγωμένος εγωισμός; Η ταινία μας επιτρέπει να το σκεφτούμε. Έτσι η τελική κριτική της διανόησης δεν μένει ασφαλής στα χείλη ενός άσπιλου κριτή. Επιστρέφει σαν ερώτημα στον ίδιο τον κριτή.



08 / Η πιο ανθρώπινη φωνή

Ο μονόλογος της γυναίκας: η «πικρή ευτυχία» απέναντι στον κυνισμό

 

Εδώ συμβαίνει κάτι αποφασιστικό. Αφού ακούσαμε τόσες αφηρημένες συνομιλίες ανδρών για τη ζωή, την πίστη, την τέχνη, την επιστήμη και τον προορισμό του ανθρώπου, εμφανίζεται η γυναίκα του Στάλκερ. Κοιτάζει κατευθείαν προς την κάμερα και μιλά με απλότητα. Η ταινία παραχωρεί το τελικό δικαίωμα μαρτυρίας σε εκείνη που δεν ταξίδεψε στη Ζώνη και που πλήρωσε καθημερινά το τίμημα αυτής της αποστολής.

Αφηγείται ότι η μητέρα της αντιδρούσε στον γάμο: εκείνος ήταν περιθωριακός, καταδικασμένος σε ταλαιπωρίες και φυλακίσεις· υπήρχε ο φόβος για τα παιδιά τους. Εκείνη το γνώριζε. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο άνδρας τής πρότεινε να τον ακολουθήσει, το έκανε. Η ζωή της περιείχε φόβο, λύπη και ντροπή. Δεν αρνείται κανένα από αυτά. Όμως επιμένει ότι δεν μετάνιωσε.

Προτιμά την οδυνηρή, «πικρή» ευτυχία από μια ζωή άδεια και γκρίζα, επειδή χωρίς τη δυνατότητα της οδύνης ίσως να μην υπήρχε ούτε η δυνατότητα της χαράς και της ελπίδας.[8]

Η γυναίκα του Στάλκερ προσφέρει, επομένως, κάτι που λείπει και από τους τρεις ταξιδιώτες: μια πίστη ενσαρκωμένη σε πράξη. Ο Συγγραφέας αναλύει την τέχνη και αμφιβάλλει. Ο Καθηγητής υπολογίζει κινδύνους. Ο Στάλκερ θέλει να σώσει τους άλλους μέσα από μια ιερή αποστολή. Εκείνη μένει, αγαπά, φροντίζει και αναλαμβάνει την ευθύνη μιας πραγματικής κοινής ζωής. Η αλήθεια της δεν είναι θεωρητική αλλά βιωμένη.

Υπάρχει και μια λαμπρή λεπτομέρεια: ο μονόλογος δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες, αλλά σε εμάς. Σαν να έσπαγε η ταινία τη μεγάλη φιλοσοφική απόσταση και να μας ρωτούσε: όταν μιλάμε για θυσία και πίστη, ποιος κουβαλά καθημερινά το βάρος τους; Ο ίδιος ο Ταρκόφσκι δήλωσε σε συνέντευξη ότι αυτή ήταν η αγαπημένη του σκηνή στο Στάλκερ.[6]

Δεν θα ήθελα όμως να μετατρέψω τη γυναίκα σε άγιο σύμβολο «γυναικείας υπομονής». Υπάρχει ένας κίνδυνος σ’ αυτή την ανάγνωση: να εξωραΐσουμε τη δυστυχία της και να θεωρήσουμε δεδομένο ότι εκείνη οφείλει να σηκώνει τη ζωή του ιδεαλιστή. Ο μονόλογός της είναι τόσο δυνατός ακριβώς επειδή δεν είναι διαταγή προς όλες τις γυναίκες να υπομένουν. Είναι η δική της αφήγηση της δικής της επιλογής, με την οποία διεκδικεί την αξιοπρέπεια και τη φωνή της. Η αγάπη αποκτά αξία μόνο όταν δεν μετατρέπεται σε υποχρεωτική αυτοκατάργηση.

Η φράση της για την ελπίδα φωτίζει εκ των υστέρων όλο το έργο. Η Ζώνη ήταν η υπόσχεση ενός μεγάλου θαύματος. Η γυναίκα υπερασπίζεται το μικρό, καθημερινό θαύμα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά χωρίς να διαθέτει εγγυήσεις. Η πίστη δεν νικά την οδύνη. Της αρνείται το δικαίωμα να είναι το μοναδικό νόημα της ζωής.

09 / Το τελευταίο πλάνο

Η κόρη, τα ποτήρια και το θαύμα που δεν βρισκόταν στο Δωμάτιο



Η κόρη του Στάλκερ μπροστά στα ποτήρια. Καρέ από την ταινία, ευγενική παραχώρηση Kino Lorber στην ιστοσελίδα του Museum of Arts and Design · © δικαιούχοι της ταινίας.

Στο τέλος, η κόρη του Στάλκερ κάθεται μπροστά σε ποτήρια πάνω σε ένα τραπέζι. Τα αντικείμενα φαίνεται να κινούνται χωρίς εκείνη να τα αγγίζει, ενώ ο ήχος ενός διερχόμενου τρένου αφήνει ανοιχτή μια μικρή αλλά σημαντική αμφιβολία για ό,τι βλέπουμε. Το θαύμα εμφανίζεται όχι στο απόκρυφο κέντρο της Ζώνης αλλά στο σπίτι, στην καθημερινότητα.

Το πλάνο αρνείται την απόλυτη εξήγηση. Είναι υπερφυσικό γεγονός; Παιδική δύναμη; Ποίηση της εικόνας; Ίσως το ουσιαστικό να μην είναι να αποφασίσουμε. Η ταινία επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε και αφήνει να φανεί ότι η πραγματικότητα διαθέτει περισσότερο μυστήριο απ’ όσο οι βεβαιότητές μας επιτρέπουν να δούμε. Ύστερα από μια αποτυχημένη αναζήτηση έξω από τον κόσμο, η δυνατότητα της έκπληξης έχει απομείνει μέσα στον κόσμο.

10 / Η γλώσσα του κινηματογράφου

Γιατί είναι σπουδαία ταινία, πέρα από τις ιδέες της;

Ο Ταρκόφσκι δεν «εικονογραφεί» ένα φιλοσοφικό δοκίμιο. Η σκηνοθεσία είναι η ίδια η σκέψη. Η μετατόπιση από τους καφέ-σέπια τόνους της πόλης στα χρώματα της Ζώνης δεν είναι ένας απλός κώδικας καλού και κακού: η Ζώνη είναι ομορφότερη, αλλά και πιο αβέβαιη. Η βραδύτητα των πλάνων δεν είναι κενός εντυπωσιασμός. Ο χρόνος πρέπει να περάσει πραγματικά, ώστε να αισθανθούμε την αναμονή, την αμηχανία και την αντίσταση των προσώπων.

Η διαδρομή με τη δρεζίνα είναι μια από τις πιο υποβλητικές μεταβάσεις του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ήχος γίνεται ρυθμός σχεδόν υπνωτικός. Το τοπίο μεταμορφώνεται χωρίς μια συμβατική θεαματική έκρηξη. Η ηλεκτρονική σύνθεση του Εντουάρντ Αρτέμιεφ συναντά τους φυσικούς ήχους, το νερό, το βουητό και τη σιωπή. Οι σκουριασμένες επιφάνειες γίνονται εικόνες εσωτερικής φθοράς. Τα πρόσωπα κινηματογραφούνται σαν τοπία.[5]

Στον συμβατικό κινηματογράφο περιμένουμε να μάθουμε τι κρύβεται στο τέλος της διαδρομής. Εδώ η ένταση μεγαλώνει όσο αντιλαμβανόμαστε ότι η αποκάλυψη ίσως να είναι ανυπόφορη, γι’ αυτό και δεν πρέπει να δοθεί. Είναι μια σπάνια περίπτωση όπου η απουσία της «κορύφωσης» μετατρέπεται στην ίδια την κορύφωση.

