Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Παρέμβαση – χαστούκι σε Μητσοτάκη & Γεραπετρίτη από τον Κώστα Καραμανλή

 


Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου και τουρκικές αξιώσεις

Ως αρνητική εξέλιξη για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα χαρακτήρισε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το λιβυκό Κοινοβούλιο,

μιλώντας σε εκδήλωση της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.

Όπως τόνισε, η συγκεκριμένη κίνηση μπορεί να μην παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα, ωστόσο συνιστά επίδειξη ισχύος και επιρροής από την πλευρά της Τουρκίας, ενώ επιχειρεί να διαμορφώσει νέα τετελεσμένα στην περιοχή εις βάρος των ελληνικών θέσεων.

Αναφερόμενος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, προειδοποίησε ότι η αποδοχή των τουρκικών αξιώσεων θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο για την άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.

Ο κ. Καραμανλής υπογράμμισε πως, εάν η Άγκυρα αποκτούσε λόγο ή δικαίωμα έγκρισης σε έργα τέτοιου χαρακτήρα, τότε θα εδραιωνόταν η αντίληψη ότι καμία σημαντική δραστηριότητα στο Αιγαίο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τουρκική συναίνεση, ακόμη και όταν πρόκειται για έργα μεταξύ ελληνικών νησιών.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε πως οποιαδήποτε απαίτηση της Τουρκίας να χορηγεί άδειες για την κατασκευή του ηλεκτρικού καλωδίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά.

«Συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο»

Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι τουρκικές διεκδικήσεις εντάσσονται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, ο οποίος αποσκοπεί στην ανατροπή των υφιστάμενων ισορροπιών στο Αιγαίο και στην απόκτηση αυξημένου γεωπολιτικού ελέγχου στην περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, συνέδεσε μια σειρά από πάγιες τουρκικές θέσεις και ενέργειες, όπως το casus belli, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις διεκδικήσεις περί «γκρίζων ζωνών», την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, καθώς και τις αντιδράσεις της Άγκυρας για την ηλεκτρική διασύνδεση Κάσου και Κύπρου.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει σταδιακά το πεδίο των αξιώσεών της, διεκδικώντας ρόλο ακόμη και σε έργα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, ενώ παράλληλα αμφισβητεί εμπεδωμένα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.

Αναφορά έκανε επίσης στις τουρκικές αντιδράσεις για τα θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο και Νοτιοανατολικό Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα επιχειρεί να επεκτείνει τις διεκδικήσεις της πέραν των ελληνικών χωρικών υδάτων, ενώ παράλληλα επιδιώκει να απομονώσει γεωπολιτικά το σύμπλεγμα της Μεγίστης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, εκτιμώντας ότι η τουρκική επιχειρηματολογία δεν αφορά μόνο την ερμηνεία διεθνών συνθηκών, αλλά συνδέεται με μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος στο Αιγαίο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως εργαλείο αμφισβήτησης ακόμη και της ελληνικής κυριαρχίας σε συγκεκριμένα νησιά.

Κλείνοντας την ανάλυσή του για την τουρκική στρατηγική, υποστήριξε ότι η Άγκυρα προωθεί μια λογική ισχύος απέναντι στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και ιδιαίτερα του Δικαίου της Θάλασσας, επιδιώκοντας να επιβάλει τις θέσεις της μέσω πολιτικής και γεωστρατηγικής πίεσης.

Οι ευθύνες των συμμάχων και των εταίρων

Ο Κώστας Καραμανλής άσκησε κριτική και προς τους διεθνείς συμμάχους και εταίρους της Ελλάδας, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας συμβάλλει στην ενίσχυση των τουρκικών διεκδικήσεων.

Όπως ανέφερε, οι σύμμαχοι δεν μπορούν να παραμένουν ουδέτεροι όταν τίθενται ζητήματα παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, ούτε να προωθούν λύσεις συμβιβασμού που οδηγούν, έστω και έμμεσα, σε αποδοχή μέρους των τουρκικών απαιτήσεων.

Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τον αναβαθμισμένο ρόλο που αποδίδουν αρκετές δυτικές χώρες στην Τουρκία, τόσο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής άμυνας όσο και μέσω εξοπλιστικών συνεργασιών μεγάλης οικονομικής κλίμακας.

Ο πρώην πρωθυπουργός συνέκρινε επίσης τη στάση της Δύσης απέναντι στην Ουκρανία με τη διαχείριση του Κυπριακού, υποστηρίζοντας ότι η Κύπρος δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια ευαισθησία και αποφασιστικότητα που επιδεικνύεται σε άλλες περιπτώσεις παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κρατών.

Τέλος, αναφέρθηκε στο Σχέδιο Ανάν, σημειώνοντας ότι ακόμη και πρόσωπα που είχαν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωσή του έχουν αναγνωρίσει εκ των υστέρων ότι περιείχε ιδιαίτερα ευνοϊκές προβλέψεις για την τουρκική πλευρά.

https://www.olympia.gr/

Η ήττα Βούτσιτς και η δεύτερη μεταπολίτευση της Σερβίας: Από την τραγωδία του Νόβι Σαντ στην εξέγερση των πολιτών.- Η σύγκριση με την Ελλάδα


Γιατί κατέρρευσε η μακρόχρονη κυριαρχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, πώς η σερβική κοινωνία άνοιξε τον δρόμο για μια ενδεχόμενη ολοκλήρωση της μεταμιλοσεβιτσικής εποχής και τι μπορεί να διδαχθεί η Ελλάδα από μια πολιτική αλλαγή που γεννήθηκε μέσα από μια εθνική τραγωδία. Ο ρόλος της διαφθοράς, των μέσων ενημέρωσης, της νεολαίας και το ερώτημα της Μαρίας Καρυστιανού.

26 Οκτωβρίου 2026

Το μνημείο των θυμάτων στον σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγή: N1 Serbia.

