
Γιατί κατέρρευσε η μακρόχρονη κυριαρχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, πώς η σερβική κοινωνία άνοιξε τον δρόμο για μια ενδεχόμενη ολοκλήρωση της μεταμιλοσεβιτσικής εποχής και τι μπορεί να διδαχθεί η Ελλάδα από μια πολιτική αλλαγή που γεννήθηκε μέσα από μια εθνική τραγωδία. Ο ρόλος της διαφθοράς, των μέσων ενημέρωσης, της νεολαίας και το ερώτημα της Μαρίας Καρυστιανού.
26 Οκτωβρίου 2026
Το μνημείο των θυμάτων στον σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγή: N1 Serbia.
«Αυτή είναι μια νίκη απέναντι στον φόβο. Δεν είναι τρόπαιο κανενός, είναι μια νίκη των πολιτών. Αλλά η νίκη συνεπάγεται ευθύνη».
Τα λόγια του υποψηφίου της Λίστας των Φοιτητών, Ράντομιρ Σάιτσιτς, μετά την παραδοχή της εκλογικής ήττας από τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, συμπυκνώνουν το νόημα όσων συνέβησαν στη Σερβία στις 25 Οκτωβρίου 2026.
Δεν πρόκειται απλώς για την ήττα ενός κόμματος που κυριάρχησε επί πολλά χρόνια στην πολιτική ζωή μιας βαλκανικής χώρας. Πρόκειται για την αμφισβήτηση ενός συστήματος εξουσίας το οποίο σταδιακά ταύτισε το κράτος με τον κομματικό μηχανισμό, περιόρισε την αυτονομία θεσμών και απέκτησε σημαντική επιρροή στο περιβάλλον της ενημέρωσης.
Η σημαντικότερη εξέλιξη δεν είναι μόνο ότι έχασε ο Βούτσιτς. Είναι ότι ένα κοινωνικό κίνημα, το οποίο γεννήθηκε από την απαίτηση για δικαιοσύνη, κατάφερε να μετατραπεί σε πανεθνική πολιτική δύναμη.
Και αυτή η μεταβολή δημιουργεί ένα ιστορικό ερώτημα: μήπως η Σερβία αρχίζει τώρα να ολοκληρώνει τη δημοκρατική μετάβαση που ξεκίνησε το 2000, με την ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, αλλά δεν απέκτησε ποτέ το θεσμικό βάθος που προσδοκούσε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας της;
Μια τραγωδία που αποκάλυψε την κρίση του κράτους
Την 1η Νοεμβρίου 2024, η κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων.
Η τραγωδία σημειώθηκε σε έναν χώρο συνδεδεμένο με έργα ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού των σιδηροδρομικών υποδομών. Στη συνείδηση μεγάλου μέρους της σερβικής κοινωνίας, το γεγονός δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα απλό τεχνικό δυστύχημα.
Μετατράπηκε σε σύμβολο ενός βαθύτερου προβλήματος: της έλλειψης διαφάνειας στα δημόσια έργα, των πελατειακών σχέσεων, της ανεπάρκειας των ελεγκτικών μηχανισμών και της δυσκολίας απόδοσης ευθυνών.
Οι διαδηλωτές κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι η διαφθορά και η αδιαφάνεια είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούσε να εκδηλωθεί μια τέτοια καταστροφή.
Το πολιτικά αποφασιστικό στοιχείο ήταν ότι οι πολίτες έπαψαν να αντιμετωπίζουν την τραγωδία ως μεμονωμένο γεγονός και άρχισαν να την αντιλαμβάνονται ως ένδειξη μιας συνολικότερης δυσλειτουργίας του κράτους.Αυτή ήταν η αφετηρία μιας κινητοποίησης που διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια.
Μέσα από τις πανεπιστημιακές καταλήψεις, τις μαζικές διαδηλώσεις, τις πορείες και τις δημόσιες συγκεντρώσεις, η απαίτηση για λογοδοσία μετατράπηκε σταδιακά σε ευρύτερο αίτημα πολιτικής αλλαγής.
