ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ- ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Δεν μπορεί κανείς να σε σώσει αν δεν πιστέψεις ότι μπορείς να σωθείς και να σηκωθείς όρθιος.
Τρίτη 28 Ιουλίου 2026
Ιδού η συμμορία του Predator: Σε αυτούς παραδίδει η κυβέρνηση τα κλειδιά της αντιαεροπορικής άμυνας της χώρας
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
Περί του δημογραφικού προβλήματος
Το δημογραφικό πρόβλημα είναι ένα από τα ζητήματα που προσεγγίζεται συχνά (εκτός από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις), με μισές αλήθειες, με στενά οικονομίστικους όρους, με γενικολογίες και μονομέρειες.
Το δημογραφικό πρόβλημα όλων των δυτικών κοινωνιών, συνεπώς και της Ελλάδας, δεν εντοπίζεται μόνο στην πληθυσμιακή αντικατάσταση των αυτοχθόνων από εισαγόμενους λαθρομετανάστες που στο όνομα του δήθεν αντιρατσισμού και του δήθεν ανθρωπισμού, βαφτίζονται συλλήβδην «κατατρεγμένοι πρόσφυγες». Εντοπίζεται πολύ περισσότερο στην υπογεννητικότητα των γυναικών του δυτικού κόσμου και ιδιαίτερα της Ευρώπης. Βεβαίως, αυτά τα δύο (η πληθυσμιακή συρρίκνωση και η πληθυσμιακή αντικατάσταση) συνδέονται άμεσα.
Επίσης, συνδέονται με την απόσταση που παίρνουν όλο και περισσότεροι δυτικοί άντρες από τα παραδοσιακά γονεϊκά πρότυπα και τους ρόλους του συζύγου και του πατέρα. Τα πρότυπα δηλαδή που, έστω εμμέσως, έχουν στιγματιστεί ως ξεπερασμένα και «αντιδραστικά» από τη συνηθισμένη ρητορική του νεοφεμινισμού. Από την πλευρά τους, πολλοί άντρες τείνουν με τον ένα τρόπο ή τον άλλο να υποβαθμίζουν την «αξία της επένδυσης» που συνίσταται στη δημιουργία οικογένειας και στην πρόθυμη αποδοχή των βαρών που έχει παραδοσιακά μια τέτοια κοινωνική δομή τόσο για τους άντρες, όσο βέβαια και για τις όλο και πιο δύστροπες («δύσκολες», «αντιφατικές» κλπ.) νέες γυναίκες. Απρόθυμοι λοιπόν για τέτοιες, σχετικά έστω σταθερές σχέσεις, οι άντρες. Απρόθυμες όμως και οι γυναίκες. Η νεοφεμινιστική ρητορική της ζωής «childfree» έχει πιάσει ιδεολογικά και πρακτικά τόπο, διότι αντανακλά άριστα τα μεταμοντέρνα στερεότυπα του δικαιωματισμού, της εξατομίκευσης, του καταναλωτισμού, της ατομικής χειραφέτησης από όλες τις παραδοσιακές υποχρεώσεις της ζωής των καταναλωτών στο αέναο παρόν. Της στάσης ζωής δηλαδή που υπό διάφορα προσχήματα φαίνεται να αδιαφορεί τόσο για το ιστορικό παρελθόν, όσο και για το μέλλον των κοινωνιών. Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι στο πεδίο των ταυτοποιήσεων το 40 % περίπου των νεαρών φιλελεύθερων Αμερικανίδων φαίνεται να εντάσσεται στην κοινότητα LGBT+ (The Despair of Young Liberal Women - The Survey Center on American Life).
Έτσι θα λέγαμε ότι πριν γίνει θέμα αριθμών ή φανεί σαν μια κάμψη της ποσότητας των γεννήσεων ή ακόμα εκτραπεί σε ανόητες και πρακτικά εκτός θέματος συζητήσεις «υπέρ ή κατά» των εκτρώσεων, το δημογραφικό αντανακλά πρώτα από όλα μια κρίση νοήματος. Είναι ένα σύμπτωμα ψυχοπολιτικής αταξίας και βαθύτατης υπαρξιακής κρίσης του παρακμάζοντος δυτικού κόσμου. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι προσπάθειες κρατικής ενίσχυσης της γεννητικότητας με οικονομικά και υλικά μέσα συνήθως δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Και δεν αποδίδουν διότι τα διάφορα επιδόματα δεν στοχεύουν, ούτε μπορούν να στοχεύσουν στο πραγματικό αξιακό κέντρο του προβλήματος. Καταλήγουν σε έναν άρρητο, προσχηματικό λόγο του κράτους και των επίσημων δημογράφων του, ο οποίος εν μέρει συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει την ορατή κοινωνική πραγματικότητα. Άλλωστε, τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης για μείωση της υπογεννητικότητας που εφαρμόζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (εκτός φυσικά της Ελλάδας, που και επίσημα το κράτος, όχι μόνο δεν στηρίζει την τεκνοποίηση, αλλά την καθιστά και τεκμήριο…) αξιοποιούνται κατά βάση από τους μετανάστες και όχι τον εγχώριο πληθυσμό. Σε αυτή την λογική, η τεκνοποίηση σε ευρωπαϊκό έδαφος καθίσταται τρόπος όχι μόνο «ριζώματος», αλλά και βιοπορισμού για πολλούς μετανάστες, δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο το δημογραφικό πρόβλημα για το ντόπιο πληθυσμό, ο οποίος παρά τα όποια μέτρα οικονομικής και υλικής ενίσχυσης, δεν φαίνεται να επιθυμεί να αναπαραχθεί. Στην περίπτωση αυτή, οι ευρωπαίες γυναίκες δεν γεννούν, ακόμα και αν το κράτος, με τις κοινωνικές του πολιτικές, υποστηρίζει την αναπαραγωγή του εγχώριου πληθυσμού. Από την άλλη μεριά, στην Ελλάδα, η ιστορική εμπειρία μέχρι τουλάχιστον το ’80, δείχνει ότι τα φτωχά (όχι άπορα, φτωχά) λαϊκά στρώματα είχαν πολλές πολύτεκνες οικογένειες και πολύ περισσότερες με δύο τουλάχιστον παιδιά: 2,1 παιδιά ανά γυναίκα σε ηλικία αναπαραγωγής είναι ας θυμηθούμε το δημογραφικό όριο που επιτρέπει την εξισορρόπηση των θανάτων και των γεννήσεων. Το όριο δηλαδή που εξασφαλίζει τη διατήρηση μιας κοινότητας που δεν επιθυμεί να ζήσει κάποια στιγμή στο μέλλον της την εμπειρία του «τελευταίου των Μοϊκανών».
