Η κατάσταση που βιώνουμε την περίοδο αυτή, σχεδόν προεκλογική, χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη των πελατειακών σχέσεων στο πολιτικό μας σύστημα, όπου η ψήφος ανταλλάσσεται με εξυπηρετήσεις. Το φαινόμενο ωστόσο ενισχύεται από τις δυσλειτουργίες του κράτους, που οδηγούν τους πολίτες να αναζητούν προσωπικές λύσεις αντί για θεσμική δικαιοσύνη.
Ηλίας Α Λεοντάρης*
ΟΈλληνας βουλευτής, σε μεγάλο βαθμό, δεν λειτουργεί σήμερα ως νομοθέτης ούτε ως ελεγκτής της εξουσίας. Λειτουργεί ως μεσάζων. Ως διαχειριστής αιτημάτων. Ως εκείνος που θα κάνει το τηλεφώνημα για να ξεμπλοκάρει μια υπόθεση.
Και το πιο ανησυχητικό!! Αυτό δεν θεωρείται πλέον παρέκκλιση,αλλά κανονικότητα.
Η εικόνα είναι γνώριμη και σχεδόν αποδεκτή απ’ όλους. Ο πολίτης, κατά κανόνα, όταν απευθύνεται σε μια υπηρεσία δεν ελπίζει ότι θα εξυπηρετηθεί όπως δικαιούται! Γι’ αυτό αναζητά μια «άκρη». Και η «άκρη» έχει όνομα, γραφείο και εκλογική περιφέρεια.
Έτσι, η πολιτική σχέση εκφυλίζεται σε μια απλή συναλλαγή! Ψήφος έναντι εξυπηρέτησης.
Ο Herbert Kitschelt** έχει περιγράψει με σαφήνεια τη διαφορά μεταξύ προγραμματικής πολιτικής και πελατειακών πρακτικών. Στην πρώτη περίπτωση, οι πολίτες επιλέγουν βάσει ιδεών και πολιτικών προτάσεων. Στη δεύτερη, επιλέγουν βάσει προσωπικού οφέλους. Η θεωρία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Η χώρα μας, παρά τις θεσμικές της κατακτήσεις και την πολιτική ωριμότητα των πολιτών δείχνει να παραμένει, επικίνδυνα, στο δεύτερο μοντέλο.
Δεν πρόκειται απλώς για «κακή νοοτροπία». Πρόκειται για ένα ολόκληρο σύστημα που αναπαράγει αυτή τη συμπεριφορά.
Όταν το κράτος, παρά την ψηφιακή του μετεξέλιξη, παραμένει αργό και δυσκίνητο, αδιαφανές και απρόσωπο, ο πολίτης συνεχίζει να πιστεύει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να αναζητήσει μεσολαβητή. Και τον βρίσκει στο πρόσωπο του βουλευτή!! Και καθώς η εκλογή/επανεκλογή ενός βουλευτή εξαρτάται από το πόσες «υποθέσεις» θα τακτοποιήσει, η πελατειακή λειτουργία γίνεται εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.
Το φαινόμενο αυτό η Simona Piattoni*** το έχει περιγράψει ως ένα σύστημα ασύμμετρων ανταλλαγών. Στην ελληνική εκδοχή του, όμως, η ασυμμετρία αποκτά σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα καθώς ο πολίτης εξαρτάται από τον πολιτικό για κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο δικαίωμά του.
Κάπως έτσι, ο βουλευτής επιλέγει ή αποδέχεται το ρόλο του τυπικού μεσάζοντα μεταξύ ενός κράτους που δεν λειτουργεί και μιας κοινωνίας που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε αυτό.
Τελικά, φαίνεται να είναι συνειδητή επιλογή και όχι επιβεβλημένη προσαρμογή, καθώς και οι βουλευτές γνωρίζουν πολύ καλά ότι το «σύστημα» θα τους ανταμείψει για αυτή τη συμπεριφορά. Δηλαδή, όσο περισσότερο «εξυπηρετούν», τόσο ενισχύουν την προσωπική τους εκλογική βάση. Έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε ένα άθροισμα μικρών διευθετήσεων, όπου το συλλογικό συμφέρον χάνεται μέσα σε ένα πλήθος ατομικών αιτημάτων.
Και κάπου εκεί, η δημοκρατία αρχίζει να αδειάζει από το περιεχόμενό της.
ΟMax Weber****είχε προειδοποιήσει ότι χωρίς μια ορθολογική, απρόσωπη διοίκηση, το κράτος διολισθαίνει σε σχέσεις προσωπικής εξάρτησης. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ακριβώς αυτή η διολίσθηση. Ένα κράτος που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και μια πολιτική τάξη που επιβιώνει καλύπτοντας τα κενά του.