«Αυτή είναι μια νίκη απέναντι στον φόβο. Δεν είναι τρόπαιο κανενός, είναι μια νίκη των πολιτών. Αλλά η νίκη συνεπάγεται ευθύνη».

Τα λόγια του υποψηφίου της Λίστας των Φοιτητών, Ράντομιρ Σάιτσιτς, μετά την παραδοχή της εκλογικής ήττας από τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, συμπυκνώνουν το νόημα όσων συνέβησαν στη Σερβία στις 25 Οκτωβρίου 2026.

Δεν πρόκειται απλώς για την ήττα ενός κόμματος που κυριάρχησε επί πολλά χρόνια στην πολιτική ζωή μιας βαλκανικής χώρας. Πρόκειται για την αμφισβήτηση ενός συστήματος εξουσίας το οποίο σταδιακά ταύτισε το κράτος με τον κομματικό μηχανισμό, περιόρισε την αυτονομία θεσμών και απέκτησε σημαντική επιρροή στο περιβάλλον της ενημέρωσης.

Η σημαντικότερη εξέλιξη δεν είναι μόνο ότι έχασε ο Βούτσιτς. Είναι ότι ένα κοινωνικό κίνημα, το οποίο γεννήθηκε από την απαίτηση για δικαιοσύνη, κατάφερε να μετατραπεί σε πανεθνική πολιτική δύναμη.

Και αυτή η μεταβολή δημιουργεί ένα ιστορικό ερώτημα: μήπως η Σερβία αρχίζει τώρα να ολοκληρώνει τη δημοκρατική μετάβαση που ξεκίνησε το 2000, με την ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, αλλά δεν απέκτησε ποτέ το θεσμικό βάθος που προσδοκούσε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας της;

Μια τραγωδία που αποκάλυψε την κρίση του κράτους

Την 1η Νοεμβρίου 2024, η κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων.

Η τραγωδία σημειώθηκε σε έναν χώρο συνδεδεμένο με έργα ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού των σιδηροδρομικών υποδομών. Στη συνείδηση μεγάλου μέρους της σερβικής κοινωνίας, το γεγονός δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα απλό τεχνικό δυστύχημα.

Μετατράπηκε σε σύμβολο ενός βαθύτερου προβλήματος: της έλλειψης διαφάνειας στα δημόσια έργα, των πελατειακών σχέσεων, της ανεπάρκειας των ελεγκτικών μηχανισμών και της δυσκολίας απόδοσης ευθυνών.

Οι διαδηλωτές κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι η διαφθορά και η αδιαφάνεια είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούσε να εκδηλωθεί μια τέτοια καταστροφή.

Το πολιτικά αποφασιστικό στοιχείο ήταν ότι οι πολίτες έπαψαν να αντιμετωπίζουν την τραγωδία ως μεμονωμένο γεγονός και άρχισαν να την αντιλαμβάνονται ως ένδειξη μιας συνολικότερης δυσλειτουργίας του κράτους.Αυτή ήταν η αφετηρία μιας κινητοποίησης που διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια.

Μέσα από τις πανεπιστημιακές καταλήψεις, τις μαζικές διαδηλώσεις, τις πορείες και τις δημόσιες συγκεντρώσεις, η απαίτηση για λογοδοσία μετατράπηκε σταδιακά σε ευρύτερο αίτημα πολιτικής αλλαγής.

Η φοιτητική κινητοποίηση δεν περιορίστηκε στα πανεπιστήμια. Συνάντησε κοινωνικά στρώματα, επαγγελματικές ομάδες και ανθρώπους που δεν είχαν απαραίτητα κοινή πολιτική ταυτότητα.

Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύτηκε να την αντιμετωπίσει με τους συνήθεις μηχανισμούς πολιτικής αντιπαράθεσης.

Γιατί έχασε ο Βούτσιτς

Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς δεν ηττήθηκε επειδή απέτυχε να αναπτύξει έναν ισχυρό εκλογικό μηχανισμό.

Αντίθετα, το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα είχε αναπτύξει επί χρόνια εκτεταμένες οργανωτικές δομές, ισχυρά τοπικά δίκτυα και σημαντική παρουσία στη δημόσια διοίκηση και στα μέσα ενημέρωσης.

Η διακυβέρνησή του συνδέθηκε και με πραγματικές επενδύσεις σε υποδομές και περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, στοιχεία που εξακολουθούσαν να αναγνωρίζουν πολλοί υποστηρικτές του.

Όμως η μακροχρόνια κυριαρχία ενός πολιτικού συστήματος δημιουργεί συχνά τις προϋποθέσεις της δικής του φθοράς.

Όσο περισσότερο μια κυβερνητική παράταξη ταυτίζεται με το κράτος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξεχωρίσει το δημόσιο συμφέρον από τη διατήρηση της εξουσίας της.

Το πρόβλημα αυτό δεν είναι αποκλειστικά σερβικό.

Εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές σε χώρες όπου η πολύχρονη κυβερνητική παρουσία επιτρέπει τη συγκρότηση δικτύων πολιτικής προστασίας, οικονομικών εξαρτήσεων και αμοιβαίων εξυπηρετήσεων.

Στη Σερβία, οι αδυναμίες είχαν καταγραφεί επανειλημμένα από διεθνείς οργανισμούς.

Η Freedom House, στην έκθεσή της για το 2026, περιγράφει την υποχώρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, τις πιέσεις στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, την κομματική επιρροή στους δημόσιους θεσμούς και τις αδυναμίες αντιμετώπισης της διαφθοράς.

Η οργάνωση αναφέρεται επίσης στην καταγγελλόμενη αξιοποίηση δημόσιων πόρων για κομματικούς σκοπούς και στις πιέσεις προς εργαζομένους και ψηφοφόρους.

Οι καταγραφές αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε στέλεχος της κυβέρνησης ήταν διεφθαρμένο. Αποτυπώνουν όμως μια συστηματική κρίση των θεσμικών εγγυήσεων που οφείλουν να περιορίζουν την αυθαιρεσία.

Ο Βούτσιτς έχασε όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια απέκτησε οργάνωση, διάρκεια και έναν αξιόπιστο τρόπο πολιτικής έκφρασης έξω από την παραδοσιακή αντιπολίτευση.

Η αποφασιστική παράμετρος ήταν η προσέλευση των πολιτών στις κάλπες.

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη σερβική οργάνωση παρακολούθησης εκλογών CRTA, έως τις 19:00 της 25ης Οκτωβρίου είχε ψηφίσει το 67,8% των εγγεγραμμένων, έναντι 55,5% την αντίστοιχη ώρα στις εκλογές του 2023.

Η υψηλή συμμετοχή συνδυάστηκε με σημαντική καταγραφή παρατυπιών και περιστατικών πίεσης, στοιχείο που υπογραμμίζει τις δυσκολίες μέσα στις οποίες πραγματοποιήθηκε η αναμέτρηση.

Το βράδυ των εκλογών, ο ίδιος ο Βούτσιτς παραδέχθηκε ότι η Λίστα των Φοιτητών είχε κερδίσει. Οι πρώτες εκτιμήσεις της έδιναν 135 έως 140 έδρες στο κοινοβούλιο των 250 μελών, έναντι περίπου 105 του κόμματός του. Τα οριστικά αποτελέσματα δεν είχαν ακόμη επικυρωθεί όταν ανακοινώθηκε η ήττα.

Η κοινωνία απέναντι στον μηχανισμό

Η κινητοποίηση των φοιτητών είχε ένα χαρακτηριστικό που την ξεχώριζε από τις συνηθισμένες προσπάθειες της σερβικής αντιπολίτευσης.

Δεν στηρίχθηκε εξαρχής σε έναν αναγνωρίσιμο πολιτικό αρχηγό.

Αντίθετα, οργανώθηκε μέσα από πανεπιστημιακές συνελεύσεις, ομάδες πολιτών και οριζόντιες μορφές συνεργασίας.

Όταν αποφασίστηκε η συμμετοχή στις εκλογές, οι φοιτητές υποστήριξαν μια λίστα 250 υποψηφίων από διαφορετικούς κοινωνικούς και επαγγελματικούς χώρους.

Στους υποψηφίους περιλαμβάνονταν πανεπιστημιακοί, γιατροί, αθλητές, καλλιτέχνες, αγρότες και πρόσωπα χωρίς προηγούμενη ηγετική κομματική παρουσία.

Επικεφαλής της εκλογικής λίστας τοποθετήθηκε ο καρδιολόγος Ίλια Σρντάνοβιτς, ο οποίος απέφευγε να παρουσιάζεται ως προσωποπαγής ηγέτης του κινήματος.

Η επιλογή αυτή είχε πολιτική σημασία.

Οι φοιτητές επιχείρησαν να αντιπαραθέσουν στο μοντέλο της συγκεντρωτικής, προσωποκεντρικής εξουσίας ένα μοντέλο συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης.

Παράλληλα, δεν περίμεναν τους απογοητευμένους ψηφοφόρους να προσέλθουν σε αυτούς.

Περπάτησαν σε μεγάλες αποστάσεις, χρησιμοποίησαν ποδήλατα, επισκέφθηκαν μικρότερες πόλεις και αγροτικές περιοχές και προσπάθησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με κοινωνικά στρώματα που αποτελούσαν παραδοσιακά στηρίγματα του κυβερνώντος κόμματος.

Η σημασία αυτής της προσπάθειας είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί.

Η πολιτική αλλαγή δεν προέκυψε αποκλειστικά από την αγανάκτηση των μεγάλων αστικών κέντρων.

Προέκυψε από την προσπάθεια μετατροπής της αγανάκτησης σε κοινωνική πλειοψηφία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Λίστα των Φοιτητών έχει ήδη αποδείξει πως μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά. Οι αναλύσεις πριν από τις εκλογές επισήμαιναν την έλλειψη επεξεργασμένων απαντήσεων σε ορισμένα οικονομικά, θεσμικά και εξωτερικοπολιτικά ζητήματα.

Αλλά αυτό είναι πλέον το πρόβλημα της επόμενης ημέρας.

Η κοινωνική νομιμοποίηση που αποκτήθηκε μέσα από την κινητοποίηση πρέπει τώρα να μετατραπεί σε κυβερνητική ικανότητα και θεσμική λογοδοσία.

Η μεταμιλοσεβιτσική εποχή: Γιατί το 2000 δεν αρκούσε

Η ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς τον Οκτώβριο του 2000 αποτέλεσε πραγματική ιστορική τομή.

Τερμάτισε μια εποχή πολέμων, διεθνούς απομόνωσης και αυταρχικής συγκέντρωσης εξουσίας.

Δεν μπορεί, επομένως, να υποστηριχθεί κυριολεκτικά ότι η Σερβία δεν πέρασε ποτέ στη μεταμιλοσεβιτσική περίοδο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: ολοκληρώθηκε η δημοκρατική μετάβαση ή διατηρήθηκαν μηχανισμοί και πολιτικές νοοτροπίες που επέτρεψαν την αναπαραγωγή ενός νέου συγκεντρωτικού συστήματος;

Η ίδια η πολιτική διαδρομή του Βούτσιτς προσφέρει ένα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο.

Πριν από την ανάδειξή του σε κυρίαρχη προσωπικότητα της σερβικής πολιτικής ζωής, είχε διατελέσει υπουργός Πληροφόρησης από το 1998 έως το 2000, επί διακυβέρνησης Μιλόσεβιτς, προερχόμενος από το Σερβικό Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Αργότερα εγκατέλειψε εκείνον τον πολιτικό χώρο, συμμετείχε στην ίδρυση του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος και παρουσίασε ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσωπο, συνδυάζοντας την ευρωπαϊκή προοπτική με τον σερβικό εθνικισμό και τη διατήρηση σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα.