Άλλωστε, το βλέπουμε ξεκάθαρα και σήμερα: η πληθυσμιακή αύξηση των φτωχών χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου είναι εκρηκτική. Πράγμα που προφανώς συνδέεται άμεσα και με το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης νέων ανθρώπων από αυτές τις πολυάνθρωπες και ρημαγμένες τριτοκοσμικές κοινωνίες της Ασίας και της Αφρικής προς το δυτικό κόσμο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 2023 η Νιγηρία μόνη της είχε περισσότερες γεννήσεις από το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Αξίζει επίσης να θυμηθούμε ότι η αποικιοκρατία που λεηλάτησε την Αφρική, άφησε παράλληλα πίσω της τους ιατρικούς μηχανισμούς και τις παραδόσεις περίθαλψης που μείωσαν κάθετα την παιδική θνησιμότητα και αύξησαν το προσδόκιμο ζωής των πληθυσμών. Σήμερα, η νεοαποικιοκρατία, με πρώτη ίσως την πρώην αποικιοκρατούμενη Κίνα, έχει βάλει για τα καλά το πόδι της στην Αφρικανική Ήπειρο. Πολύ δύσκολα οι μεταρρυθμίσεις επαναστατών ή πατριωτών ηγετών θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τις ροές της νέας Αφρικής προς το δυτικό ή δυτικοποιημένο κόσμο.
Παράλληλα, οι πιο εύπορες δυτικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο της πληθυσμιακής τους συρρίκνωσης. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι το επιχείρημα της οικονομικής στενότητας , όσο πραγματικό και σοβαρό κι αν είναι, δεν επαρκεί από μόνο του για να ερμηνεύσει την υπογεννητικότητα στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Λειτουργεί μάλλον σαν ένα «άλλοθι» που συχνά υποκρύπτει τις πραγματικές, ψυχοπολιτικές, αξιακές και πολιτισμικές αιτίες του φαινόμενου. Είναι το ίδιο πάνω κάτω κοινωνικό και στενά οικονομικό, μισο-ορθολογικό, εκλογικευτικό άλλοθι, που συγκαλύπτει εδώ και δεκαετίες το φαινόμενο της αστυφιλίας, πρώτα από όλα των νέων σε ηλικία γυναικών που μαζικά εγκατέλειψαν το χωριό και την ύπαιθρο, όχι μόνο για να σπουδάσουν κάτι, αλλά και για να εγκατασταθούν οριστικά στις μεγαλύτερες πόλεις. Πότε έγινε αυτό; Την στιγμή ακριβώς ιστορικά που οι επαρχίες και τα χωριά ηλεκτροδοτήθηκαν, απέκτησαν ασφαλτοστρωμένους δρόμους, τρεχούμενο νερό και τα σπίτια τηλεοράσεις. Βεβαίως, αυτό ερμηνεύεται ψυχοκοινωνιολογικά και εν μέρει δικαιολογείται (αλλά αυτό θα ήταν ένα θέμα μιας άλλης τοποθέτησης, που υπερβαίνει τους στόχους του παρόντος άρθρου).
Για να το πούμε αλλιώς: οι συνθήκες ζωής και η στάση των ανθρώπων απέναντι σε ζητήματα όπως η γεωγραφική εγκατάσταση ή η γονεϊκότητα δεν είναι καθόλου άσχετη με την κρίση που διέρχονται τα παραδοσιακά πολιτισμικά πρότυπα, τα ήθη και οι νοοτροπίες που καθοδηγούν και οργανώνουν τις προτιμήσεις και τις επιλογές, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ατόμων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το ντοκιμαντέρ «Sugartown» στην περιοχή της Ζαχάρως στην Ηλεία, αναφορικά με τα ζητήματα της εσωτερικής καταρχάς μετανάστευσης του γυναικείου πληθυσμού προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Προφανώς, οι κοινωνιολογικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί, ανθρωπολογικοί και τεχνολογικοί παράγοντες έχουν την αναμφισβήτητη σημασία τους και οφείλουν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από εκείνους που ασχολούνται ή τοποθετούνται δημόσια για το δημογραφικό. Η αλληλουχία τους εξηγεί άλλωστε την εγκατάλειψη όλων των ορεινών όγκων και των περιοχών της χώρας που δεν ήταν τουριστικά αξιοποιήσιμοι.