Οι συνέπειες ωστόσο είναι βαθιά πολιτικές, καθώς η Βουλή υποβαθμίζεται σε δευτερεύοντα θεσμό, η πολιτική συζήτηση γίνεται φτωχή και «ξύλινη», η λογοδοσία αντικαθίσταται από την προσωπική ευγνωμοσύνη και ο βουλευτής ένας αριθμός στην καταμέτρηση των ψήφων σε κάθε ψηφοφορία στη βουλή
Στο παραπάνω θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει και το χειρότερο, δηλαδή το γεγονός οτι οι ανισότητες παγιώνονται και όποιος έχει το πλεονέκτημα πρόσβασης σε πολιτικό γραφείο «βολεύεται» και όποιος δεν έχει, απλώς περιμένει.
Αυτό δεν είναι δημοκρατία ισότητας. Είναι δημοκρατία διαμεσολάβησης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο οι πολιτικοί. Είναι και οι πολίτες. Γιατί όσο η κοινωνία αποδέχεται — ή και επιδιώκει — αυτή τη σχέση, τόσο το σύστημα θα αναπαράγεται.
Η έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο δεν θα προκύψει από ηθικολογίες. Θα προκύψει μόνο όταν αλλάξει το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέτει ο πολίτης, «ποιος θα με εξυπηρετήσει» ή «ποιοι θεσμοί εγγυώνται τα δικαιώματά μου»;.
Μέχρι τότε, ο βουλευτής θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο ρόλους ήτοι εκπρόσωπος στα λόγια, μεσάζων στην πράξη και η δημοκρατία θα συνεχίσει να λειτουργεί — αλλά με όρους που τη φθείρουν εκ των έσω.
Είναι καιρός να σταματήσουμε να ωραιοποιούμε την κατάσταση και να απαιτήσουμε το αυτονόητο δηλαδή τη λειτουρία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη βάση της διάκρισης των τριών βασικών εξουσιών!! (Εκτελεστική, Δικαστική, Νομοθετική).
Αν κι αυτό φαντάζει δύσκολο δεδομενης της πρακτικής ο βουλευτής να είναι ταυτόχρονα και μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, κάτι που δεν αντιμετωπίζεται ούτε με την πρόσφατη εξαγγελία περί εφαρμογής ενός είδους ασυμβίβαστου, αλλά με πολλούς αστερίσκους.
Θεωρώ ότι η λύση βρίσκεται στη «γενναία» μεταρύθμιση και την καθιέρωση της Προεδρικής Δημοκρατίας, όπου ο Πρόεδρος εκλέγεται απευθείας από τον λαό, ασκεί την εκτελεστική εξουσία, διορίζει υπουργούς, η δε Βουλή νομοθετεί και ελέγχει την εξουσία του Προέδρου, τέλος η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και ελέγχει αν οι νόμοι και οι αποφάσεις είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
Έτσι εξασφαλίζεται σαφής διάκριση των εξουσιών (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική).
Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το πολίτευμα ο αριθμός των βουλευτών θα πρέπει να μειωθεί σε πρώτη φάση στους 200 και ίσως και σε μικρότερο αριθμό με την πάροδο ενός επαρκούς χρονικού διαστήματος προσαρμογής! Θεωρώ επίσης ότι ο θεσμός των μονοεδρικών περιφερειών πρέπει να καταργηθεί (δεν υπάρχει δημοκρατία με έναν εκπρόσωπο) και αντ’ αυτού η κατανομή των 200 εδρών να γίνεται ως εξής 59χ2=118 και οι υπόλοιπες 82 έδρες να κατανέμονται με βάση τον πληθυσμό τους!!!
Δεν πιστεύω στα θαύματα, ωστόσο ελπίζω!!!!
* Αντιστράτηγος εα, Επίτιμος, Δκτης 1ης ΣΤΡΑΤΙΑΣ, Αρχηγός ΓΕΕΦ,Συντονιστής Πολιτικής Προστασίας Πειφέρειας Θεσσαλίας
**Ο Herbert P. Kitschelt είναι υπότροφος πολιτικών επιστημών και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων George V. Allen στο Πανεπιστήμιο Duke της Βόρειας Καρολίνας. Η βασική πνευματική συνεισφορά του Kitschelt είναι αναμφισβήτητα ο επαναπροσδιορισμός του ανταγωνιστικού χώρου για τα πολιτικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη
***Η Simona Piattoni είναι Ιταλίδα πολιτική επιστήμονας με σημαντική συνεισφορά στη μελέτη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της διακυβέρνησης. Με Προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτική Επιστήμη (Ιταλία και εξωτερικό) και Διδακτορικό (PhD) στην Πολιτική Επιστήμη, European University Institute (Φλωρεντία).
Είναι Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο University of Trento και έχει διδάξει και συνεργαστεί με διάφορα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα και ενεργό συμμετοχή σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση
**** Ο Μαξιμίλιαν Καρλ Έμιλ Βέμπερ (Maximilian Karl Emil Max Weber, 21 Απριλίου 1864 – 14 Ιουνίου 1920) ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός οικονομολόγος, του οποίου οι ιδέες επηρέασαν την κοινωνική θεωρία, την κοινωνική έρευνα και το σύνολο της επιστήμης της κοινωνιολογίας
https://www.anixneuseis.gr/