Η πορεία αυτή δεν αναιρεί τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μετά το 2000. Φανερώνει όμως ότι η ανανέωση του πολιτικού συστήματος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την εξαφάνιση παλαιών δικτύων και πρακτικών εξουσίας.

Εδώ βρίσκεται η ιστορική βαρύτητα των εκλογών της 25ης Οκτωβρίου.

Η σημερινή αλλαγή μπορεί να αποτελέσει μια δεύτερη σερβική μεταπολίτευση: όχι απλώς την απομάκρυνση ενός πολιτικού ηγέτη, αλλά την ευκαιρία ανασυγκρότησης των θεσμών που η πρώτη δημοκρατική μετάβαση δεν κατάφερε να θωρακίσει επαρκώς.

Το αν αυτή η ευκαιρία θα αξιοποιηθεί δεν έχει ακόμη κριθεί.

Η διαφθορά ως κίνδυνος της μακροχρόνιας εξουσίας

Η σερβική εμπειρία αναδεικνύει ένα γενικότερο πρόβλημα των πολιτικών συστημάτων.

Η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία αυξάνειτον κίνδυνο να αποδυναμωθούν οι θεσμοί και οι κυβερνώντες να ελέγχουν τους μηχανισμούς απο τους οποίους έπρεπε να ελέγχονται.

Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να λειτουργεί μέσα από τις δημόσιες συμβάσεις, τις κρατικές επιχορηγήσεις, τους διορισμούς, τις σχέσεις με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και την επιρροή στην ενημέρωση.

Όταν τα οικονομικά συμφέροντα εξαρτώνται από αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας, αυξάνονται οι δυνατότητες αμοιβαίας εξυπηρέτησης.

Όταν τα μέσα ενημέρωσης εξαρτώνται οικονομικά ή πολιτικά από την κυβέρνηση, δυσχεραίνεται ο ανεξάρτητος έλεγχός της.

Και όταν οι ελεγκτικοί θεσμοί αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, η λογοδοσία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τυπική διαδικασία.

Η ουσία του προβλήματος δεν είναι μόνο η παράνομη πράξη. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος μέσα στο οποίο η αδιαφάνεια γίνεται ανεκτή και η πολιτική προστασία μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη.

Αυτή η προβληματική βρίσκεται στην καρδιά των σερβικών κινητοποιήσεων.

Η Ελλάδα και η Σερβία: Δύο τραγωδίες, κοινά ερωτήματα

Η σύγκριση με την Ελλάδα προκύπτει σχεδόν αναπόφευκτα.

Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, η σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους.

Όπως στη Σερβία, έτσι και στην Ελλάδα, μια καταστροφή σε σιδηροδρομική υποδομή προκάλεσε μαζική κοινωνική αγανάκτηση και έθεσε στο επίκεντρο την ασφάλεια, τις κρατικές ευθύνες και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.

Δεν είναι ίδιες οι συνθήκες  υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική κοινή διάσταση.

Και στις δύο χώρες, οι πολίτες δεν αρκέστηκαν στην αναζήτηση ευθυνών για ένα μεμονωμένο γεγονός. Έθεσαν ευρύτερα ερωτήματα για την ποιότητα του κράτους, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας.

Στην Ελλάδα, οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη έφεραν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και κατέδειξαν την ύπαρξη μιας βαθιάς κοινωνικής δυσπιστίας.

Η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα της Μάρθης, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα, αναδείχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες δημόσιες φωνές του αιτήματος για δικαιοσύνη.

Αυτός ο ρόλος εξηγεί τη μεγάλη αναγνωρισιμότητά της και την πολιτική σημασία που απέκτησε η μετέπειτα απόφασή της να δημιουργήσει πολιτικό φορέα.

Υπάρχει όμως και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις.

Στη Σερβία, η κοινωνική κινητοποίηση εξελίχθηκε σε μια εκτεταμένη συλλογική διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία εκλογικής λίστας χωρίς κυρίαρχη προσωπική ηγεσία.

Στην Ελλάδα, η πολιτική διαδρομή της Καρυστιανού έχει συνδεθεί πολύ περισσότερο με το προσωπικό της κύρος και τη δημόσια παρουσία της.

Η διαφορά δεν καθιστά το ένα μοντέλο αυτομάτως αποτελεσματικότερο από το άλλο. Αναδεικνύει, όμως, διαφορετικές προκλήσεις για την οργάνωση και τη διάρκεια μιας πολιτικής προσπάθειας.

Τα μέσα ενημέρωσης και το ελληνικό σύστημα εξουσίας

Η συζήτηση για τη διαφθορά στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε γενικές καταγγελίες.

Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από διεθνείς οργανισμούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Στην κατάταξη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για το 2026, η Ελλάδα βρίσκεται στην 86η θέση μεταξύ 180 χωρών και η Σερβία στην 104η.

Η οργάνωση επισημαίνει για την Ελλάδα τη συγκέντρωση μεγάλου μέρους της αγοράς ενημέρωσης στα χέρια λίγων επιχειρηματικών ομίλων, ορισμένοι από τους οποίους δραστηριοποιούνται παράλληλα σε τομείς που εξαρτώνται από κρατικές συμβάσεις, άδειες ή ρυθμιστικές αποφάσεις.

Καταγράφει επίσης προβλήματα πολιτικής επιρροής, παρακολουθήσεων δημοσιογράφων και εμπιστοσύνης των πολιτών στην ενημέρωση.

Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση του 2026 για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι η πρόοδος στην αποτελεσματική αντιμετώπιση υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου παραμένει περιορισμένη.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ προσέθεσε νέα σοβαρά ζητήματα.