11 / Η διεθνής υποδοχή

Τι έγραψαν σημαντικοί διεθνείς κριτικοί και μελετητές;

Mark Le Fanu — The Criterion Collection (2017)

Ο Le Fanu δίνει ιδιαίτερο βάρος στην αμφισημία των επιθυμιών, στον λεπτό συνδυασμό πίστης και ειρωνείας, αλλά και στην υλικότητα της εικόνας: στα πρόσωπα, στις παύσεις, στο τοπίο, στη σιωπή. Δεν αντιμετωπίζει το φιλμ ως μονοσήμαντη χριστιανική αλληγορία. Θυμίζει επίσης τη δύσκολη παραγωγή και το ότι οι αρχικές λήψεις ξαναγυρίστηκαν. Η δική του προσέγγιση μας προφυλάσσει από το να θυσιάσουμε το σινεμά στον βωμό της θεωρίας.[5]

Stephen Dalton — BFI (2014)

Ο Dalton επιμένει στο ιστορικό τραύμα του σοβιετικού συστήματος. Τα συρματοπλέγματα, η στρατιωτικοποιημένη επικράτεια και η μορφή του πρώην φυλακισμένου τον οδηγούν στην πολιτική ανάγνωση του έργου, χωρίς να αγνοεί την υπαρξιακή του διάσταση. Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι η «ελευθερία» μοιάζει να βρίσκεται στην απαγορευμένη επικράτεια.[2]

Nick Schager — Slant Magazine (2006)

Ο Schager αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η ταινία αποσταθεροποιεί τις πρώτες μας βεβαιότητες για τους τρεις ήρωες. Εντοπίζει το πνευματικό της κέντρο στα φθαρμένα πρόσωπα και στα βλέμματα, ενώ αναγνωρίζει ότι η αυτοπεποίθηση του Στάλκερ υπονομεύεται και από τη δική του άρνηση να μπει στο Δωμάτιο. Στον μονόλογο της γυναίκας διακρίνει την κρίσιμη μετατόπιση προς την αφοσίωση και την αγάπη.[9]

Geoff Dyer — The Guardian (2009)

Ο Dyer, που αφιέρωσε αργότερα ολόκληρο βιβλίο στο φιλμ, βρίσκει την ανεξάντλητη δύναμή του στην απλή δομή και στις άπειρες ερμηνευτικές δυνατότητες. Αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις εύκολες προσπάθειες να μετατραπεί η Ζώνη σε μία και μόνη πολιτική αναλογία. Η σύνδεση με το Τσερνόμπιλ, για παράδειγμα, είναι ισχυρή εκ των υστέρων, όχι απόδειξη προφητείας.[10]

The New Yorker (2013)

Η κριτική του περιοδικού αναδεικνύει την πυκνότητα των υφών, την αντίθεση φωτός και σκοταδιού, τη σύγκρουση της βιομηχανικής ύλης με τη βλάστηση και το νερό. Στη μεγάλη διαλογική σκηνή των τριών ηρώων διακρίνει μια ένταση που θυμίζει τον Ντοστογιέφσκι: ο διάλογος δεν διακοσμεί την πλοκή, αλλά γίνεται υπαρξιακή μάχη.[11]

Danny Leigh — The Guardian (2022)

Ο Leigh επισημαίνει κάτι εύστοχο: το βάρος του μύθου γύρω από τον Ταρκόφσκι μπορεί να εκφοβίζει τον νέο θεατή. Το Στάλκερ, ωστόσο, διατηρεί έναν παράξενα προσιτό πυρήνα περιπέτειας: τρεις ζωντανοί χαρακτήρες, μια αναζήτηση, ένα αίνιγμα. Δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε μόνο με δέος αλλά και με την περιέργεια που ζητά κάθε σπουδαία ταινία.[12]

Dominic Lash — Quarterly Review of Film and Video (2019)

Ο Lash προσφέρει την αναγκαία αντιρρητική κριτική: αμφισβητεί την αυτόματη εξιδανίκευση του Στάλκερ ως ενσάρκωσης της πίστης. Η χειριστικότητα και η αυτολύπησή του δείχνουν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να προσκολληθεί στην ίδια την εικόνα του ως σωτήρα. Αυτή η ανάγνωση δεν μειώνει την ταινία· την κάνει πιο ανθρώπινη και πιο δύσκολη.[7]

Η θέση του έργου στον διεθνή κανόνα είναι χαρακτηριστική: στην ψηφοφορία Sight and Sound του 2022 βρέθηκε στην 43η θέση στην κατάταξη των κριτικών (ισοβαθμία) και στην 14η θέση στην κατάταξη των σκηνοθετών (ισοβαθμία). Δεν είναι αυτό απόδειξη ότι κάθε θεατής οφείλει να το θαυμάσει. Είναι, όμως, ένδειξη της αντοχής του στον χρόνο.[13]



12 / Τελική αποτίμηση

Τι θέλει τελικά να μας πει ο Ταρκόφσκι;

Θα συνόψιζα το προσωπικό μου συμπέρασμα έτσι: ο άνθρωπος δεν σώζεται ούτε επειδή γνωρίζει, ούτε επειδή δημιουργεί, ούτε επειδή πιστεύει πως πιστεύει. Σώζεται —αν αυτή η λέξη έχει νόημα— όταν πάψει να βλέπει τους άλλους και τον κόσμο μόνο ως μέσα για την επιβεβαίωσή του.

Ο Συγγραφέας πρέπει να ξαναβρεί έναν λόγο να γράφει πέρα από την υστεροφημία. Ο Καθηγητής οφείλει να δεχθεί ότι η γνώση δεν του παρέχει απόλυτη εξουσία. Ο Στάλκερ χρειάζεται να μάθει ότι δεν μπορεί να αναγκάσει τους άλλους να πιστέψουν — ούτε να υπάρξει μόνο μέσα από την αποστολή που τους επιβάλλει. Και η γυναίκα του υπενθυμίζει ότι καμιά μεγάλη αλήθεια δεν έχει αξία αν δεν μπορεί να συναντήσει τη φροντίδα, την ευθύνη και την αγάπη της καθημερινότητας.

Το αριστούργημα του Ταρκόφσκι δεν μας αποκαλύπτει τι υπάρχει μέσα στο Δωμάτιο. Μας αφήνει μπροστά στο κατώφλι του εαυτού μας. Και αυτή η ανοιχτή, ανυπόφορη, γενναιόδωρη εκκρεμότητα είναι ο λόγος που η ταινία συνεχίζει να μας αφορά.


Πηγές και τεκμηρίωση

Οι αποδόσεις των διαλόγων στο δοκίμιο είναι συνοπτικές ελεύθερες αποδόσεις στα ελληνικά, όχι πιστή μεταγραφή συγκεκριμένης έκδοσης ελληνικών υποτίτλων. Οι ερμηνείες δηλώνονται ως ερμηνείες· οι βιογραφικές πληροφορίες και οι θέσεις κριτικών συνδέονται με τις πηγές τους.

  1. Robert Bird, “Andrei Tarkovsky”, Oxford Bibliographies in Cinema and Media Studies, 2013.
  2. Stephen Dalton, “Andrei Tarkovsky, Solaris and Stalker”, British Film Institute, 2014.
  3. Ian Christie, “Out of the shadows: Sergei Parajanov”, Sight and Sound / BFI, 2024.
  4. “Stalker”, επίσημη σελίδα της έκδοσης Criterion Collection: συντελεστές, διάρκεια και στοιχεία.
  5. Mark Le Fanu, “Stalker: Meaning and Making”, Criterion Collection, 2017.
  6. Αντρέι Ταρκόφσκι, συνεντεύξεις στο περιοδικό Scena, 1980, αναδημοσιευμένες στο Nostalghia.com.
  7. Dominic Lash, “You Can’t Imagine How Terrible It Is to Make the Wrong Choice”, Quarterly Review of Film and Video, 2019.
  8. Διαλογικό απομαγνητοφωνημένο κείμενο του Stalker, Forever Dreaming, αγγλόφωνη εκδοχή· χρησιμοποιήθηκε για έλεγχο νοήματος, όχι για εκτενείς παραθέσεις.
  9. Nick Schager, “Review: Stalker”, Slant Magazine, 2006.
  10. Geoff Dyer, “Danger! High-radiation arthouse!”, The Guardian, 2009.
  11. “Stalker”, The New Yorker, 2013.
  12. Danny Leigh, “If you watch only one film…”, The Guardian, 2022 (ενότητα για τον Ταρκόφσκι).
  13. “Stalker”, BFI / Sight and Sound, αποτελέσματα ψηφοφορίας 2022.

