Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο πεισματάρης, εκκεντρικός και απλοϊκός Τόμας αποδείχθηκε άξιος αντίπαλος του συστήματος


Η Μοναχική Μάχη του Τόμας Ρέιντ (The Lonely Battle of Thomas Reid, 2017, Ireland) από τον Ιρλανδό σκηνοθέτη Feargal Ward είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αρνείται να πουλήσει την ιδιοκτησία του που αποτελείται από μία φάρμα και το πατρικό του σπίτι από το 18ο αιώνα για 10 εκατομμύρια στον γείτονά του, τον κολοσσό Intel που σκοπεύει να χτίσει εκεί το νέο του εργοστάσιο. 

Ο Τόμας Ρέιντ είναι ένας 55χρονος κτηνοτρόφος που ζει και εργάζεται μόνος του στο 30 εκταρίων αγρόκτημά του λίγο έξω από την πόλη Blakestown της Ιρλανδίας. Τα ξεφτισμένα ρούχα του, τα ατημέλητα μαλλιά του και τα σκληρά ροζιασμένα του χέρια προδίδουν μια σκληρή και λιτή αγροτική ζωή. 

Ο γείτονάς του μια αμερικάνικη πολυεθνική: η Intel, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής μικροεπεξεργαστών Η/Υ στον κόσμο. Η οικονομική κρίση έφερε την έλευση του ΔΝΤ η οποία με τη σειρά της μετά την καταστροφή έφερε τη «σωτηρία»: την ανάπτυξη και τις νέες θέσεις εργασίας. Με πρόσχημα τις παραπάνω «ιερές αγελάδες» δημιουργήθηκαν φορολογικοί παράδεισοι που προσέλκυσαν τις μεγάλες πολυεθνικές. Τα εργασιακά δικαιώματα μειώθηκαν ή και καταργήθηκαν και φυσικά οι στημένες κυβερνήσεις των γλοιωδών ανδρείκελων που μπρος στο κέρδος δεν λογαριάζουν τίποτα, πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν κάθε είδους διευκολύνσεις. Αυτή η εταιρεία λοιπόν έβαλε στο μάτι της το αγρόκτημα του Τόμας για την επέκταση της και την δημιουργία εργοστασίου που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας δίνοντας οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή.
Η δύναμη της εταιρείας σε χρήμα και εξουσία από τη μια, ενώ από την άλλη ο μοναχικός μεσήλικας με το λίγο θολό βλέμμα, τις παραξενιές του, απόρροια της μοναξιάς του, και τη λιτή και δύσκολη ζωή του συνηγορούν στην εύκολη πώληση της ιδιοκτησίας. Αλλά ο Τόμας δεν έχει την παραμικρή όρεξη να εγκαταλείψει το 300 χρόνων παλιό σπίτι, τη ζωή και τις συνήθειες του. Αφού αρνηθεί την προσφορά της πολυεθνικής θα έρθει μια επιτροπή «ανάπτυξης και αξιοποίησης» για να τον ενοχλήσει προσπαθώντας να εξηγήσει - εν μέσω των αρνήσεων του να πουλήσει - τις ωφέλειες μιας τέτοιας συναλλαγής. Ο ανένδοτος Τόμας νομίζοντας ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος του θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση όταν η κυβέρνηση του στέλνει μια πρωτοφανή εντολή υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης εξ’ ονόματος του «ευρύτερου συμφέροντος της περιοχής» το 2012. Ο αρχικός φόβος του για επιθέσεις στο κτήμα του ή και στον ίδιο και η λογική επιφυλακτικότητά του απέναντι σε κάθε άγνωστο – γεγονός που δυσκόλεψε και το σκηνοθέτη στο να κερδίσει την εμπιστοσύνη του - θα μετατραπεί σε τρόμο του να χάσει τη γη και τη ζωή του. Αντί όμως αυτό το νέο ανυπέρβλητο εμπόδιο να τον οδηγήσει στην απελπισία και την αποδοχή της κατάστασης, γίνεται η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι κάνοντάς τον να μην μπορεί πλέον να ανεχτεί αυτήν την αδικία. 

Ο ξεροκέφαλος κτηνοτρόφος θα πάει στο δικαστήριο όπου αρχικά θα χάσει. Λήψεις από τους δικαστικούς αγώνες δεν υπάρχουν όμως ο σκηνοθέτης βασισμένος στα πρακτικά θα αναπαράγει τα απίστευτα σκεπτικά δικαστών και αρχών με μια σουρεαλιστική εικόνα δικαστών που δικάζουν μέσα στο αγρόκτημα του Τόμας πάνω σε μεγάλες μπάλες σανό ή δίπλα από αγελάδες. Στην έφεση όμως στο ανώτατο δικαστήριο το 2015 τελικά θα αναγνωριστεί το δίκιο του αφήνοντας βέβαια κατά πολύ εκτεθειμένες, ηθικά αλλά και νομικά, τις πρακτικές της εταιρείας αλλά και αυτές του κράτους και των επιτροπών του. Ή πιο απλά με τα λόγια του ίδιου του Ρέιντ: «το κράτος έδρασε σαν Δούρειος ίππος της πολυεθνικής.» 

Ο πεισματάρης, εκκεντρικός και απλοϊκός Τόμας αποδείχθηκε άξιος αντίπαλος του συστήματος. Και όλα αυτά γιατί απλά αρνήθηκε να ανεχθεί το αδίκως επιβαλλόμενο. Σε ένα ντοκιμαντέρ με πολύ καλή μουσική επένδυση, σωστά θα επιλέξει ο σκηνοθέτης να κλείσει με τον Τόμας να παίζει στο παλιό του κασετόφωνο το τραγούδι των Twisted Sister, We’ re not gonna take it (μτφ. Δεν θα το ανεχθούμε). Ακόμα όμως πιο σωστό μέσα στην απλοϊκότητά του, το σχόλιο του ίδιου του Τόμας όταν του έδειξαν για πρώτη φορά την ταινία, πριν αυτή προβληθεί, όπως μας το εξομολογήθηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης: «Γιατί έβαλες 20 διαφορετικά τραγούδια; Έπρεπε να βάλεις το τελευταίο 20 φορές…». 
 
 
 stontoixo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου