
Μου άφησαν ένα κοριτσάκι το 1980· δεν την ήθελε κανείς, ήταν όλο αρρώστιες, αλλά την ανέθρεψα…
— Κυρία Άννα Μιχαήλοβνα, είναι αλήθεια ότι βρήκατε την κόρη σας στα λάχανα; — με ρώτησε μια μέρα ο Πέτκο από την τρίτη δημοτικού.
— Όχι, αγαπημένε μου. Στα μήλα, — απάντησα και χαμογέλασα, αναπολώντας εκείνη τη μέρα που ανέτρεψε όλη μου τη ζωή.
Το φθινόπωρο του ογδόντα ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρο. Οι μηλιές στον κήπο λύγιζαν κάτω από το βάρος των καρπών, λες και προσκυνούσαν τη γη για τη σοδειά. Τότε σκέφτηκα — τι να τα κάνω τόσα; Έφτιαξα μαρμελάδες, έκανα κομπόστες, αλλά τα μήλα δεν τελείωναν. Θα μπορούσα να το ανακοινώσω στη γειτονιά: «Ελάτε, πάρτε, αρκεί να τα μαζέψετε μόνοι σας». Αλλά όλοι είχαν μήλα σε αφθονία.
Εκείνη τη μέρα σηκώθηκα πριν το ξημέρωμα. Ο ήλιος μόλις που φαινόταν στον ορίζοντα κι εγώ είχα ήδη βγει στον κήπο με το καλάθι μου. Ο πρωινός αέρας μύριζε πεσμένα φύλλα και ώριμα μήλα. Κάπου στο βάθος, οι κάργες μάλωναν μεταξύ τους, λύνοντας τις δικές τους πουλίσιες υποθέσεις.
— Φύγε από εδώ! — έκανα μια κίνηση με το χέρι μου σε ένα θρασύ σπουργίτι που είχε κάτσει σε ένα κλαδί και τσιμπολογούσε ξεδιάντροπα το πιο όμορφο μήλο. — Μα τι θράσος, παλιοπλάσμα!
Μόλις τελείωνα την τελευταία σειρά, όταν παρατήρησα κάτι περίεργο στο παλιό παγκάκι κοντά στον φράχτη. Στην αρχή σκέφτηκα — ίσως κάποιος από τους γείτονες ξέχασε την τσάντα του. Ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να μπήκαν κι εγώ να μην τους άκουσα. Αλλά μετά, το δέμα κουνήθηκε.
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Παράτησα το καλάθι πάνω στο γρασίδι και έτρεξα προς το παγκάκι. Μέσα σε μια στοίβα από παλιόκουρελα έκειτο ένα μικρό κοριτσάκι. Λιγνό, χλωμό, με τεράστια καστανά μάτια. Με κοίταζε σιωπηλά, χωρίς δάκρυα, κρατώντας μόνο σφιχτά στα χέρια της ένα τριμμένο λούτρινο λαγουδάκι.
— Θεέ μου, — το μόνο που κατάφερα να ψιθυρίσω. — Ποιανού είσαι εσύ;
Το κοριτσάκι σωπαίνε. Την πήρα προσεκτικά στην αγκαλιά μου — ελαφριά σαν πούπουλο. Μέσα στα σπάργανα βρέθηκε ένα σημείωμα, μόνο τρεις λέξεις: «Συγγνώμη. Δεν τα καταφέρνω.»…
— Μιχάιλοβνα, είσαι στα καλά σου; — αναφώνησε η θεια-Κλάβα, κουνώντας τα χέρια της, όταν πήγα να της ζητήσω παιδικά ρούχα. — Πού πας να μπλέξεις με παιδί; Μόνη σου είσαι! Δώσ’ το στο ορφανοτροφείο, ας κανονίσουν εκείνοι.
— Δεν μπορώ, Κλαυδία Πέτροβνα, — είπα, σφίγγοντας πάνω μου το σιωπηλό κοριτσάκι. — Να βλέπατε μόνο με τι μάτια με κοιτάζει…
— Με μάτια! — φουρκίστηκε η γειτόνισσα. — Και πώς θα το ταΐσεις; Με τον μισθό της δασκάλας δεν περισσεύουν για πολλά-πολλά. Παρ’ όλα αυτά, μου έδωσε ρούχα. Έφερε μάλιστα και μια παλιά παιδική κούνια, κι ας γκρίνιαζε σε όλη τη διαδρομή.
Ονόμασα το κοριτσάκι Λίζα. Γιατί έτσι — ούτε κι εγώ ξέρω. Απλώς την κοίταξα και κατάλαβα: Λίζα, και τέλος. Δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, μόνο έγνεφε καταφατικά ή αρνητικά με το κεφάλι. Και έβηχε συνέχεια.
Όταν ο πυρετός έφτασε τους τριάντα εννέα, δεν άντεξα και έτρεξα στον Βίκτορ Σεργκέγεβιτς. Εκείνη την ώρα ετοιμαζόταν να φύγει για ένα επείγον περιστατικό.
— Βίκτορ, καλέ μου, — τον έπιασα από το μανίκι. — Έλα σπίτι μου. Έχω ένα κοριτσάκι…
— Ποιο κοριτσάκι; — ρώτησε παραξενευμένος, διορθώνοντας τα γυαλιά του. — Αφού εσύ…
— Θα σου εξηγήσω μετά. Πάμε!
— Διπλή πνευμονία, — είπε ο Βίκτορ κουνώντας το κεφάλι, αφού άκουσε την ανάσα της Λίζας. — Και σοβαρή εξάντληση. Πόσο καιρό την έχεις;
— Τρίτη μέρα σήμερα.
— Και πριν πού ήταν;
— Δεν ξέρω, — χαμήλωσα τα μάτια. — Τη βρήκα στον κήπο.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, παρατηρώντας το κοιμισμένο κορίτσι.
— Ξέρεις τι συνέπειες θα έχεις γι’ αυτό;
— Ξέρω. Αλλά δεν θα την εγκαταλείψω.
Ο Βίκτορ αναστέναξε και άρχισε να γράφει τη συνταγή.
— Αντιβίωση, βιταμίνες… Και κοτόσουπα, πυκνή. Θα τα καταφέρεις;
— Θα τα καταφέρω, — χαμογέλασα μέσα από τα δάκρυά μου. — Σε ευχαριστώ.
Στάθηκε για λίγο στην πόρτα: — Θα περάσω αύριο. Να δω πώς είστε.
Οι επόμενες δύο εβδομάδες έγιναν μια ατέλειωτη μέρα. Η Λίζα παραμιλούσε από τον πυρετό, χωρίς να έχει σχεδόν καθόλου τις αισθήσεις της. Δεν έφυγα στιγμή από το κρεβάτι της· άλλαζα κομπρέσες, της έδινα τη σούπα με το κουταλάκι. Ο Βίκτορ ερχόταν κάθε μέρα, μερικές φορές και δύο φορές.
Μια νύχτα αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα και ξύπνησα από μια σιγανή φωνή: — Νερό…
Η Λίζα με κοίταζε με μάτια καθαρά. Ο πυρετός είχε πια υποχωρήσει.
— Τώρα, μικρούλα μου, τώρα, — έτρεξα στην κανάτα. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου, και στην καρδιά μου άνθιζε κάτι ζεστό και φωτεινό.
Αργότερα, όταν πια την πήρε ο ύπνος, βγήκα στο κεφαλόσκαλο. Πάνω από τον κήπο κρεμόταν ένα τεράστιο φεγγάρι· τα μήλα άσημιζαν στο φως του. Μέσα από το σκοτάδι ακούστηκε το κλάμα μιας κουκουβάγιας.
— Ευχαριστώ, — ψιθύρισα στον νυχτερινό ουρανό. — Ευχαριστώ που τη στείλατε σε μένα.
Λένε πως ο χρόνος γιατρεύει. Μάλλον είναι αλήθεια. Μέχρι την άνοιξη η Λίζα δυνάμωσε, τα μάγουλά της ρόδισαν και ο βήχας σχεδόν εξαφανίστηκε. Μόνο που δεν ήθελε ακόμα να μιλήσει. Μπορούσε, αλλά δεν ήθελε — το ήξερα σίγουρα, γιατί μερικές φορές την άκουγα να ψιθυρίζει κάτι στο τριμμένο της λαγουδάκι, όταν νόμιζε πως δεν την έβλεπε κανείς.
«Δεν πειράζει», έλεγα στον εαυτό μου, «ο χρόνος γιατρεύει. Και την ψυχή επίσης».
Ο Βίκτορ Σεργκέγεβιτς δεν ερχόταν πια μόνο ως γιατρός. Έφερνε στη Λίζα βιβλία με εικόνες, μολύβια, και μια μέρα κουβάλησε ένα μεγάλο κουτί πλαστελίνη. Παρατηρούσα ότι προσπαθούσε να έρχεται την ώρα του δείπνου και πάντα έβρισκε μια αφορμή να καθίσει λίγο παραπάνω. Επίσης, μέσω κάποιων γνωστών του, κατάφερε να βγάλει τα χαρτιά της. Ήμουν τόσο χαρούμενη που κόντευα να τρελαθώ.
— Ας φτιάξουμε ένα σπιτάκι! — πρότεινε ένα βράδυ, κοιτάζοντας τις δημιουργίες της Λίζας από πλαστελίνη. Η Λίζα σήκωσε τα μάτια της πάνω του, αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
— Κοίτα εδώ, — πήρε ένα κομμάτι καφέ πλαστελίνη, — αυτά θα είναι τα θεμέλια. Μετά οι τοίχοι… Θα με βοηθήσεις; Εκείνη άπλωσε διστακτικά το χέρι της και πήρε ένα κόκκινο κομμάτι.
— Σωστά, — χαμογέλασε ο Βίκτορ, — οι κόκκινοι τοίχοι θα είναι πολύ όμορφοι.
Τους κοιτούσα από την κουζίνα και ένιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται. Κάθονταν δίπλα-δίπλα, σκυμμένοι πάνω από το τραπέζι: ο ψηλός, σοβαρός Βίκτορ με τα γυαλιά πεσμένα στην άκρη της μύτης, και η μικρή Λίζα με τις κοτσίδες της να πετάνε από δω κι από κει. Οι δύο πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι.
Η άνοιξη εκείνη τη χρονιά ήρθε νωρίς. Μόλις μπήκε ο Μάρτιος, το χιόνι είχε ήδη λιώσει σχεόν παντού. Στον κήπο ξεπρόβαλαν οι πρώτοι κρόκοι, και η Λίζα μπορούσε να κάθεται με τις ώρες δίπλα τους, παρατηρώντας τα τρυφερά μωβ πέταλα.
— Μαμά, — είπε ξαφνικά ένα πρωί, την ώρα που της έπλεκα τις κοτσίδες, — γιατί αυτά δεν έχουν φυλλαράκια; Η χτένα έπεσε από τα χέρια μου.
— Θα βγάλουν φυλλαράκια, μικρούλα μου, — προσπάθησα να μιλήσω ήρεμα, αν και μέσα μου όλα τραγουδούσαν από χαρά. — Πρώτα βγαίνουν τα λουλούδια, μετά τα φύλλα.
— Και γιατί όχι ανάποδα;
— Γιατί βιάζονται να μας δώσουν χαρά μετά τον χειμώνα.
Από εκείνη τη μέρα, η Λίζα άρχισε να μιλάει. Στην αρχή λίγο, μετά όλο και περισσότερο, λες και έσπασε ένα φράγμα. Αποδείχθηκε ότι ήταν εξαιρετικά παρατηρητική και περίεργη. Οι ερωτήσεις έπεφταν σαν το χαλάζι:
— Γιατί δεν πέφτουν τα σύννεφα; — Πού πετάνε τα χελιδόνια; — Είναι αλήθεια ότι τα μυρμήγκια δεν κοιμούνται ποτέ;
Ο Βίκτορ απαντούσε υπομονετικά σε όλες τις ερωτήσεις, ακόμα και στις πιο αναπάντεχες. Μια μέρα έφερε ένα παλιό μικροσκόπιο και μαζί εξέτασαν μια σταγόνα νερό από μια λακκούβα.
— Φαντάσου, — έλεγε η Λίζα ενθουσιασμένη, — υπάρχει μια ολόκληρη πόλη εκεί μέσα! Και όλα αυτά τα μικροσκοπικά πλασματάκια είναι ζωντανά!
Το καλοκαίρι πέρασε σαν μια μέρα. Η Λίζα εγκλιματίστηκε πλήρως, έκανε φίλους με τα παιδιά της γειτονιάς. Δεν την έβρισκα πια κουλουριασμένη σε μια γωνιά με τον λαγό της όταν έρχονταν καλεσμένοι. Τώρα, έτρεχε πρώτη να προϋπαντήσει τον Βίκτορ και πηδούσε στην αγκαλιά του: — Θείο Βίκτορ, ήρθες!
Κι εκείνος την έστριβε στον αέρα γελώντας: — Ωχ, πόσο βάρυνες! Φαίνεται πως έφαγες πολύ σούπα, ε;
Ένα βράδυ, όταν η Λίζα είχε πια κοιμηθεί, καθόμασταν μαζί στο κεφαλόσκαλο. Μύριζε γιασεμί και από το ποτάμι έφταναν οι σερενάτες των βατράχων.
— Ξέρεις, — είπε ξαφνικά, κοιτάζοντας κάπου μακριά, — κάθε βράδυ σκαρφίζομαι μια δικαιολογία για να σας επισκεφθώ.
— Το ξέρω, — απάντησα σιγανά.
— Και τι λες;
— Λέω πως δεν χρειάζεται να σκαρφίζεσαι άλλες δικαιολογίες. Απλώς να έρχεσαι. Με έπιασε από το χέρι και καθίσαμε για πολλή ώρα σιωπηλοί, ακούγοντας την καλοκαιρινή νύχτα.
Το φθινόπωρο η Λίζα πήγε στην πρώτη δημοτικού. Ανησυχούσα περισσότερο από εκείνη — άλλωστε δούλευα στο ίδιο σχολείο, για να μην την πειράζουν τα άλλα παιδιά. Όμως όλα πήγαν καλά. Μάλιστα, έγινε γρήγορα η αγαπημένη της τάξης.
— Μιχάιλοβνα, — με πλησίασε μια μέρα η Κλαυδία Πέτροβνα μετά τη συγκέντρωση γονέων, — είχα άδικο για το κορίτσι. Διαμάντι είναι, όχι παιδί.
— Ναι, — χαμογέλασα, — διαμάντι.
Στη συγκέντρωση ήρθε και ο Βίκτορ. Κάθισε στο τελευταίο θρανίο και άκουγε προσεκτικά. Μετά τη συνάντηση, γυρίσαμε οι τρεις μας στο σπίτι μέσα από το πάρκο, και η Λίζα μάζευε τα πιο όμορφα φύλλα για το φυτολόγιό της.
— Μαμά, γιατί τα φύλλα το φθινόπωρο είναι κόκκινα; — ρώτησε, κοιτάζοντας ένα φύλλο πλατάνου στο φως.
— Επειδή… — ξεκίνησα να λέω, αλλά ο Βίκτορ με διέκοψε: — Θέλεις να σου πω για τη χλωροφύλλη και τα καροτενοειδή;
— Για ποια πράγματα; — Η Λίζα έμεινε στήλη άλατος από την έκπληξη.
— Κάτσε εδώ, — χτύπησε το χέρι του στο παγκάκι, — θα μελετήσουμε τη χημεία του φθινοπώρου.
Τους κοίταζα να κάθονται δίπλα-δίπλα, σκυμμένους πάνω από το φύλλο, τον Βίκτορ να σχεδιάζει κάτι στο τετράδιο της Λίζας κι εκείνη να γελάει, και σκεφτόμουν: «Να η ευτυχία. Απλή και αναπάντεχη».
Ο γάμος έγινε σε στενό κύκλο, μόνο για τους δικούς μας ανθρώπους. Η Λίζα φορούσε ένα λευκό φόρεμα με γαλάζια κορδέλα στη μέση και ένα στεφάνι από αγριολούλουδα στα μαλλιά. Κρατούσε τα δαχτυλίδια πάνω σε ένα μικρό μαξιλαράκι και ήταν τόσο αγχωμένη που παραλίγο να της πέσουν.
— Τώρα είσαι ο αληθινός μου μπαμπάς; — ρώτησε τον Βίκτορ το βράδυ.
— Αληθινός-αληθινός, — απάντησε εκείνος σοβαρά. — Αν δεν έχεις αντίρρηση.
— Είμαι σύμφωνη! — αναπήδησε η Λίζα και κρεμάστηκε στον λαιμό του. — Ήθελα από καιρό έναν μπαμπά. Κι ειδικά εσένα!
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες. Το σπίτι μας γέμισε γέλια, συζητήσεις και μουσική — ο Βίκτορ αποδείχθηκε καλός κιθαρίστας και συχνά τα βράδια τραγουδούσε παλιές ρομάντζες. Η Λίζα μεγάλωνε, ένα έξυπνο και δημιουργικό κορίτσι. Της άρεσε ιδιαίτερα να ζωγραφίζει και να κατασκευάζει πράγματα. Σύντομα, όλοι οι τοίχοι του δωματίου της γέμισαν με σχέδια φανταστικών κτιρίων.
— Θα γίνει αρχιτέκτονας, — έλεγε ο Βίκτορ, εξετάζοντας ένα ακόμα σχέδιο. — Θα δεις.
— Λες; — αμφέβαλλα εγώ. — Μήπως είναι απλώς μια παιδική ενασχόληση;
— Όχι, κοίτα την αντίληψη του χώρου που έχει. Και την αίσθηση των αναλογιών. Είναι έμφυτο.
Η Λίζα πραγματικά εξέπληττε τους πάντες με τις ικανότητές της. Στο σχολείο αγαπούσε ιδιαίτερα τη γεωμετρία και το τεχνικό σχέδιο. Μια φορά έφτιαξε για τη σχολική έκθεση μια μακέτα του χωριού μας — με την εκκλησία, το σχολείο, όλα τα σπίτια. Ακόμα και τον παλιό μύλο δεν ξέχασε.
Η μακέτα έμεινε στον διάδρομο του σχολείου μέχρι την αποφοίτηση. Και όταν η Λίζα πήρε το απολυτήριό της, ο διευθυντής είπε: — Θυμηθείτε αυτό το όνομα. Κάποια μέρα θα είμαστε περήφανοι που διδάξαμε έναν τέτοιο αρχιτέκτονα.
— Μαμά, — είπε ένα βράδυ, καθώς διαλέγαμε μήλα στον κήπο, — δεν μετάνιωσες ποτέ που με βρήκες;
Κόντεψα να πνιγώ από την έκπληξη: — Τι είναι αυτά που λες;
— Ε, αφού ήταν δύσκολα. Αρρώσταινα, μετά εκείνες οι κουβέντες του κόσμου…
Την τράβηξα κοντά μου και την αγκάλιασα σφιχτά. Ένιωθα έναν κόμπο στον λαιμό, αλλά κατάφερα να μιλήσω:
— Ανόητο μου πλάσμα… Ξέρεις, όταν δεν με πιάνει ο ύπνος τα βράδια, καμιά φορά σκέφτομαι πώς τα φέρνει η ζωή. Ζούσα μόνη, όλα έμοιαζαν σωστά, η δουλειά, το σπίτι… Αλλά ευτυχία δεν υπήρχε. Και ξαφνικά — εσύ. Παγωμένη, τρομαγμένη, με αυτόν τον ταλαιπωρημένο λαγό σου. Και ξαφνικά — λες και ανέτειλε ο ήλιος. Τώρα ξυπνάω το πρωί, ακούω εσένα και τον μπαμπά να κάνετε φασαρία στην κουζίνα — να πίνετε τσάι, να διαφωνείτε για κάτι… Και σκέφτομαι: Θεέ μου, είναι όλα αυτά δικά μου; Τι ευτυχία είναι να έχεις κάποιον να αγαπάς.
Ακούμπησε στον ώμο μου, όπως όταν ήταν παιδί: — Σ’ αγαπώ πολύ, μαμά.
Καθόμασταν στο ίδιο εκείνο παλιό παγκάκι όπου την είχα βρει κάποτε. Το σούρουπο έπεφτε πάνω από τον κήπο, μύριζε ώριμα μήλα και μέλι. Κάπου στο βάθος του κήπου άρχισε να τραγουδά ένα αηδόνι.
— Ξέρεις, — είπε ξαφνικά η Λίζα, — θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Λίγο, αλλά τη θυμάμαι. Θυμάμαι τα χέρια σου — ήταν ζεστά. Και τη μυρωδιά των μήλων. Και πώς χαμογελούσες μέσα από τα δάκρυά σου.
Έμεινα σιωπηλή, φοβούμενη μη χαλάσω τη στιγμή.
— Μάλλον γι’ αυτό αγαπώ τόσο πολύ το φθινόπωρο, — συνέχισε. — Για μένα δεν είναι η εποχή του μαρασμού. Για μένα, το φθινόπωρο είναι η αρχή. Η αρχή μιας νέας ζωής.
Στο σπίτι άναψε το φως — ο Βίκτορ επέστρεψε από τη βάρδια. Μέσα από το ανοιχτό παράθυρο έφταναν οι ήχοι της κιθάρας.
— Ας μπούμε μέσα, — σηκώθηκα, — γύρισε ο μπαμπάς.
— Περίμενε μια στιγμή, — η Λίζα έβγαλε έναν φάκελο από την τσέπη της. — Είναι το γράμμα από την Αρχιτεκτονική Σχολή. Πέρασα, μαμά!
Πέντε χρόνια πέρασαν σαν μια μέρα. Κάθε Κυριακή, ο Βίκτορ κι εγώ πηγαίναμε στη Λίζα στην πόλη, της πηγαίναμε βάζα με μαρμελάδες, τουρσιά, μήλα από τον κήπο μας. Μας υποδεχόταν έξω από την εστία — αδυνατισμένη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια από την αϋπνία, αλλά ευτυχισμένη.
— Μαμά, μπαμπά, δεν φαντάζεστε! — έλεγε με ταχύτητα πολυβόλου, δείχνοντας το επόμενο σχέδιο. — Το προσχέδιό μου επιλέχθηκε για την έκθεση! Ο καθηγητής είπε ότι είναι μια νέα πρόταση στην αρχιτεκτονική!
Ο Βίκτορ εξέταζε τα σχέδια μέσα από τα γυαλιά του: — Κι αυτή εδώ τι κατασκευή είναι;
— Είναι ένα σύστημα συλλογής βρόχινου νερού. Κοίτα, το νερό ρέει από τις υδρορροές, καθαρίζεται από φυσικά φίλτρα και χρησιμοποιείται για το πότισμα των εσωτερικών κήπων.
Εγώ καταλάβαινα ελάχιστα από τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά η καρδιά μου σκίρταγε από περηφάνια όταν έβλεπα πώς έλαμπαν τα μάτια της, πόσο σίγουρα έσερνε το μολύβι στο χαρτί εξηγώντας τις ιδέες της.
Στην παρουσίαση της διπλωματικής της ήρθαμε όλο το χωριό — εγώ, ο Βίκτορ, η θεια-Κλάβα, ακόμα και ο διευθυντής του σχολείου. Καθόμασταν στη μεγάλη αίθουσα τελετών, κρατώντας την ανάσα μας.
Η Λίζα βγήκε στη σκηνή με ένα αυστηρό κοστούμι, συγκεντρωμένη και σοβαρή. Μόνο τα δάχτυλά της που έστριβαν τον δείκτη πρόδιδαν την αγωνία της.
— Το έργο «Ζωντανό Σπίτι», — άρχισε. — Η ιδέα βασίζεται στην ενσωμάτωση των φυσικών στοιχείων στην αστική αρχιτεκτονική…
Την κοίταζα και θυμόμουν το μικρό, σιωπηλό κοριτσάκι που έπλαθε με τις ώρες σπιτάκια από πλαστελίνη. Ποιος να το φανταζόταν τότε…
Μετά την παρουσίαση, μας πλησίασε ένας ασπρομάλλης καθηγητής: — Εσείς είστε οι γονείς της Ελισάβετ; Συγχαρητήρια. Η κόρη σας έχει ένα σπάνιο ταλέντο. Την καλούν ήδη σε τρία κορυφαία αρχιτεκτονικά γραφεία.
— Σε τέσσερα, — τον διόρθωσε η Λίζα, τρέχοντας προς το μέρος μας. — Μόλις με πήραν από τις «Σύγχρονες Λύσεις»!
Το βράδυ στήσαμε μια γιορτή στην αυλή της εστίας. Ο Βίκτορ έψησε σουβλάκια, η θεια-Κλάβα κέρναγε τους πάντες τις περίφημες πίτες της. Οι συμφοιτητές της Λίζας τραγουδούσαν με την κιθάρα και ο διευθυντής του σχολείου έβγαλε μια επίσημη πρόποση: — Στη Λίζα μας! Στη μελλοντική σπουδαία αρχιτεκτόνισσα!
Πέρασαν άλλα δύο χρόνια. Η Λίζα δούλευε σε ένα μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο, σχεδιάζοντας κτίρια σε όλη τη χώρα. Ο Βίκτορ κι εγώ παρακολουθούσαμε τις επιτυχίες της μέσα από τα περιοδικά — μας έστελναν κάθε τεύχος όπου αναφέρονταν τα έργα της.
— Θεέ μου, τι ομορφιά, — αναστέναζε η θεια-Κλάβα, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες. — Και το δικό μας το κορίτσι τα σκέφτηκε όλα αυτά;
Και μετά, η Λίζα επέστρεψε αναπάντεχα στο χωριό. Ήρθε απλά ένα βράδυ με έναν τεράστιο φάκελο με σχέδια.
— Μαμά, μπαμπά, — είπε στο δείπνο, — θέλω να χτίσω εδώ έναν πειραματικό οικισμό. Δέκα σπίτια. Οικολογικά, αυτόνομα, με ηλιακούς συλλέκτες και σύστημα συλλογής βρόχινου νερού. Υπάρχουν ήδη επενδυτές και η άδεια από τη διοίκηση.
Ο Βίκτορ πνίγηκε με το τσάι του: — Εδώ; Στο χωριό μας;
— Ναι! Φαντάζεστε τι ώθηση θα δώσει στην ανάπτυξη; Θέσεις εργασίας, τουρίστες, ίσως ακόμα και μια σχολή αρχιτεκτονικής…
Μιλούσε και μιλούσε, κουνώντας τα χέρια της, κι εγώ την κοίταζα και σκεφτόμουν: «Θεέ μου, τι ευτυχία να βλέπεις το παιδί σου να βρίσκει τον προορισμό του».
Η κατασκευή ξεκίνησε την άνοιξη. Κάθε πρωί ξυπνούσα από τον θόρυβο των μηχανημάτων και τις φωνές των εργατών. Η Λίζα έτρεχε στο εργοτάξιο με ένα λευκό κράνος, εξηγούσε, διαφωνούσε, αποδείκνυε.
Το πρώτο σπίτι χτίστηκε σε τρεις μήνες. Έμοιαζε σαν να φύτρωσε από τη γη — απαλές γραμμές, μεγάλα παράθυρα, πράσινη στέγη φυτεμένη με βότανα και λουλούδια.
— Αυτό είναι για εσάς, — είπε η Λίζα, απλώνοντάς μας τα κλειδιά. — Το πρώτο σπίτι είναι δικό σας.
— Τι; — δεν πίστευα στα αυτιά μου. — Λίζα, δεν μπορούμε να το δεχτούμε…
— Μπορείτε. Και πρέπει. Το σχεδίασα ειδικά για εσάς. Κοιτάξτε!