Η φοιτητική κινητοποίηση δεν περιορίστηκε στα πανεπιστήμια. Συνάντησε κοινωνικά στρώματα, επαγγελματικές ομάδες και ανθρώπους που δεν είχαν απαραίτητα κοινή πολιτική ταυτότητα.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύτηκε να την αντιμετωπίσει με τους συνήθεις μηχανισμούς πολιτικής αντιπαράθεσης.
Γιατί έχασε ο Βούτσιτς
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς δεν ηττήθηκε επειδή απέτυχε να αναπτύξει έναν ισχυρό εκλογικό μηχανισμό.
Αντίθετα, το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα είχε αναπτύξει επί χρόνια εκτεταμένες οργανωτικές δομές, ισχυρά τοπικά δίκτυα και σημαντική παρουσία στη δημόσια διοίκηση και στα μέσα ενημέρωσης.
Η διακυβέρνησή του συνδέθηκε και με πραγματικές επενδύσεις σε υποδομές και περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, στοιχεία που εξακολουθούσαν να αναγνωρίζουν πολλοί υποστηρικτές του.
Όμως η μακροχρόνια κυριαρχία ενός πολιτικού συστήματος δημιουργεί συχνά τις προϋποθέσεις της δικής του φθοράς.
Όσο περισσότερο μια κυβερνητική παράταξη ταυτίζεται με το κράτος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξεχωρίσει το δημόσιο συμφέρον από τη διατήρηση της εξουσίας της.
Το πρόβλημα αυτό δεν είναι αποκλειστικά σερβικό.
Εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές σε χώρες όπου η πολύχρονη κυβερνητική παρουσία επιτρέπει τη συγκρότηση δικτύων πολιτικής προστασίας, οικονομικών εξαρτήσεων και αμοιβαίων εξυπηρετήσεων.
Στη Σερβία, οι αδυναμίες είχαν καταγραφεί επανειλημμένα από διεθνείς οργανισμούς.
Η Freedom House, στην έκθεσή της για το 2026, περιγράφει την υποχώρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, τις πιέσεις στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, την κομματική επιρροή στους δημόσιους θεσμούς και τις αδυναμίες αντιμετώπισης της διαφθοράς.
Η οργάνωση αναφέρεται επίσης στην καταγγελλόμενη αξιοποίηση δημόσιων πόρων για κομματικούς σκοπούς και στις πιέσεις προς εργαζομένους και ψηφοφόρους.
Οι καταγραφές αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε στέλεχος της κυβέρνησης ήταν διεφθαρμένο. Αποτυπώνουν όμως μια συστηματική κρίση των θεσμικών εγγυήσεων που οφείλουν να περιορίζουν την αυθαιρεσία.
Ο Βούτσιτς έχασε όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια απέκτησε οργάνωση, διάρκεια και έναν αξιόπιστο τρόπο πολιτικής έκφρασης έξω από την παραδοσιακή αντιπολίτευση.
Η αποφασιστική παράμετρος ήταν η προσέλευση των πολιτών στις κάλπες.
Σύμφωνα με την ανεξάρτητη σερβική οργάνωση παρακολούθησης εκλογών CRTA, έως τις 19:00 της 25ης Οκτωβρίου είχε ψηφίσει το 67,8% των εγγεγραμμένων, έναντι 55,5% την αντίστοιχη ώρα στις εκλογές του 2023.
Η υψηλή συμμετοχή συνδυάστηκε με σημαντική καταγραφή παρατυπιών και περιστατικών πίεσης, στοιχείο που υπογραμμίζει τις δυσκολίες μέσα στις οποίες πραγματοποιήθηκε η αναμέτρηση.
Το βράδυ των εκλογών, ο ίδιος ο Βούτσιτς παραδέχθηκε ότι η Λίστα των Φοιτητών είχε κερδίσει. Οι πρώτες εκτιμήσεις της έδιναν 135 έως 140 έδρες στο κοινοβούλιο των 250 μελών, έναντι περίπου 105 του κόμματός του. Τα οριστικά αποτελέσματα δεν είχαν ακόμη επικυρωθεί όταν ανακοινώθηκε η ήττα.
Η κοινωνία απέναντι στον μηχανισμό
Η κινητοποίηση των φοιτητών είχε ένα χαρακτηριστικό που την ξεχώριζε από τις συνηθισμένες προσπάθειες της σερβικής αντιπολίτευσης.
Δεν στηρίχθηκε εξαρχής σε έναν αναγνωρίσιμο πολιτικό αρχηγό.
Αντίθετα, οργανώθηκε μέσα από πανεπιστημιακές συνελεύσεις, ομάδες πολιτών και οριζόντιες μορφές συνεργασίας.
Όταν αποφασίστηκε η συμμετοχή στις εκλογές, οι φοιτητές υποστήριξαν μια λίστα 250 υποψηφίων από διαφορετικούς κοινωνικούς και επαγγελματικούς χώρους.
Στους υποψηφίους περιλαμβάνονταν πανεπιστημιακοί, γιατροί, αθλητές, καλλιτέχνες, αγρότες και πρόσωπα χωρίς προηγούμενη ηγετική κομματική παρουσία.
Επικεφαλής της εκλογικής λίστας τοποθετήθηκε ο καρδιολόγος Ίλια Σρντάνοβιτς, ο οποίος απέφευγε να παρουσιάζεται ως προσωποπαγής ηγέτης του κινήματος.
Η επιλογή αυτή είχε πολιτική σημασία.
Οι φοιτητές επιχείρησαν να αντιπαραθέσουν στο μοντέλο της συγκεντρωτικής, προσωποκεντρικής εξουσίας ένα μοντέλο συλλογικής πολιτικής εκπροσώπησης.
Παράλληλα, δεν περίμεναν τους απογοητευμένους ψηφοφόρους να προσέλθουν σε αυτούς.
Περπάτησαν σε μεγάλες αποστάσεις, χρησιμοποίησαν ποδήλατα, επισκέφθηκαν μικρότερες πόλεις και αγροτικές περιοχές και προσπάθησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με κοινωνικά στρώματα που αποτελούσαν παραδοσιακά στηρίγματα του κυβερνώντος κόμματος.
Η σημασία αυτής της προσπάθειας είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί.
Η πολιτική αλλαγή δεν προέκυψε αποκλειστικά από την αγανάκτηση των μεγάλων αστικών κέντρων.
Προέκυψε από την προσπάθεια μετατροπής της αγανάκτησης σε κοινωνική πλειοψηφία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Λίστα των Φοιτητών έχει ήδη αποδείξει πως μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά. Οι αναλύσεις πριν από τις εκλογές επισήμαιναν την έλλειψη επεξεργασμένων απαντήσεων σε ορισμένα οικονομικά, θεσμικά και εξωτερικοπολιτικά ζητήματα.
Αλλά αυτό είναι πλέον το πρόβλημα της επόμενης ημέρας.
Η κοινωνική νομιμοποίηση που αποκτήθηκε μέσα από την κινητοποίηση πρέπει τώρα να μετατραπεί σε κυβερνητική ικανότητα και θεσμική λογοδοσία.
Η μεταμιλοσεβιτσική εποχή: Γιατί το 2000 δεν αρκούσε
Η ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς τον Οκτώβριο του 2000 αποτέλεσε πραγματική ιστορική τομή.
Τερμάτισε μια εποχή πολέμων, διεθνούς απομόνωσης και αυταρχικής συγκέντρωσης εξουσίας.
Δεν μπορεί, επομένως, να υποστηριχθεί κυριολεκτικά ότι η Σερβία δεν πέρασε ποτέ στη μεταμιλοσεβιτσική περίοδο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: ολοκληρώθηκε η δημοκρατική μετάβαση ή διατηρήθηκαν μηχανισμοί και πολιτικές νοοτροπίες που επέτρεψαν την αναπαραγωγή ενός νέου συγκεντρωτικού συστήματος;
Η ίδια η πολιτική διαδρομή του Βούτσιτς προσφέρει ένα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο.
Πριν από την ανάδειξή του σε κυρίαρχη προσωπικότητα της σερβικής πολιτικής ζωής, είχε διατελέσει υπουργός Πληροφόρησης από το 1998 έως το 2000, επί διακυβέρνησης Μιλόσεβιτς, προερχόμενος από το Σερβικό Ριζοσπαστικό Κόμμα.
Αργότερα εγκατέλειψε εκείνον τον πολιτικό χώρο, συμμετείχε στην ίδρυση του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος και παρουσίασε ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσωπο, συνδυάζοντας την ευρωπαϊκή προοπτική με τον σερβικό εθνικισμό και τη διατήρηση σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η πορεία αυτή δεν αναιρεί τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μετά το 2000. Φανερώνει όμως ότι η ανανέωση του πολιτικού συστήματος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την εξαφάνιση παλαιών δικτύων και πρακτικών εξουσίας.
Εδώ βρίσκεται η ιστορική βαρύτητα των εκλογών της 25ης Οκτωβρίου.
Η σημερινή αλλαγή μπορεί να αποτελέσει μια δεύτερη σερβική μεταπολίτευση: όχι απλώς την απομάκρυνση ενός πολιτικού ηγέτη, αλλά την ευκαιρία ανασυγκρότησης των θεσμών που η πρώτη δημοκρατική μετάβαση δεν κατάφερε να θωρακίσει επαρκώς.
Το αν αυτή η ευκαιρία θα αξιοποιηθεί δεν έχει ακόμη κριθεί.
Η διαφθορά ως κίνδυνος της μακροχρόνιας εξουσίας
Η σερβική εμπειρία αναδεικνύει ένα γενικότερο πρόβλημα των πολιτικών συστημάτων.
Η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία αυξάνειτον κίνδυνο να αποδυναμωθούν οι θεσμοί και οι κυβερνώντες να ελέγχουν τους μηχανισμούς απο τους οποίους έπρεπε να ελέγχονται.
Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να λειτουργεί μέσα από τις δημόσιες συμβάσεις, τις κρατικές επιχορηγήσεις, τους διορισμούς, τις σχέσεις με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και την επιρροή στην ενημέρωση.
Όταν τα οικονομικά συμφέροντα εξαρτώνται από αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας, αυξάνονται οι δυνατότητες αμοιβαίας εξυπηρέτησης.
Όταν τα μέσα ενημέρωσης εξαρτώνται οικονομικά ή πολιτικά από την κυβέρνηση, δυσχεραίνεται ο ανεξάρτητος έλεγχός της.
Και όταν οι ελεγκτικοί θεσμοί αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, η λογοδοσία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τυπική διαδικασία.
Η ουσία του προβλήματος δεν είναι μόνο η παράνομη πράξη. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος μέσα στο οποίο η αδιαφάνεια γίνεται ανεκτή και η πολιτική προστασία μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη.
Αυτή η προβληματική βρίσκεται στην καρδιά των σερβικών κινητοποιήσεων.
Η Ελλάδα και η Σερβία: Δύο τραγωδίες, κοινά ερωτήματα
Η σύγκριση με την Ελλάδα προκύπτει σχεδόν αναπόφευκτα.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, η σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους.
Όπως στη Σερβία, έτσι και στην Ελλάδα, μια καταστροφή σε σιδηροδρομική υποδομή προκάλεσε μαζική κοινωνική αγανάκτηση και έθεσε στο επίκεντρο την ασφάλεια, τις κρατικές ευθύνες και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Δεν είναι ίδιες οι συνθήκες υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική κοινή διάσταση.
Και στις δύο χώρες, οι πολίτες δεν αρκέστηκαν στην αναζήτηση ευθυνών για ένα μεμονωμένο γεγονός. Έθεσαν ευρύτερα ερωτήματα για την ποιότητα του κράτους, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας.