Όμως, κατά βάση τα φαινόμενα αυτά εξαρτώνται τόσο από την εξέλιξη των σημασιών τόσο της ιστορικής έννοιας της «ανάγκης», όσο και από τις άρρητες συνήθως, προσωπικές τρόπον τινά νοηματοδοτήσεις της «καλής ζωής». Από επιλογές δηλαδή εν μέρει τουλάχιστον ορθολογικές, ενός «στυλ ζωής» πιο άνετης και πιο «κοσμοπολίτικης» από ότι στο παρελθόν. Έτσι, για να επανέλθουμε στο ζήτημα της υπογεννητικότητας και εμμέσως στην κρίση του θεσμού της παραδοσιακής οικογένειας, θα ήταν παράλογο και ανορθόλογο να παρακάμψουμε με τις στενά οικονομίστικες ερμηνείες μας την ανωριμότητα όλο και περισσότερων νέων δυτικών ανθρώπων που δυσφορούν όταν πρέπει να αναλάβουν ευθύνες και παλιμπαιδίζουν σε κάθε ευκαιρία αναζητώντας μια «ωραία ζωή με όσο το δυνατόν λιγότερες υποχρεώσεις και κόπο». Άλλωστε, δεν θα έπρεπε να ξεχάσουμε τα καθημερινά ιδεώδη ζωής του άμεσου καταναλωτικού ευδαιμονισμού, με όσο το δυνατόν περισσότερες ανέσεις και εξωτικά ταξίδια όλο και περισσότερων δυτικών ανθρώπων. Γιατί λοιπόν άραγε να δωρίσει κανείς τη ζωή σε έναν νέο άνθρωπο, όταν το κόστος της συντήρησής του και του μεγαλώματος του ξέρει ότι θα τον εμποδίσει να «περνάει καλά»; Γιατί να μην σκεφτεί ο υποψήφιος γονέας κυνικά και ρεαλιστικά: «Τι του χρωστάω αυτού του αγέννητου ανθρώπου»;
Και βεβαίως, αν ένας άνθρωπος σκέπτεται έτσι, είναι έντιμο και προς τιμήν του να μην κάνει παιδιά. Και όπως χωρίς παιδιά δεν υπάρχει μέλλον, η συζήτηση στις αντικοινωνικές, παρακμάζουσες δυτικές κοινωνίες μας μετατοπίζεται: Τι ακριβώς είναι και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το εγωκεντρικό «περνάω καλά»;
https://resaltomag.blogspot.com/
Σαράντα χρόνια μετά: επιστροφή σε μια άλλη Ελλάδα
του Γιάννη Παπαδάκη*
Πριν από περίπου 40 χρόνια, το 1987, αποφοίτησα από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών. Παρά τις τέσσερις δεκαετίες που μεσολάβησαν, θυμάμαι πολύ καθαρά την εποχή αυτή, διότι τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση να πορευτώ εκτός Ελλάδας, προς αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα για τα οποία είχα πειστεί ότι η τότε Ελλάδα αδυνατούσε να μου προσφέρει.
Θυμάμαι πόσο παράξενα ακουγόταν η απόφαση ενός νέου «που τα είχε όλα» να βάλει πλώρη για την ξενιτιά, χωρίς να δώσει στο «ελληνικό όνειρο» έστω μία ευκαιρία. Τότε, για τους περισσότερους μορφωμένους νέους, μια θέση στο Δημόσιο αποτελούσε ένα αναπόσπαστο μέρος του εθνικού αυτού ονείρου.
Παράλληλα, θυμάμαι την αισιοδοξία με την οποία μας είχαν εμποτίσει οι γονείς μας, οι δάσκαλοί μας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο και, μετέπειτα, στο Πολυτεχνείο. Αισιοδοξία όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Νέοι, χωρίς ακόμα να έχουμε πλήρη συνείδηση των συμβαινόντων, βρεθήκαμε να σερφάρουμε πάνω σε ένα κύμα αισιοδοξίας, που αγκάλιαζε την Ελλάδα και τον κόσμο.
Τα γνωστικά πεδία εξελίσσονταν δυναμικά. Τότε άρχισαν οι σπουδές στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές −τα γνωστά σημερινά προγράμματα σπουδών σε Computer Science και Computer Engineering− ως παραφυάδες προγραμμάτων σπουδών Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, όπως άλλωστε είχε γίνει και με αυτά τα τελευταία, δεκαετίες πριν, όταν είχαν ξεφυτρώσει μέσα από προγράμματα σπουδών Μηχανολόγων Μηχανικών.
Αν όλο αυτό ήταν ένα δόρυ, ήμασταν κοντά στην αιχμή του: το μέλλον προδιαγραφόταν αβέβαιο αλλά συναρπαστικό. Δεν ήταν απαραίτητο να είσαι κάτι το ξεχωριστό για να αισθανθείς πως ο κόσμος ήταν αίνιγμα και δώρο. Ήμασταν παραλήπτες μιας αόρατης πρόσκλησης να ανοιχτούμε σε αυτόν τον δυναμικό νέο κόσμο, να τον εξερευνήσουμε, να κατακτήσουμε γνώση και εμπειρίες, να διδαχτούμε από τα λάθη μας, να προσπαθήσουμε ξανά και, μετά από κόπο, να κατορθώσουμε να πετύχουμε κάποια πράγματα, μικρά ή μεγάλα, στην Ελλάδα ή αλλού.
Αν και επισκεπτόμουν την Ελλάδα συχνά στα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία —λόγω οικογενειακών, επαγγελματικών και άλλων υποχρεώσεων— να μείνω περισσότερο από μία-δύο εβδομάδες κάθε φορά. Κατόρθωσα, όμως, να διατηρώ ζωντανή την επαφή μου με συγγενείς και φίλους, κάτι που για μένα συνεχίζει να έχει ανεκτίμητη αξία.
Φέτος αποφασίσαμε να αλλάξουμε το ετήσιο πρόγραμμα των διακοπών μας, ώστε να μείνουμε οικογενειακώς στην Ελλάδα για ενάμιση μήνα, και μάλιστα χωρίς πολλές μετακινήσεις. Έτσι, μείναμε για περίπου δέκα ημέρες κοντά στο Σούνιο και περάσαμε το υπόλοιπο διάστημα στην Κρήτη, όπου γεννήθηκα και έζησα μέχρι που πήγα ως φοιτητής στην Πάτρα. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με φίλους μετά από πολλά χρόνια, να συζητήσω μαζί τους, να ακούσω τη γνώμη τους και να διαμορφώσω μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο η ζωή στην Ελλάδα άλλαξε μέσα σε αυτά τα σαράντα χρόνια.
Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που επιτέλους θα μπορούσα, έστω πρόχειρα, να χαρτογραφήσω πού και πώς κατευθύνθηκε όλη αυτή η ενέργεια και η αισιοδοξία την οποία περιέγραψα προηγουμένως. Με ενδιέφερε πολύ να δω πώς η αισιοδοξία αυτή περνάει και στη σημερινή νέα γενιά, όπως τότε είχε περάσει σε εμάς, να δω τι σχέδια κάνουν οι νέοι για τους εαυτούς τους και για το μέλλον, μια και ο κόσμος πια είναι πολύ πιο δυναμικός από τότε και πιο διασυνδεδεμένος από ποτέ.
Διαψεύστηκα, όμως, οικτρά, καθώς το ένα σοκ διαδεχόταν το άλλο. Εδώ και μήνες διάβαζα τις αναλύσεις του κ. Σαββίδη για την αποτυχία της Ελλάδας ως σύγχρονου κράτους και δεν τις συμμεριζόμουν. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα στη σημερινή Ελλάδα. Ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, το επεξεργάζομαι, διότι μου είναι πραγματικά δύσκολο να το πιστέψω.
Εδώ, όμως, καραδοκεί μια παγίδα. Από τη μία πρέπει να γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος, ενώ από την άλλη δεν επιθυμώ να κάνω πολιτικές ή κομματικές αναλύσεις. Ο λόγος είναι προφανής: μέσα στα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν έχουν παρεμβληθεί κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων. Γι’ αυτό δεν θα αναφερθώ σε πολιτικά πρόσωπα, σε κόμματα ή σε πολιτικές, όπως κάνει ο αγαπητός και σεβαστός κ. Σαββίδης και άλλοι δημοσιογράφοι ή αναλυτές. Έχω τις απόψεις μου, αλλά το κείμενο αυτό πηγαίνει πολύ βαθύτερα από το πολιτικό σκηνικό του σήμερα ή του χτες.
Σε αυτή τη μακρόχρονη πορεία της Ελλάδας, όπως και στο μέλλον, σίγουρα υπάρχουν καλοί και κακοί πολιτικοί, υπάρχουν γενναίοι ήρωες και δειλοί προδότες. Αυτά υπάρχουν πάντα και παντού και δεν αλλάζουν, όμως, αν τα θεωρήσουμε έτσι, τότε υπεραπλουστεύεται και διαστρέφεται η ουσία. Κατ’ εμέ υπάρχουν τρόποι σκέψης, ελεύθερες επιλογές και αποφάσεις, καθώς και τα τιμήματα που καταβάλλονται γι’ αυτές. Τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω. Από εκεί και πέρα απαιτείται εντιμότητα, διαφάνεια και ενημέρωση για να αποφεύγονται τα ίδια λάθη ή και χειρότερα. Και γι’ αυτό απαιτείται ανιδιοτέλεια και μια πίστη σε κάτι που υπερβαίνει το άτομο και αγκαλιάζει πλατύτερα την κοινωνία. Ούτε αγιότητα χρειάζεται ούτε φωτοστέφανο, ούτε μεσσίες ή σωτήρες, αν και αυτά χρησιμεύουν σε άλλα, εξίσου σημαντικά, συνειδησιακά πεδία.
Απεχθάνομαι τις αοριστολογίες και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, τα οποία, απ’ ό,τι κατάλαβα, έχουν αναχθεί σε εθνικό σπορ και στην Ελλάδα. Αν και ζούμε στην εποχή της «τεκμηριωμένης οφθαλμαπάτης», με ενδιαφέρει η σωστή μέτρηση, με βάση την πειστικότητα και την εξηγησιμότητα των αποτελεσμάτων της. Θα το αποπειραθώ, χωρίς να είμαι ειδικός, όπως είναι, π.χ., ο καθηγητής κ. Ιωαννίδης, ο οποίος, σε μια πρόσφατη τρίωρη συζήτηση με τον δημοσιογράφο κ. Σαχίνη, ανέλυσε λεπτομερώς και με αδιαμφισβήτητα στοιχεία τους λόγους και τις διαστάσεις της εθνικής αποτυχίας που περιγράφω και εγώ εδώ [1], [2].
Θα προσπαθήσω να κάνω έναν έντιμο απολογισμό αυτών που με εντυπωσίασαν περισσότερο κατά την παραμονή μου στην Ελλάδα, εφόσον οι ριζικές τους αιτίες παραπέμπουν σε μια παρακμή με μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια.
Όσο ευπροσάρμοστος και αν είναι κάποιος, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η ελληνική καθημερινότητα είναι επιθετική, απρόβλεπτη, ψυχοφθόρα και ενεργοβόρα. Απλά πράγματα, όπως η ασφαλής οδήγηση στον δρόμο ή η εύρεση μιας θέσης πάρκινγκ στο σούπερ μάρκετ ή σε μια υπηρεσία, γίνονται δύσκολα, αν όχι αδύνατα. Συχνά καταντούν μια θλιβερή καθημερινή περιπέτεια και, τελικά, γίνονται μαύρες τρύπες που καταβροχθίζουν με λαιμαργία την ενέργεια, τον χρόνο και την υπομονή όλων. Στις πόλεις, ιδιαίτερα, η κατάσταση είναι ήδη μη διαχειρίσιμη, κάτι που παραδέχονται όλοι όσοι βιώνουν αυτή την καθημερινότητα. Η προσαρμογή σε αυτήν δεν αναιρεί το γεγονός ότι τεράστια αποθέματα χρόνου, κόπου και ενέργειας χάνονται σε άσκοπες τριβές με το τίποτα. Σε βάθος τεσσάρων δεκαετιών, το αποτέλεσμα είναι μια σοβαρή απώλεια παραγωγικότητας, δημιουργικότητας και δυναμικού για ζωή, η οποία οδηγεί εύλογα κάθε λογικό άνθρωπο σε σκέψεις αυτοάμυνας και τάσεις φυγής.
Μπορεί οι δρόμοι και ο σχεδιασμός των πόλεων να μην είναι καλοί, αλλά το γεγονός ότι ο αριθμός των αυτοκινήτων έχει αυξηθεί κατακόρυφα υποδηλώνει σαφέστατα κάποια οικονομική ευημερία. Το ίδιο και η απουσία ελεύθερου χώρου στις παραλίες, ώστε να μπορεί κάποιος να τοποθετήσει τη δική του ομπρέλα. Οι Έλληνες εκτιμούν τον φραπέ τους να σερβίρεται κρύος και, μάλιστα, στην παραλία, οπότε είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι’ αυτό. Κοντά στο σπίτι όπου μέναμε, η παραλία ήταν μικρή και οι ξαπλώστρες ήταν κυριολεκτικά τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε δεν έμενε χώρος να περάσεις. Παρατηρώντας αυτή την ενδιαφέρουσα προσέγγιση «τουριστικής ανάπτυξης», με τη σφραγίδα των δημοτικών αρχών πια, πρόσεξα ότι οι παρέες των Ελλήνων προτιμούσαν τη διπλανή παραλία, η οποία ήταν μεν μεγαλύτερη, αλλά οι ξαπλώστρες ήταν στριμωγμένες σε γραμμές, όπως οι θέσεις στο πίσω μέρος ενός μεγάλου αεροσκάφους. Φαντάζομαι ότι κάθε ξαπλώστρα θα είχε και τον δικό της χαρακτηριστικό αριθμό, για να μην μπερδεύονται μεταξύ τους οι λουόμενοι. Ο λόγος προτίμησης φαίνεται να ήταν ότι οι ξαπλώστρες εκεί ήταν πιο άνετες, με αναπαυτικά μαξιλάρια, και η μουσική στην παραλία ήταν συνεχώς στη διαπασών. Φυσικά, ήταν πολύ πιο ακριβές, όμως το τίμημα καταβάλλεται σε αντιστοιχία με την κάθε εμπειρία.
Στην Κρήτη, μου έκανε εντύπωση ότι πολυτελή παραλιακά ξενοδοχειακά συγκροτήματα έχουν κλείσει τμήματα παραλιών και περιοχών που παλαιότερα ήταν ανοιχτές και προσβάσιμες στο κοινό, ακόμα και περιοχές με ξωκκλήσια στην άκρη της θάλασσας. Έχουν τσιμεντώσει βράχια, έχουν χτίσει σκάλες και φράχτες, είτε με πρασινάδες είτε με άλλα υλικά, έχουν κατασκευάσει προβλήτες για σκάφη και ξαπλώστρες, δίπλα στο κύμα. Είναι η αδυσώπητη μάχη της αποκλειστικότητας, η εξασφάλιση της ησυχίας και της άνεσης των πελατών τους, που ακριβοπληρώνουν μία εβδομάδα διακοπών, είναι η μάχη απόκτησης του ολοένα και πιο φευγαλέου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στο μάρκετινγκ που θα κάνει όλη τη διαφορά στην πληρότητα, ίσως και στις εισπράξεις.
Καινούργια ξενοδοχεία με πανύψηλες, επιβλητικές −αλλά και πανάσχημες− δεκαώροφες υδατοτσουλήθρες, οι οποίες διακρίνονται από χιλιόμετρα μακριά, ακόμα και μέσα από ένα αεροπλάνο που προσεγγίζει το αεροδρόμιο Ηρακλείου. Τα παρατηρούσα όλα αυτά και απορούσα για την επίδραση που έχουν στη συνολική αίσθηση του ωραίου των ανθρώπων που κατοικούν εκεί και είναι αναγκασμένοι να τα βλέπουν, θέλουν δεν θέλουν, καθημερινά. Σκέφτομαι ότι θα οδηγούνται αργά αλλά σταθερά σε μια νέα αίσθηση αρμονίας, μια νέα αίσθηση του σύγχρονου, του ανεπτυγμένου, του ωραίου.
Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική, μια σαφέστατα πιο χρηστική εκδοχή του «νησιώτικου τοπίου» που ο Ελύτης εξυμνεί στα ποιήματά του. Σκέφτομαι ότι, αν η «ανάπτυξη» αυτή συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο στο μέλλον, ο Ελύτης θα καταστεί ακατανόητος ακόμα και στους ανθρώπους αυτούς, κι ας μιλούν −στα χαρτιά− την ίδια γλώσσα. Τα μελλοντικά τους αισθητήρια θα είναι πλήρως μεταλλαγμένα.
Το ελληνικό ΑΕΠ, όμως −βραχυπρόθεσμα έστω− θα έχει ανέβει μία-δύο μονάδες, αν και οι μονάδες αυτές δεν είναι άμοιρες κόστους στο μέλλον. Δυστυχώς, οι οικονομολόγοι δεν έχουν βρει ακόμα τρόπο να μετρούν σωστά το πλήρες κόστος μιας επένδυσης ή ενός έργου, ούτε προσπαθούν να πείσουν ότι αυτό μπορεί μεν να μην είναι εφικτό, όμως επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη σε κάθε σοβαρό σχεδιασμό. Το αφήγημα εξωραΐζεται και οι μπουλντόζες κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητες.
Η ελληνική γραφειοκρατία, στη θλιβερή νέα ψηφιακή της μορφή, προσφέρει τη δική της μοναδική απογοήτευση. Πώς είναι δυνατόν να χαθεί μια τόσο μεγάλη ευκαιρία για να γίνει μια τολμηρή, μια μεγάλη απλούστευση και να καταργηθούν επιτέλους όλα αυτά τα γραφειοκρατικά εμπόδια, ακόμα και στα πιο απλά πράγματα, όπως η αγοραπωλησία ενός σπιτιού ή ενός οικοπέδου, η ταυτοποίηση στοιχείων σε μια τράπεζα, το κλείσιμο μιας επιχείρησης, για να μην αναφερθούμε σε πιο σύνθετα, όπως η απόκτηση ελληνικού διαβατηρίου από κάποιον που είναι Έλληνας του εξωτερικού δεύτερης ή τρίτης γενιάς;
Μόνο στην Ελλάδα συνάντησα την παράξενη απαίτηση να συνταχθεί πιστοποιητικό από μηχανικό, το οποίο να πιστοποιεί ότι δεν υπάρχει κτίσμα πάνω σε ένα οικόπεδο. Επί πληρωμή, φυσικά. Απορώ, αν κάποιος μετρήσει όλες τις χαμένες ανθρωποώρες για άχρηστες πιστοποιήσεις, περιττές βεβαιώσεις, επαναληπτικές υποβολές διαφόρων τύπων ενημερότητας, διορθωτικών αιτήσεων κλπ., πόσες ανθρώπινες ζωές χάνονται συσσωρευτικά, μαχόμενες ενάντια στις «δυνάμεις τριβής» της ελληνικής γραφειοκρατίας, ψηφιακής και μη.
Διάβαζα τις ειδήσεις και παρακολουθούσα τις συζητήσεις για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Απόρησα γιατί δεν συζητούνται θέματα πιο ουσιαστικά από το αν το πρόσωπο Χ φτιάξει δικό του κόμμα και τραβήξει Ψ ποσοστιαίες μονάδες από το κόμμα Ζ. Για ποιον λόγο δεν ασχολείται κανείς με το παράλογο χρέος των κομμάτων ή με την επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση; Γιατί δεν συζητείται το πώς η πικρή εμπειρία των μνημονίων θα έπρεπε να μεταφραστεί σε ένα διασφαλιστικό άρθρο στο νέο Σύνταγμα, ώστε να μην ξανασυμβεί ο παράλογος και αδιαφανής δανεισμός της κυβέρνησης σε καιρό ειρήνης; Όταν το συζήτησα με φίλους, μου είπαν ότι η ΕΕ ήδη απαγορεύει ελλείμματα πάνω από 3%. Θυμούνται άραγε πώς και γιατί φτάσαμε στο 2009;
Ίσως όλα τα παραπάνω να μην είναι εκείνα που απασχολούν περισσότερο τους Έλληνες που εργάζονται και κατοικούν στην Ελλάδα. Υπάρχει η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, υπάρχει η ευρέως ομολογούμενη διαφθορά και η εξόφθαλμη αναποτελεσματικότητα του κράτους, υπάρχει η έλλειψη εμπιστοσύνης και η εχθρότητα με την οποία το ελληνικό κράτος συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους πολίτες της χώρας. Υπάρχουν τα Τέμπη, η πλήρης ανοργανωσιά της Δικαιοσύνης, η διαπλοκή και τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα, η απουσία έντιμης μαχητικής δημοσιογραφίας που να τα αποκαλύπτει όλα αυτά και να τα τοποθετεί στο προσκήνιο, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις. Υπάρχει η θλιβερή πραγματικότητα των δημόσιων νοσοκομείων, η απουσία προστασίας του περιβάλλοντος, θαλάσσιου και μη, η συχνή εικόνα των βρώμικων κάδων στις πόλεις να ξεχειλίζουν από σκουπίδια.
Τα παραπάνω είναι πλευρές του ίδιου νομίσματος. Αποτελούν εκφάνσεις μιας βαθύτερης αποτυχίας, στον βαθμό που οι Έλληνες που κατοικούν και εργάζονται στην Ελλάδα θέλουν και αγωνίζονται για κάτι διαφορετικό.