Μας οδηγούσε στα δωμάτια, δείχνοντάς μας κάθε λεπτομέρεια:
— Εδώ είναι το γραφείο του μπαμπά, με ξεχωριστή είσοδο για τους ασθενείς. Εδώ είναι η κουζίνα σου, μαμά — μεγάλη, φωτεινή, με θέα στον κήπο. Κι αυτός εδώ είναι ο χειμερινός κήπος — μπορείς να καλλιεργείς βότανα όλο τον χρόνο…
Ο Βίκτορ έβγαλε τα γυαλιά του και σκούπισε κρυφά τα μάτια του:
— Κόρη μου, μας άφησες άφωνους…
Μέχρι το φθινόπωρο είχαμε μετακομίσει. Το παλιό σπίτι το άφησα στο σχολείο — ας γίνει μουσείο λαϊκής τέχνης, το ονειρευόμουν από καιρό. Αλλά στο καινούργιο… Στο καινούργιο όλα ήταν τέλεια. Λες και η Λίζα πήρε όλες μας τις συνήθειες, τα μικρά μας όνειρα, και τους έδωσε μορφή με πέτρα και ξύλο.
Τα βράδια καθόμασταν στον χειμερινό κήπο, πίναμε τσάι και μιλούσαμε για τα πάντα. Πίσω από τη γυάλινη οροφή κυλούσαν τα σύννεφα, σε μια γωνιά κελάρυζε σιγανά ένα σιντριβάνι, και η ατμόσφαιρα μύριζε μέντα και βασιλικό.
— Ξέρεις, μαμά, — είπε μια μέρα η Λίζα, — τα θυμάμαι όλα. Κάθε λεπτό. Πώς δεν κοιμόσουν τις νύχτες όταν ήμουν άρρωστη. Πώς με προστάτευες από τις κακές γλώσσες. Πώς πίστευες σε μένα, ακόμα κι όταν εγώ η ίδια δεν με πίστευα.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, στριφογυρίζοντας το κουταλάκι του τσαγιού:
— Και κατάλαβα ένα πράγμα. Σπίτι δεν είναι οι τοίχοι, ούτε η στέγη, ούτε τα μηχανικά συστήματα. Σπίτι είναι η αγάπη. Εσύ μου έχτισες ένα σπίτι με την αγάπη σου. Κι εγώ… εγώ απλώς πρόσθεσα λίγη αρχιτεκτονική.
Έξω από το παράθυρο ακουγόταν η βροχή, αλλά οι στάλες δεν χτυπούσαν στη στέγη — ένα ειδικό σύστημα τις συγκέντρωνε, οδηγώντας τες σε δεξαμενές. Αύριο αυτό το νερό θα πότιζε τον κήπο, και τα λουλούδια θα άνθιζαν ακόμα πιο πλούσια.
Ο Βίκτορ έπαιζε σιγανά στην κιθάρα την αγαπημένη μας μελωδία. Η Λίζα έγειρε στον ώμο μου — ακριβώς όπως τότε που ήταν παιδί και της έλεγα παραμύθια πριν κοιμηθεί.
Τους κοίταζα και σκεφτόμουν: «Να το, το πραγματικό θαύμα. Δεν βρίσκεται στη σύγχρονη τεχνολογία, ούτε στην όμορφη αρχιτεκτονική. Βρίσκεται στο ότι ένα τυχαίο εύρημα στον κήπο μπορεί να γίνει το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου. Στο ότι η αγάπη ξέρει να χτίζει γέφυρες πάνω από τον πόνο και τον χρόνο. Στο ότι η μοίρα καμιά φορά σου χαρίζει αυτό ακριβώς που δεν τολμούσες καν να ονειρευτείς».
Και μετά θυμήθηκα εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα, το μικρό κοριτσάκι, το σημείωμα με τις τρεις λέξεις… Και σκέφτηκα: «Σε ευχαριστώ, άγνωστη μητέρα. Εσύ δεν τα κατάφερες, αλλά τα κατάφερα εγώ. Και για τις δυο μας. Και τώρα έχουμε τα πάντα — αγάπη, οικογένεια και σπίτι. Ένα αληθινό σπίτι, χτισμένο με αγάπη».
Κάπου στον κήπο άρχισε να τραγουδά ένα αηδόνι. Όπως τότε, πριν από πολλά χρόνια. Μόνο που τώρα το τραγούδι του έμοιαζε με ευχαριστία — για την αγάπη, για την πίστη, για τη δεύτερη ευκαιρία. Για το ότι η μοίρα χαρίζει καμιά φορά τα πιο απίστευτα δώρα. Φτάνει μόνο να μη φοβηθείς να τα δεχτείς.
https://gr.interestideas.com/