Τον Ιούλιο του 2026, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε την άσκηση κατηγοριών σε 22 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, στο πλαίσιο ερευνών για καταγγελλόμενο οργανωμένο σύστημα απάτης με αγροτικές ενισχύσεις. Η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων θα κριθεί από τη δικαιοσύνη.

Αυτά τα στοιχεία τεκμηριώ 

Παρά τις διαφορές, ο κίνδυνος διαπλοκής πολιτικής και οικονομικής ισχύος αποτελεί κοινό πεδίο προβληματισμού.

Η διεθνής πολιτική στήριξη που μπορεί να διαθέτει μια κυβέρνηση συνιστά επίσης παράγοντα σταθερότητας, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ξένα κέντρα προστατεύουν παράνομες ή διεφθαρμένες πρακτικές.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο το εσωτερικό πολιτικό σύστημα διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, ανεξάρτητα από τις διεθνείς συμμαχίες του.

Η Μαρία Καρυστιανού και το ερώτημα της κοινωνικής εκπροσώπησης

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού παρουσιάζει μια σημαντική αναλογία με τη σερβική κινητοποίηση.

Η δημόσια παρουσία της ξεκίνησε από ένα αίτημα που υπερέβαινε τα στενά κομματικά όρια: να διερευνηθούν οι ευθύνες για μια εθνική τραγωδία και να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Η αναγνώριση που απέκτησε δεν προήλθε από μια μακρά διαδρομή σε κομματικούς μηχανισμούς.

Προήλθε από την παρουσία της σε έναν κοινωνικό αγώνα που κινητοποίησε ανθρώπους διαφορετικών ιδεολογικών και κομματικών προελεύσεων.

Η μετέπειτα δημιουργία του πολιτικού φορέα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», τον Μάιο του 2026, μετέφερε αυτή τη δημόσια παρουσία στο πεδίο της οργανωμένης πολιτικής.

Για πολίτες που αναζητούν μια εναλλακτική έξω από τα καθιερωμένα κόμματα, η Καρυστιανού αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα να εκφραστεί πολιτικά η απαίτηση για δικαιοσύνη και θεσμική αλλαγή.

Εδώ αναδεικνύεται το σημαντικότερο ερώτημα που θέτει η σερβική εμπειρία για κάθε ελληνική πρωτοβουλία πολιτικής ανανέωσης.

Μπορεί μια κινητοποίηση που γεννήθηκε από την αγανάκτηση να συγκροτήσει δημοκρατική οργάνωση, σαφές πρόγραμμα, αξιόπιστη ομάδα στελεχών και διαφανείς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων;

Μπορεί να μετατρέψει την απαίτηση για δικαιοσύνη σε εφαρμόσιμες πολιτικές για την οικονομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη διαφάνεια και τους θεσμούς;

Η επόμενη ημέρα και το πραγματικό νόημα της πολιτικής αλλαγής

Η παραδοχή της ήττας από τον Βούτσιτς ανοίγει μια νέα περίοδο για τη Σερβία.

Δεν εγγυάται, ωστόσο, ότι οι μηχανισμοί της διαφθοράς θα εξαλειφθούν ή ότι η ανεξαρτησία των θεσμών θα αποκατασταθεί αυτομάτως.

Η Λίστα των Φοιτητών θα χρειαστεί να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει τη συλλογική της φυσιογνωμία μέσα στις συνθήκες άσκησης της εξουσίας.

Θα πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση στη δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στα μέσα ενημέρωσης.

Θα βρεθεί επίσης αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές εξωτερικής πολιτικής, καθώς η Σερβία εξακολουθεί να ισορροπεί ανάμεσα στην ευρωπαϊκή προοπτική, στις σχέσεις της με τη Ρωσία και στην οικονομική παρουσία της Κίνας.

Η πραγματική δημοκρατική μετάβαση δεν ολοκληρώνεται την ημέρα που χάνει ένας ισχυρός ηγέτης. Ολοκληρώνεται όταν η εξουσία παύει να εξαρτάται από έναν άνθρωπο και οι θεσμοί αποκτούν τη δυνατότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά οποιονδήποτε κυβερνά.

Αυτό είναι το ιστορικό στοίχημα της νέας Σερβίας.

Και αυτό αποτελεί το πιο ουσιαστικό δίδαγμα για την Ελλάδα.

Η περίπτωση της Σερβίας δείχνει ότι η κινητοποίηση μπορεί να αποκτήσει μεγάλη πολιτική δύναμη όταν διαρκεί, οργανώνεται και συνδέει κοινωνικές ομάδες πέρα από τους παραδοσιακούς κομματικούς διαχωρισμούς.

Το ερώτημα για κάθε δημοκρατική κοινωνία είναι αν μπορεί να μετατρέψει την αγανάκτηση σε συλλογική ευθύνη και την επιθυμία αλλαγής σε θεσμούς που θα αντέξουν περισσότερο από εκείνους που τους δημιούργησαν.

Για τη Σερβία, η 25η Οκτωβρίου 2026 ίσως μείνει στην ιστορία ως η αρχή μιας δεύτερης μεταπολίτευσης.

Όχι επειδή θα διαγραφεί ό,τι συνέβη μετά τον Μιλόσεβιτς, αλλά επειδή ανοίγει η δυνατότητα να αποκτήσει βαθύτερο θεσμικό περιεχόμενο η δημοκρατική μετάβαση που ξεκίνησε πριν από 26 χρόνια.

Και τότε αποκτά όλο το βάρος της η προειδοποίηση των ίδιων των νικητών:

https://www.anixneuseis.gr/

Και θέλουμε να λεγόμαστε Άνθρωποι

 



Πλησιάζω τα 90, ένα ορόσημο που δεν πίστευα ποτέ ότι θα φτάσω. Ο σύζυγος μου έφυγε από αυτόν τον κόσμο πολύ νωρίς, ήταν μόλις 40 ετών. Και ξαφνικά, έμεινα μόνη με τα πέντε παιδιά μας, το μικρότερο ήταν ακόμα με πάνες...
Η ζωή δεν μου έδωσε χρόνο για να θρηνήσω. Έπρεπε να παλέψω. Δούλευα όπου μπορούσα, καθαρίζοντας σπίτια, μαγειρεύοντας, πλένοντας ρούχα και κάνοντας βάρδιες σε αποθήκες. Κάθε δεκάρα μετρούσε. Κάποιες νύχτες, η εξάντληση με καθήλωνε στο κρεβάτι, μόνο και μόνο για να με σηκώσει ξανά το ξυπνητήρι στις 6 το πρωι. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν φροντίζοντας το ένα το άλλο, μαθαίνοντας την ανθεκτικότητα από πολύ μικρή ηλικία.
Ήμασταν ξένοι σε μια μεγάλη πόλη, έχοντας εγκαταλείψει τη μικρή μας πόλη αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες. Ο σύζυγος μου και εγώ είχαμε πάρει στεγαστικό δάνειο για ένα μέτριο διαμέρισμα. Όταν πέθανε, το βάρος αυτού του χρέους έγινε μόνο δικό μου, αλλά αρνήθηκα να τα παρατήσω.
Ένα ένα, τα παιδιά μου μεγάλωσαν, βρήκαν δουλειές και έχτισαν τη δική τους ζωή. Έμεινα πίσω σε αυτό το διαμέρισμα, το σπίτι μου. Ήταν το καταφύγιο μου, γεμάτο με αναμνήσεις, φωτογραφίες και την οικεία άνεση του μπαλκονιού μου, όπου καθόμουν κάθε βράδυ έχοντας παρέα τα γεράνια μου, απολαμβάνοντας την ηρεμία μιας συνταξιοδοτημένης ζωής πια.
Εκείνα τα χρόνια ήταν απλά, αλλά ήταν δικά μου. Επιβίωνα με μια μικρή σύνταξη, βρίσκοντας ικανοποίηση στις ήσυχες στιγμές. Ένιωθα περήφανη. Είχα κάνει αυτό που είχα βάλει στόχο: Έδωσα στα παιδιά μου ένα μέλλον, όσο κι αν κόστισε αυτό στον εαυτό μου.
Και τότε, μια μέρα, όλα άλλαξαν...
Μου είπαν, «Πάμε μια βόλτα, μαμά», αλλά η βόλτα με οδήγησε εδώ, σε ένα γηροκομείο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε, είχαν φύγει. Το προσωπικό είναι ευγενικό και με φροντίζουν, αλλά δεν είναι το σπίτι μου. Μου λείπουν τα πράγματα μου, το μπαλκόνι μου, τα γεράνια μου. Μου λείπει η ελευθερία να κάθομαι ήσυχα με τις αναμνήσεις μου.
Εδώ, όλα κυλούν σύμφωνα με ένα πρόγραμμα. Γεύματα, δραστηριότητες, ώρες ύπνου, η ζωή δεν είναι πλέον δική μου. Τα παιδιά μου λένε ότι το εκάμαν για το καλό μου, ότι χρειάζομαι ιατρική φροντίδα και επίβλεψη. Αλλά στην καρδιά μου, δεν μπορώ παρά να νιώθω ότι ο σκοπός της ζωής μου τελείωσε την ημέρα που αποφάσισαν ότι δεν με χρειάζονταν πια.
Πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τη γήρανση. Το να γερνάς δεν σημαίνει ότι γίνεσαι άχρηστος, αόρατος και πρέπει να αποσυρθείς. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν είναι ανάπηροι ή ανίκανοι, απλώς αναζητούν την αξιοπρέπεια να ζήσουν όση ζωή τους απομένει με τους δικούς τους όρους.
Μπορεί να μην έχω τη δύναμη που είχα κάποτε, αλλά είμαι ακόμα εδώ. Ακόμα νιώθω, ακόμα αγαπώ και ακόμα νοσταλγώ το μέρος που αποκαλούσα σπίτι μου. Ας θυμόμαστε ότι η γήρανση δεν είναι το τέλος, είναι ένα άλλο κεφάλαιο που αξίζει να γραφτεί με σεβασμό, φροντίδα και αγάπη.

Η φιλία

 


Τι είναι η προσαρμοστική ανθεκτικότητα και πώς την αναπτύσσουμε;



 Ο Gregg Braden χρησιμοποιεί συχνά έναν όρο για να περιγράψει την εποχή που ζούμε: εποχή των άκρων.

Οι αλλαγές έρχονται ταυτόχρονα από πολλές κατευθύνσεις. Τεχνολογία, οικονομία, κλίμα, κοινωνικές μεταβολές, γεωπολιτική, εργασία, ανθρώπινες σχέσεις. Η αβεβαιότητα έχει γίνει μέρος της καθημερινής εμπειρίας και ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας για να προσαρμοστούμε μοιάζει διαρκώς μικρότερος.

Ο Braden ασχολείται εδώ και χρόνια με ένα ερώτημα που μέσα σε αυτή τη συνθήκη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να παραμένει λειτουργικός, διαυγής και εσωτερικά σταθερός όταν γύρω του συμβαίνουν πράγματα που ξεπερνούν την προσωπική του δυνατότητα ελέγχου;

Στο βιβλίο του Resilience from the Heart («Ανθεκτικότητα από την Καρδιά») και στο νεότερο έργο του γύρω από την ανθεκτικότητα, η απάντησή του ξεκινά από μια διάκριση που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εποχή μας: τη διάκριση ανάμεσα στην παραδοσιακή και την προσαρμοστική ανθεκτικότητα.