Στην Ελλάδα, οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη έφεραν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και κατέδειξαν την ύπαρξη μιας βαθιάς κοινωνικής δυσπιστίας.
Η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα της Μάρθης, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα, αναδείχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες δημόσιες φωνές του αιτήματος για δικαιοσύνη.
Αυτός ο ρόλος εξηγεί τη μεγάλη αναγνωρισιμότητά της και την πολιτική σημασία που απέκτησε η μετέπειτα απόφασή της να δημιουργήσει πολιτικό φορέα.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις.
Στη Σερβία, η κοινωνική κινητοποίηση εξελίχθηκε σε μια εκτεταμένη συλλογική διαδικασία που οδήγησε στη δημιουργία εκλογικής λίστας χωρίς κυρίαρχη προσωπική ηγεσία.
Στην Ελλάδα, η πολιτική διαδρομή της Καρυστιανού έχει συνδεθεί πολύ περισσότερο με το προσωπικό της κύρος και τη δημόσια παρουσία της.
Η διαφορά δεν καθιστά το ένα μοντέλο αυτομάτως αποτελεσματικότερο από το άλλο. Αναδεικνύει, όμως, διαφορετικές προκλήσεις για την οργάνωση και τη διάρκεια μιας πολιτικής προσπάθειας.
Τα μέσα ενημέρωσης και το ελληνικό σύστημα εξουσίας
Η συζήτηση για τη διαφθορά στην Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε γενικές καταγγελίες.
Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από διεθνείς οργανισμούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Στην κατάταξη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για το 2026, η Ελλάδα βρίσκεται στην 86η θέση μεταξύ 180 χωρών και η Σερβία στην 104η.
Η οργάνωση επισημαίνει για την Ελλάδα τη συγκέντρωση μεγάλου μέρους της αγοράς ενημέρωσης στα χέρια λίγων επιχειρηματικών ομίλων, ορισμένοι από τους οποίους δραστηριοποιούνται παράλληλα σε τομείς που εξαρτώνται από κρατικές συμβάσεις, άδειες ή ρυθμιστικές αποφάσεις.
Καταγράφει επίσης προβλήματα πολιτικής επιρροής, παρακολουθήσεων δημοσιογράφων και εμπιστοσύνης των πολιτών στην ενημέρωση.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση του 2026 για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι η πρόοδος στην αποτελεσματική αντιμετώπιση υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου παραμένει περιορισμένη.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ προσέθεσε νέα σοβαρά ζητήματα.
Τον Ιούλιο του 2026, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε την άσκηση κατηγοριών σε 22 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, στο πλαίσιο ερευνών για καταγγελλόμενο οργανωμένο σύστημα απάτης με αγροτικές ενισχύσεις. Η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων θα κριθεί από τη δικαιοσύνη.
Αυτά τα στοιχεία τεκμηριώ
Παρά τις διαφορές, ο κίνδυνος διαπλοκής πολιτικής και οικονομικής ισχύος αποτελεί κοινό πεδίο προβληματισμού.
Η διεθνής πολιτική στήριξη που μπορεί να διαθέτει μια κυβέρνηση συνιστά επίσης παράγοντα σταθερότητας, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ξένα κέντρα προστατεύουν παράνομες ή διεφθαρμένες πρακτικές.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο το εσωτερικό πολιτικό σύστημα διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, ανεξάρτητα από τις διεθνείς συμμαχίες του.
Η Μαρία Καρυστιανού και το ερώτημα της κοινωνικής εκπροσώπησης
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού παρουσιάζει μια σημαντική αναλογία με τη σερβική κινητοποίηση.
Η δημόσια παρουσία της ξεκίνησε από ένα αίτημα που υπερέβαινε τα στενά κομματικά όρια: να διερευνηθούν οι ευθύνες για μια εθνική τραγωδία και να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η αναγνώριση που απέκτησε δεν προήλθε από μια μακρά διαδρομή σε κομματικούς μηχανισμούς.
Προήλθε από την παρουσία της σε έναν κοινωνικό αγώνα που κινητοποίησε ανθρώπους διαφορετικών ιδεολογικών και κομματικών προελεύσεων.
Η μετέπειτα δημιουργία του πολιτικού φορέα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», τον Μάιο του 2026, μετέφερε αυτή τη δημόσια παρουσία στο πεδίο της οργανωμένης πολιτικής.
Για πολίτες που αναζητούν μια εναλλακτική έξω από τα καθιερωμένα κόμματα, η Καρυστιανού αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα να εκφραστεί πολιτικά η απαίτηση για δικαιοσύνη και θεσμική αλλαγή.
Εδώ αναδεικνύεται το σημαντικότερο ερώτημα που θέτει η σερβική εμπειρία για κάθε ελληνική πρωτοβουλία πολιτικής ανανέωσης.
Μπορεί μια κινητοποίηση που γεννήθηκε από την αγανάκτηση να συγκροτήσει δημοκρατική οργάνωση, σαφές πρόγραμμα, αξιόπιστη ομάδα στελεχών και διαφανείς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων;
Μπορεί να μετατρέψει την απαίτηση για δικαιοσύνη σε εφαρμόσιμες πολιτικές για την οικονομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη διαφάνεια και τους θεσμούς;
Η επόμενη ημέρα και το πραγματικό νόημα της πολιτικής αλλαγής
Η παραδοχή της ήττας από τον Βούτσιτς ανοίγει μια νέα περίοδο για τη Σερβία.
Δεν εγγυάται, ωστόσο, ότι οι μηχανισμοί της διαφθοράς θα εξαλειφθούν ή ότι η ανεξαρτησία των θεσμών θα αποκατασταθεί αυτομάτως.
Η Λίστα των Φοιτητών θα χρειαστεί να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει τη συλλογική της φυσιογνωμία μέσα στις συνθήκες άσκησης της εξουσίας.
Θα πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση στη δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στα μέσα ενημέρωσης.
Θα βρεθεί επίσης αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές εξωτερικής πολιτικής, καθώς η Σερβία εξακολουθεί να ισορροπεί ανάμεσα στην ευρωπαϊκή προοπτική, στις σχέσεις της με τη Ρωσία και στην οικονομική παρουσία της Κίνας.
Η πραγματική δημοκρατική μετάβαση δεν ολοκληρώνεται την ημέρα που χάνει ένας ισχυρός ηγέτης. Ολοκληρώνεται όταν η εξουσία παύει να εξαρτάται από έναν άνθρωπο και οι θεσμοί αποκτούν τη δυνατότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά οποιονδήποτε κυβερνά.
Αυτό είναι το ιστορικό στοίχημα της νέας Σερβίας.
Και αυτό αποτελεί το πιο ουσιαστικό δίδαγμα για την Ελλάδα.
Η περίπτωση της Σερβίας δείχνει ότι η κινητοποίηση μπορεί να αποκτήσει μεγάλη πολιτική δύναμη όταν διαρκεί, οργανώνεται και συνδέει κοινωνικές ομάδες πέρα από τους παραδοσιακούς κομματικούς διαχωρισμούς.
Το ερώτημα για κάθε δημοκρατική κοινωνία είναι αν μπορεί να μετατρέψει την αγανάκτηση σε συλλογική ευθύνη και την επιθυμία αλλαγής σε θεσμούς που θα αντέξουν περισσότερο από εκείνους που τους δημιούργησαν.
Για τη Σερβία, η 25η Οκτωβρίου 2026 ίσως μείνει στην ιστορία ως η αρχή μιας δεύτερης μεταπολίτευσης.
Όχι επειδή θα διαγραφεί ό,τι συνέβη μετά τον Μιλόσεβιτς, αλλά επειδή ανοίγει η δυνατότητα να αποκτήσει βαθύτερο θεσμικό περιεχόμενο η δημοκρατική μετάβαση που ξεκίνησε πριν από 26 χρόνια.
Και τότε αποκτά όλο το βάρος της η προειδοποίηση των ίδιων των νικητών:
https://www.anixneuseis.gr/