Η ελληνική διανόηση μπροστά στο Δωμάτιο: όταν η κριτική γίνεται επάγγελμα και η σκέψη δημόσια εικόνα

Ο λόγος του Στάλκερ ακούγεται οδυνηρά επίκαιρος όταν τον μεταφέρουμε στη σύγχρονη Ελλάδα. Όχι επειδή η ελληνική διανόηση είναι ένα ομοιογενές και διεφθαρμένο σώμα —αυτό θα ήταν άδικο, τεμπέλικο και τελικά αντιπνευματικό— αλλά επειδή τμήματα του δημόσιου πνευματικού κόσμου εμφανίζουν ακριβώς εκείνον τον μηχανισμό τον οποίο καταγγέλλει η ταινία: τη μετατροπή της ιδέας σε ατομικό κεφάλαιο.

Βλέπουμε, ενίοτε, συγγραφείς που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη θέση τους στις λίστες, στο payroll, στις παρουσιάσεις και στα φεστιβάλ παρά για το αν το έργο τους συναντά κάποια αλήθεια. Πανεπιστημιακούς που μετρούν την αξία τους σε τίτλους, βαθμίδες, αναγνωρισιμότητα και προσβάσεις. Δημόσιους σχολιαστές που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες συνειδήσεις ενώ προσαρμόζουν τη γλώσσα τους στις ανάγκες του εκάστοτε ακροατηρίου, του μέσου που τους φιλοξενεί ή του πολιτικού χώρου τον οποίο επιδιώκουν να υπερασπίζονται, όπως καθολικά, σχεδόν, σήμερα. Όχι όλοι. Πολλοί, όμως, ώστε η παθογένεια να χρειάζεται δημόσια συζήτηση.

Η εμπορευματοποίηση του κύρους

Ο Στάλκερ δεν καταγγέλλει το δικαίωμα στην αμοιβή. Κάθε ερευνητής, δάσκαλος, δημιουργός και συγγραφέας πρέπει να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του. Το ερώτημα είναι: ποια είναι η στιγμή που η αμοιβή παύει να επιτρέπει την ανεξαρτησία και αρχίζει να αγοράζει τη σιωπή; Πότε μια θέση σε επιτροπή, μια κρατική επιχορήγηση, μια εταιρική χορηγία, ένα τηλεοπτικό βήμα ή μια κομματική πρόσβαση μετατρέπεται σε άτυπη σύμβαση αυτολογοκρισίας;

Σε μια μικρή χώρα, με περιορισμένες πηγές χρηματοδότησης και πυκνά προσωπικά δίκτυα, η ανάγκη για διαφάνεια και σύγκρουση συμφερόντων γίνεται ακόμη πιο επείγουσα. Η διαφθορά της σκέψης αρχίζει όταν η σχέση με τον θεσμό καθορίζει εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να σκεφτεί ή να πει ο πνευματικός άνθρωπος.

Ο ναρκισσισμός της διαρκούς τοποθέτησης

Η ελληνική δημόσια συζήτηση, όπως και άλλες, έχει πλημμυρίσει από «παρεμβάσεις». Κάθε γεγονός απαιτεί ακαριαία δήλωση· κάθε διαφωνία μετατρέπεται σε θέαμα. Κάθε ομιλητής καλείται να υπερασπιστεί το προσωπικό του σήμα. Έτσι όμως η σκέψη χάνει κάτι ουσιώδες: τον χρόνο να αμφιβάλει, να διορθωθεί, ακόμη και να σωπάσει. Ο Συγγραφέας του Στάλκερ θα αναγνώριζε αυτόν τον χώρο: ένα ατελείωτο ακροατήριο που καταναλώνει γνώμες και ζητά αμέσως άλλες. Το να καταγγέλλει κανείς την εξουσία δεν τον απαλλάσσει από τον πειρασμό να επιθυμεί ο ίδιος εξουσία.