Η παραδοσιακή έννοια της ανθεκτικότητας συνδέεται κυρίως με την αποκατάσταση. Έπειτα από μια κρίση, μια απώλεια ή μια έντονη ανατροπή, ο άνθρωπος προσπαθεί να επαναφέρει τη ζωή και τη λειτουργικότητά του όσο γίνεται πιο κοντά στην προηγούμενη κατάσταση.


Η προσαρμοστική ανθεκτικότητα αφορά κάτι διαφορετικό. Υπάρχουν αλλαγές ύστερα από τις οποίες η προηγούμενη κατάσταση παύει να υπάρχει. Οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί και η αποκατάσταση όσων υπήρχαν πριν μπορεί να είναι αδύνατη ή να έχει πάψει να αποτελεί το πραγματικό ζητούμενο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανθεκτικότητα εκφράζεται μέσα από την ικανότητα προσαρμογής. Ο άνθρωπος καλείται να κατανοήσει τις νέες συνθήκες, να ρυθμίσει την εσωτερική του αντίδραση και να βρει έναν λειτουργικό τρόπο να κινηθεί μέσα σε αυτό που υπάρχει τώρα.

Σε ένα από τα πρόσφατα προγράμματά του ο Braden το διατυπώνει αρκετά καθαρά: «your ability to respond with resilience can make all the difference», δηλαδή «η ικανότητά σου να ανταποκρίνεσαι με ανθεκτικότητα μπορεί να κάνει όλη τη διαφορά».

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην ανταπόκριση.

Ο Braden στρέφει το ενδιαφέρον στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει αυτό που του συμβαίνει και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο προσαρμόζεται όταν οι συνθήκες έχουν ήδη αλλάξει.

Στο παρακάτω βίντεο ο Gregg Braden εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στην παραδοσιακή και την προσαρμοστική ανθεκτικότητα και αναπτύσσει την ιδέα ότι, όταν ο κόσμος μεταβάλλεται ριζικά, η ικανότητα προσαρμογής αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την προσπάθεια αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης.

Η διάκριση αυτή γίνεται πολύ πιο κατανοητή όταν τη μεταφέρουμε στην καθημερινότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ελάχιστη επιρροή σε μια οικονομική κρίση. Μπορεί να μην μπορεί να επηρεάσει μια γεωπολιτική εξέλιξη. Μπορεί να βλέπει το επάγγελμά του να μεταμορφώνεται από μια τεχνολογία που πριν από λίγα χρόνια ουσιαστικά απουσίαζε από τη ζωή του. Μπορεί να βιώσει μια αλλαγή σε μια σχέση, στην υγεία, στην οικογένεια ή στον τρόπο ζωής του που μεταβάλλει οριστικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες είχε μάθει να λειτουργεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποκατάσταση της προηγούμενης πραγματικότητας μπορεί να είναι αδύνατη.

Και εδώ η προσαρμοστική ανθεκτικότητα αποκτά πολύ συγκεκριμένο νόημα. Σύμφωνα με τον Braden, υπάρχει ένας τομέας στον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε μεγαλύτερη επιρροή από όση συνήθως αντιλαμβανόμαστε. Είναι η εσωτερική κατάσταση με την οποία αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν.

Τι συμβαίνει μέσα μας όταν φοβόμαστε. Πώς αντιδρά το σώμα όταν αισθάνεται απειλή. Πού κατευθύνεται η σκέψη όταν εμφανίζεται αβεβαιότητα. Πόσο γρήγορα μετατρέπεται ένα γεγονός σε σενάριο. Πόσο περιθώριο υπάρχει ανάμεσα στην πρώτη μας αντίδραση και σε αυτό που τελικά επιλέγουμε να κάνουμε.

Ο Braden θεωρεί ότι αυτό το περιθώριο μπορεί να καλλιεργηθεί.

Στο Resilience from the Heart («Ανθεκτικότητα από την Καρδιά») περιγράφει μια συγκεκριμένη πρακτική, η οποία βασίζεται σε τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί από το Ινστιτούτο HeartMath. Ο άνθρωπος μεταφέρει την προσοχή του στην περιοχή της καρδιάς, επιβραδύνει την αναπνοή και ενεργοποιεί συνειδητά ένα συναίσθημα όπως η εκτίμηση, η φροντίδα, η ευγνωμοσύνη ή η συμπόνια. Στη συνέχεια παραμένει για λίγο σε αυτή την εσωτερική κατάσταση και στρέφεται προς το ζήτημα που τον απασχολεί.

Για τον Braden, αυτή η διαδικασία συνδέεται με αυτό που αποκαλεί συνοχή καρδιάς και εγκεφάλου. Περιγράφει τη συνοχή ως μια κατάσταση μεγαλύτερου συντονισμού ανάμεσα στις φυσιολογικές και συναισθηματικές λειτουργίες και θεωρεί ότι η συστηματική εξάσκηση μπορεί να κάνει αυτή την κατάσταση σταδιακά πιο προσιτή.

Η ιδέα αυτή αποκτά ενδιαφέρον όταν τη δούμε μέσα σε μια πραγματική στιγμή έντασης. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε μια δύσκολη συζήτηση. Ακούει κάτι που τον πληγώνει ή τον θυμώνει. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα έχει ήδη αντιδράσει. Η αναπνοή αλλάζει, η ένταση αυξάνεται, η προσοχή στενεύει και η επόμενη φράση μπορεί να βγει σχεδόν αυτόματα.

Ακριβώς εκεί τοποθετεί ο Braden την αξία της αυτορρύθμισης. Στην ικανότητα να αναγνωρίσουμε έγκαιρα τι συμβαίνει μέσα μας και να επηρεάσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουμε.

Μερικές φορές αυτό μπορεί να σημαίνει μια αλλαγή στον ρυθμό της αναπνοής. Μπορεί να σημαίνει μετακίνηση της προσοχής. Μπορεί να είναι η συνειδητή ανάκληση ενός συναισθήματος που μειώνει την ένταση της στιγμής. Μπορεί απλώς να είναι η αναγνώριση ότι η εσωτερική μας κατάσταση επηρεάζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε όσα συμβαίνουν.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συχνά βιώνουμε την εσωτερική μας κατάσταση σαν να αποτελεί άμεση συνέπεια των γεγονότων. Κάτι συμβαίνει και αισθανόμαστε ότι η αντίδρασή μας προκύπτει σχεδόν αυτόματα από αυτό. Ο Braden προτείνει να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τη διαδικασία. Ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και στον τρόπο με τον οποίο τελικά ανταποκρινόμαστε παρεμβάλλονται η αναπνοή, η φυσιολογία, η προσοχή, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι προηγούμενες εμπειρίες και οι προσδοκίες μας. Μέρος αυτής της διαδικασίας, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να εκπαιδευτεί.

Ο φόβος μπορεί να εμφανιστεί και ο άνθρωπος να διαθέτει τρόπους να ρυθμίσει την ένταση που δημιουργείται μέσα του. Η αβεβαιότητα μπορεί να παραμένει πραγματική και συγχρόνως να καλλιεργείται μεγαλύτερη εσωτερική σταθερότητα απέναντί της. Μια δύσκολη αλλαγή μπορεί να απαιτεί χρόνο, αποφάσεις και ουσιαστική προσαρμογή. Η εσωτερική κατάσταση από την οποία θα κάνουμε όλα αυτά παραμένει ένα πεδίο στο οποίο μπορούμε να εργαστούμε.

Αυτή είναι και η πλευρά της ανθεκτικότητας που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον Braden. Η ικανότητά μας να διατηρούμε μεγαλύτερη εσωτερική σταθερότητα, ώστε να μπορούμε να σκεφτούμε, να αισθανθούμε και να αποφασίσουμε με μεγαλύτερη καθαρότητα μέσα σε συνθήκες αλλαγής.

Στο σημερινό του έργο μιλά για ένα «inner resilience system», δηλαδή έναν «εσωτερικό μηχανισμό ανθεκτικότητας», και περιγράφει τη δυνατότητα μετάβασης από την αυτόματη αντίδραση στο στρες προς μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής και αυτορρύθμισης. Το ενδιαφέρον σε αυτή την προσέγγιση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανθεκτικότητα παύει να αφορά αποκλειστικά όσα συμβαίνουν μετά την κρίση. Αρχίζει να αφορά και τον τρόπο με τον οποίο βρισκόμαστε μέσα στην αλλαγή όσο αυτή συμβαίνει.

Αυτό αλλάζει αρκετά και το ερώτημα που κάνουμε στον εαυτό μας.

Η παλαιότερη λογική της ανθεκτικότητας θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην ερώτηση: «Πώς θα αποκαταστήσω αυτό που υπήρχε πριν;» Η προσαρμοστική ανθεκτικότητα μας καλεί να εξετάσουμε κάτι διαφορετικό: «Πώς μπορώ να λειτουργήσω μέσα στις συνθήκες που υπάρχουν τώρα;»

Ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε παρατεταμένη ένταση βλέπει συνήθως μικρότερο εύρος επιλογών. Η σκέψη γίνεται πιο άκαμπτη, οι αντιδράσεις περισσότερο αυτόματες και η αβεβαιότητα συχνά μεγαλώνει μέσα στο μυαλό περισσότερο από όσο επιβάλλουν τα πραγματικά δεδομένα.

Η αυτορρύθμιση, όπως την προσεγγίζει ο Braden, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια διαφορετική σχέση με την αλλαγή. Περισσότερη επίγνωση της εσωτερικής μας κατάστασης, μεγαλύτερη ικανότητα ρύθμισης της αντίδρασης και περισσότερο περιθώριο για συνειδητή επιλογή.

Ο κόσμος μπορεί να μεταβάλλεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας. Οι συνθήκες μπορεί να αλλάζουν γρηγορότερα από όσο θα επιλέγαμε. Η δική μας ικανότητα προσαρμογής, όμως, περιλαμβάνει στοιχεία που μπορούν να καλλιεργηθούν.


https://enallaktikidrasi.com/

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΙΑΤΡΟΣ ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ: ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, 2027.

 

Ο Μακάριος Λαζαρίδης, το πολιτικό αυτό σκουπίδι, που με την υπόθεση των προσόντων του, που δεν είχε, και των χρημάτων που εισέπραξε, και δεν επέστρεψε, ως επιστημονικός συνεργάτης παραμένει στο προσκήνιο για μια ακόμη φορά, βγάζοντας το κεφάλι του από τον βόθρο που κολυμπά, και με θράσος παραδίδει μαθήματα πολιτικής μέσα από μια χυδαία προπαγανδιστική τακτική, βγαλμένη από το εγχειρίδιο της «Ομάδας Αλήθειας», με την οποία συνδέονταν επαγγελματικά η γυναίκα και η κόρη του.
Μια τακτική που έφτασε στο σημείο να οδηγήσει τη Νάντια Γιαννακοπούλου σε δάκρυα μπροστά στις κάμερες.
Αυτή δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση.
Είναι η πιο τοξική εκδοχή του πολιτικού ξεπεσμού, όπου η λάσπη και η επικοινωνιακή αθλιότητα επιχειρούν να υποκαταστήσουν την πολιτική επιχειρηματολογία.
Τώρα θα μου πείτε σε τι διαφέρει από τους υπόλοιπους κοπρίτες της δεξιάς, όπως η Βούλτεψη, ο Κυρανάκης, ο Καιρίδης, ο Φλωρίδης, ο Θεοχάρης και φυσικά ο εθνικός μας κλόουν Άδωνις, που τελευταία κάνει τον ουρακοτάγκο χτυπώντας παλαμάκια;