Το τελικό καταστάλαγμα της προσωπικής αποτίμησης αυτών των σαράντα ετών, όμως, είναι διαφορετικό. Είναι πιο προσωπικό, γι’ αυτό τον λόγο και πιο οδυνηρό. Η οικογένειά μας στηριζόταν στο μισθό του πατέρα μου, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος στη ΔΕΗ, μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Η μητέρα μου, αν και επιθυμούσε να εργαστεί, δεν το κατόρθωσε. Σε διάστημα τριών δεκαετιών, από το 1960 έως το 1990, οι γονείς μου κατάφεραν να χτίσουν τρία διαμερίσματα, να ξεπληρώσουν τα στεγαστικά δάνεια, να στείλουν εμένα και τον αδελφό μου σε ιδιωτικό σχολείο, σε φροντιστήρια Αγγλικών κλπ., αγόρασαν ένα μικρό οικόπεδο και κατάφεραν να χτίσουν ένα μικρό εξοχικό, μας διασφάλισαν μια άνετη ζωή, στην οποία δεν θυμάμαι ποτέ να μας έλειψε κάτι, αν και ομολογουμένως οι καταναλωτικές ανάγκες μας τότε ήταν μετρημένες σε σχέση με τις σημερινές.
Αυτή ήταν η Ελλάδα που άφησα πίσω μου το 1987, για να επιστρέψω μετά από σχεδόν 40 χρόνια, αναζητώντας να βρω απάντηση στο ερώτημα αν ένα νέο ζευγάρι στη σημερινή Ελλάδα θα μπορούσε να καταφέρει ακόμα καλύτερα από ό,τι οι γονείς μου. Δυστυχώς, αυτά που μόλις περιέγραψα δεν είναι πια εφικτά για ένα νέο ζευγάρι που ξεκινάει τη ζωή του σήμερα στην Ελλάδα. Ας εργάζονται και οι δύο, και μάλιστα πολύ σκληρότερα από πριν. Η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας είναι πια όνειρο άπιαστο, ενώ τα καθημερινά έξοδα συνιστούν οικονομική αιμορραγία. Σε σημείο που η δημιουργία οικογένειας με δύο ή περισσότερα παιδιά να θεωρείται πολυτέλεια. Σε αυτό το σημείο κανένας από τους φίλους μου στην Ελλάδα δεν διαφώνησε. Δυστυχώς.
Ακόμα και τώρα, μου είναι δύσκολο να διαχειριστώ αυτή την πικρή αλήθεια. Πώς συνέβη κάτι τέτοιο; Γιατί όλοι επικοινωνούν τα δικά τους επιμέρους αφηγήματα ευμάρειας αντί να εστιάζουμε όλοι σε κάτι άβολο μεν, αλλά έντιμο, όπως αυτό; Αυτά τα ερωτήματα ίσως μείνουν αναπάντητα. Με ενόχλησαν όμως τόσο που, αφού επέστρεψα στις ΗΠΑ, ερεύνησα περισσότερο τις ριζικές αιτίες για να καταλάβω γιατί συντελέστηκε αυτή η εθνικά τραγική τεκτονική κατολίσθηση.
Η σύγκριση επιβεβαιώνει την έκταση του χάσματος. Για να αναπαραγάγει σήμερα μια τετραμελής οικογένεια όχι μόνο το επίπεδο διαβίωσης, αλλά και την περιουσιακή πρόοδο που μπορούσε τότε να εξασφαλίσει ένας καλός και σταθερός μισθός στο Δημόσιο, θα χρειαζόταν, σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση, εισόδημα επτά έως οκτώ φορές μεγαλύτερο από τον σημερινό μέσο ελληνικό μισθό.
Ακόμα και αν καθένας από τους γονείς είχε δύο πηγές εισοδήματος, η συνολική εισοδηματική τους ικανότητα θα εξακολουθούσε να υπολείπεται σημαντικά. Η εξίσωση, για τη συντριπτική πλειονότητα των νέων οικογενειών, δεν είναι επιλύσιμη. Οι βασικές αιτίες συνοψίζονται ως εξής: μέσα σε τέσσερις δεκαετίες, η εργασία έχασε αξία σε σχέση με την κατοικία και τις βασικές ανάγκες, η ελληνική οικονομία δεν κατόρθωσε να αυξήσει αρκετά την παραγωγικότητα και τους μισθούς της, ενώ η κρίση του 2009 διέκοψε βίαια τη διαδικασία οικογενειακής αποταμίευσης και περιουσιακής προόδου. Έτσι, δύο σημερινά εισοδήματα συχνά δεν εξασφαλίζουν όσα μπορούσε να εξασφαλίσει ένας σταθερός μισθός πριν από σαράντα χρόνια.
Άραγε, γιατί οι Έλληνες πολιτικοί, νέοι και βετεράνοι, δεν ασχολούνται με αυτού του είδους τα ερωτήματα και τα δεδομένα;
Μέσα σε σαράντα χρόνια, οι Έλληνες έγιναν φτωχότεροι. Το οξυγόνο της αισιοδοξίας για το μέλλον εξατμίστηκε. Οι μορφωμένοι νέοι φεύγουν, ενώ όσοι μένουν δεν αισιοδοξούν. Ο πληθυσμός γερνάει, αλλά ούτε λόγος για τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το δημογραφικό, ούτε κάτι ανάλογο για τον ελληνισμό της διασποράς, πέρα από τα γνωστά και επαναλαμβανόμενα. Ο πολιτισμός, η τέχνη, η γλώσσα και η παιδεία πάσχουν από ατροφία και βρίσκονται σε παρακμή. Υπάρχουν και άλλα «μικρά και ασήμαντα» που περνούν απαρατήρητα. Ποιος ενδιαφέρεται πια για την ανέκφραστη, ξύλινη εκφορά της ελληνικής γλώσσας από τις παρουσιάστριες και τους παρουσιαστές στην τηλεόραση, σε σημείο που νομίζει ότι ακούει ένα ατελείωτο μήνυμα αυτόματου τηλεφωνητή; Είναι μια συνεχής «σφαγή» της μουσικότητας της ελληνικής γλώσσας, που φτάνει στα αυτιά των Ελλήνων καρατομημένη και κακοποιημένη, για να την αναπαράγουν μετά και εκείνοι κατά το δοκούν.