Η απόσταση από την κοινωνία που υποτίθεται πως υπηρετεί

Υπάρχει τέλος η πιο σκληρή αναλογία. Η πνευματική συζήτηση μπορεί να διεξάγεται μέσα σε προστατευμένους κύκλους, ενώ ο κόσμος έξω από αυτούς ζει επισφάλεια, μοναξιά, εξουθένωση, ανασφάλεια για την κατοικία, την εργασία, τη φροντίδα και το μέλλον.

Μια διανόηση που κατασκευάζει περίτεχνες περιγραφές του κοινωνικού πόνου, χωρίς να δέχεται ο ίδιος ο πόνος να αλλάξει τις προτεραιότητές της, μοιάζει με τον Συγγραφέα που εξαντλεί την αλήθεια μιλώντας γι’ αυτήν.

Γι’ αυτό ο μονόλογος της γυναίκας του Στάλκερ είναι πολιτικά τόσο σημαντικός για εμάς. Η φωνή που λέει τι σημαίνει να αντέχεις, να φροντίζεις, να φοβάσαι και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεις δεν προέρχεται από κάποιον φορέα κύρους. Επιστρέφει την πνευματική συζήτηση στο πραγματικό της μέτρο: τις ζωές που επηρεάζουν οι ιδέες μας. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από μια ακόμη τάξη αυτοανακηρυγμένων σωτήρων. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μπορούν να ακούσουν πριν αποφανθούν και να αναλάβουν ευθύνη για τις συνέπειες όσων υποστηρίζουν.

Ποια θα ήταν μια άξια απάντηση;

Ούτε αντιδιανοουμενισμός ούτε λατρεία της ειδημοσύνης. Χρειαζόμαστε διανοουμένους που γνωρίζουν πολλά αλλά δεν ντρέπονται να πουν «δεν ξέρω», που δημοσιοποιούν τις εξαρτήσεις τους, που ξεχωρίζουν τα τεκμήρια από τις επιθυμίες, που αντιστέκονται και στους πολιτικούς τους φίλους, που απευθύνονται πέρα από τον στενό κύκλο των ομοίων τους και που δεν μετατρέπουν κάθε δημόσια παρουσία σε δημοπρασία κύρους.

Η κρίσιμη ερώτηση για την ελληνική διανόηση δεν είναι «πόσο αξίζω στην αγορά των ιδεών;» αλλά «ποια αλήθεια θα υπερασπιζόμουν, ακόμη κι αν δεν με συνέφερε;»

Αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο δίδαγμα του Στάλκερ για την Ελλάδα: η γνώση χωρίς αυτοκριτική γίνεται προνόμιο. Η κριτική χωρίς αυτοκριτική γίνεται παράσταση. Και η τέχνη χωρίς ενδιαφέρον για τον άλλον γίνεται ένας ακόμη τρόπος να θαυμάζουμε τον εαυτό μας.

Ο Ταρκόφσκι δεν ζητά να πάψουμε να σκεφτόμαστε. Ζητά να πάψουμε να θεωρούμε ότι η σκέψη μας μάς καθιστά αυτομάτως καλύτερους ανθρώπους. Απέναντι στο Δωμάτιο της Ζώνης, ο Έλληνας διανοούμενος —όπως ο Ρώσος Συγγραφέας— θα έπρεπε πρώτα να ρωτήσει όχι τι θέλει να κερδίσει, αλλά αν αντέχει να δει τον εαυτό του δίχως το χειροκρότημα.

Και ίσως τότε η πρώτη πραγματική πνευματική πράξη να μην είναι ένας ακόμη λόγος, αλλά η σπάνια ικανότητα να ειπωθεί μια αλήθεια χωρίς να ζητηθεί αντάλλαγμα.

https://www.anixneuseis.gr/