Αραιά και πού, γίνεται μια τρίωρη συζήτηση-αποκάλυψη, όπως αυτή που είχε ο κ. Ιωαννίδης με τον κ. Σαχίνη χτες το βράδυ. Όμως μετά, όλοι επιστρέφουν στη θλιβερή ελληνική καθημερινότητα.
Όλα όσα αναφέραμε μέχρι εδώ δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την «άλλη Ελλάδα» του Χρήστου Γιανναρά ή την «παντοτινή» Ελλάδα που εξυμνεί ο Οδυσσέας Ελύτης. Ευτυχώς, μια και το διάστημα παραμονής μου στην Ελλάδα ήταν αρκετά μεγάλο, οργανώσαμε μια διάλεξη με θέμα «Η θεολογία ως επιστήμη και η επιστήμη ως θεολογία», όπου διαπιστώσαμε ότι, αν οδηγήσουμε οποιονδήποτε Λόγο —επιστημονικό, φιλοσοφικό, θεολογικό, μουσικό ή πολιτικό— αρκετά βαθιά, θα πειστούμε ότι τελικά συγκλίνει με τους άλλους. Πρόκειται για τον διαχρονικό και ταυτόχρονα εντελώς ιδιαίτερο τρόπο σκέψης των Ελλήνων που αναζητεί επίμονα την αρμονία που αληθεύει, ισορροπώντας με εντιμότητα στο δίπολο Τόλμη-Μέτρο, κάτι για το οποίο έχω γράψει εκτενώς αλλού [3]. Όμως, από εκεί ακριβώς αρχίζει η συλλογική αναζήτηση και η ατομική ευθύνη στο πεδίο της πράξης.
Απογοητευμένος καθώς ήμουν από όλα τα προηγούμενα που ανέφερα, ξαφνιάστηκα ευχάριστα από το ενδιαφέρον και τη δίψα για αυτό που είχαμε ανέκαθεν ως Έλληνες και το απεμπολήσαμε τόσο αυθαίρετα και ανεύθυνα: τον ιδιαίτερο τρόπο να βλέπουμε τους εαυτούς μας, να αντιλαμβανόμαστε και να ερμηνεύουμε τα φαινόμενα και τον κόσμο γύρω μας. Ακούγεται εξωπραγματικό, όμως κατά τις δύο-τρεις ώρες που διήρκεσε αυτή η ωραία εκδήλωση στο Πνευματικό και Πολιτιστικό Κέντρο των Άνω Καλεσών της Κρήτης, είχα μεταφερθεί «ψυχή τε και σώματι» στην «άλλη Ελλάδα» του Γιανναρά και του Ελύτη.
Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να το βιώσω αυτό παρά μόνο στην Ελλάδα.
Αισθάνομαι πολύ τυχερός που το έζησα, διότι μου δίνεται η δυνατότητα να το κρατήσω. Τα υπόλοιπα, όσο μίζερα και ακατανόητα και αν είναι, τα θεωρώ προσωρινά προβλήματα που θα διορθωθούν από κάποιους πιο λογικούς Έλληνες, οι οποίοι θα αναλάβουν τα πολιτιστικά και διαχειριστικά ηνία της χώρας στο μέλλον. Ως προς αυτό, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Η Ελλάδα, όμως, δεν καλείται μόνο να επιλύσει τα δικά της προβλήματα. Το μέλλον της βρίσκεται στην υπεράσπιση της μοίρας του Ανθρώπου — μια αποστολή πιο αναγκαία σήμερα από ποτέ. Διότι, αν ο μελλοντικός Άνθρωπος αποκοπεί από τις διαχρονικές αξίες της «άλλης», της «παντοτινής» Ελλάδας, θα μοιάζει με απομαγνητισμένη πυξίδα.
Γνωρίζω, βέβαια, ότι η ματιά ενός ανθρώπου που ζει μόνιμα στο εξωτερικό έχει τα όριά της. Άλλο να επιστρέφεις και να παρατηρείς τη φθορά και άλλο να τη βιώνεις καθημερινά, μαζί με την αγωνία για το μέλλον του ελληνισμού. Ίσως, λοιπόν, όσο κοντά και αν αισθάνομαι σε αυτή τη χώρα, να τα βλέπω όλα αυτά από κάποια απόσταση ή, όπως μου έγραψε μια καλή φίλη των «Ανιχνεύσεων», να είμαι σε «άλλο διαστημόπλοιο». Ίσως τελικά ο καθένας από εμάς να επιλέγει το διαστημόπλοιό του και, μαζί με αυτό, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα ζητήματα που αναφέραμε, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνεισφέρει στην επίλυσή τους.
* Ο Γιάννης Παπαδάκης είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός (PhD). Ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ.
[1] Ιωαννίδης στις «Αντιθέσεις»: «Η Ελλάδα εξαφανίζεται από το παγκόσμιο γίγνεσθαι» — Σκληρή κριτική για θεσμούς, υγεία και δημογραφικό.
[2] Γιάννης Ιωαννίδης: «Το καμένο πρόσωπο της Ελλάδας — Η αχρηστοκρατία».
[3] Γιάννης Παπαδάκης, Με απλωτές ελληνότροπες: Σκέψεις – Προβληματισμοί – Προσεγγίσεις, Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2022.
https://www.anixneuseis.gr/
Επικράτεια - Ομάδα στήριξης Μαρίας Καρυστιανού
Έτσι κατάντησαν την πατρίδα μου: ένα απέραντο νεκροταφείο με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες.



