ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ
Πού διαφοροποιήθηκε αρχικά ο ευρωκομμουνισμός
Ο ευρωκομμουνισμός εμφανίστηκε όταν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα ήταν ακόμη τυπικά ενταγμένα στον ίδιο ιστορικό κόσμο, αλλά άρχισαν να αμφισβητούν τη σοβιετική ηγεμονία πάνω στη στρατηγική, την ιδεολογία και την εσωτερική τους οργάνωση. Η βαθύτερη αιτία της διαφοροποίησης ήταν ότι το σοβιετικό μοντέλο δεν μπορούσε πια να εμφανίζεται στα μάτια πολλών δυτικοευρωπαίων κομμουνιστών ως πειστικός δρόμος για δημοκρατικό σοσιαλισμό.
Η υποχώρηση της «σκιάς της Σοβιετικής Ένωσης», η τομή του 1968 και η ανάγκη για νέα μαρξιστική πολυφωνία επέτρεψαν στα ευρωκομμουνιστικά κόμματα να ανανεώσουν τη γλώσσα, τα θεωρητικά τους εργαλεία και τελικά τη στρατηγική τους. Αυτό σήμαινε μεγαλύτερη έμφαση στον πλουραλισμό, στον κοινοβουλευτικό δρόμο, στις συμμαχίες και στις πολιτικές ελευθερίες.
Η αρχική διαφοροποίηση, λοιπόν, δεν ήταν δευτερεύουσα· αφορούσε τον ίδιο τον ορισμό της σοσιαλιστικής μετάβασης. Οι ευρωκομμουνιστές έπαψαν σταδιακά να αντιμετωπίζουν τη «δικτατορία του προλεταριάτου» ως αναγκαίο σχήμα, χαλάρωσαν το δόγμα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και επιχείρησαν να παρουσιάσουν τον σοσιαλισμό ως εμβάθυνση της δημοκρατίας και όχι ως αναστολή του πολιτικού πλουραλισμού.
Στις ισπανικές, γαλλικές, ιταλικές και ελληνικές εκδοχές, η ψήφος της πλειοψηφίας, η καθολική ψηφοφορία, η ελευθερία έκφρασης και η εσωκομματική πολυφωνία έπαψαν να θεωρούνται «αστικές παραχωρήσεις» και μετατράπηκαν σε στοιχεία της ίδιας της στρατηγικής τους.
Εδώ βρίσκεται και η ιστορική ρίζα της μετέπειτα μετάλλαξης. Ο ευρωκομμουνισμός δεν ήταν απλώς μια «ηπιότερη» μορφή κομμουνισμού. Ήταν ήδη μια διαδικασία μετατόπισης: από την επαναστατική ρήξη στη δημοκρατική μετάβαση, από την κομματική πρωτοπορία στην εθνική-λαϊκή συναίνεση, από τη λενινιστική βεβαιότητα στην προσαρμογή σε εθνικά κοινοβουλευτικά συστήματα. Αυτή η μετατόπιση είχε δημοκρατικά και εκσυγχρονιστικά στοιχεία, αλλά περιείχε και τον σπόρο της μελλοντικής ενσωμάτωσης.
Οι τάσεις που αναπτύχθηκαν μέσα στον ευρωκομμουνισμό
Ο ευρωκομμουνισμός δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο δόγμα. Ο ιταλικός δρόμος του PCI ήταν ο πιο στρατηγικός και «κρατικός»: ιστορικός συμβιβασμός, κυβερνησιμότητα, ηθική και διοικητική αξιοπιστία, μεταρρυθμίσεις μέσα στο θεσμικό πλαίσιο, ακόμη και αποδοχή «δίκαιης λιτότητας» σε συνθήκες κρίσης. Ο γαλλικός δρόμος του PCF ήταν πιο αντιφατικός: αποδεχόταν πλευρές του πλουραλισμού, αλλά παρέμενε πιο προσκολλημένος στην κομματική συμπαγότητα, στην κρατική κυριαρχία και στην ιδέα του κόμματος ως συμπαγούς επαναστατικής δύναμης. Ο ισπανικός δρόμος του PCE συνδέθηκε στενά με τη δημοκρατική μετάβαση μετά τον Φράνκο και με μια πολιτική εθνικής συμφιλίωσης και συναίνεσης. Ο ελληνικός δρόμος του ΚΚΕ Εσωτερικού ήταν ο πιο «μειονοτικός», ιδεολογικά εκλεπτυσμένος, ευρωπαϊστικός και εκσυγχρονιστικός, αλλά σημαντικά πιο αδύναμος κοινωνικά και εκλογικά.
Η διαφορετικότητα αυτή έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι ο ευρωκομμουνισμός δεν κατέληξε παντού στο ίδιο πράγμα. Ωστόσο, ο κοινός άξονας υπήρχε: μετατόπιση από την επανάσταση στη μεταρρύθμιση, από την ανάληψη εξουσίας ως ρήξη στην ανάληψη εξουσίας ως νομιμοποιημένη κυβερνητική δυνατότητα, από το αποκλειστικό ταξικό υποκείμενο σε πιο πλατείς «λαϊκούς», «δημοκρατικούς» ή «εθνικούς» συνασπισμούς. Από την τάξη στον λαό και από τον λαό στο έθνος.
Με άλλα λόγια, το κομμουνιστικό κόμμα άρχισε να μιλά όλο και λιγότερο ως οργανωτής της ταξικής ρήξης και όλο και περισσότερο ως εθνική-λαϊκή δύναμη διακυβέρνησης.
Από εκεί και πέρα, οι περιορισμοί ήταν αναπόφευκτοι. Όσο περισσότερο τα κόμματα αυτά επιδίωκαν να γίνουν «κόμματα διακυβέρνησης», τόσο περισσότερο όφειλαν να πείθουν όχι μόνο τους εργάτες αλλά και τα μεσαία στρώματα, τους κρατικούς μηχανισμούς, τις ευρωπαϊκές ελίτ, τις αγορές, τους «υπεύθυνους» συνομιλητές του αστικού πολιτικού κόσμου.
Το ιταλικό παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: η μετάβαση από το κόμμα της αντιηγεμονικής εκπροσώπησης στο κόμμα της εθνικής διαχείρισης σήμαινε αποδοχή περιορισμών, δημοσιονομικής πειθαρχίας και μιας «ρεαλιστικής» γλώσσας εξουσίας.
Η ελληνική εξέλιξη από το ΚΚΕ Εσωτερικού στον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ
Στην Ελλάδα, ο ευρωκομμουνισμός πήρε τη μορφή του ΚΚΕ Εσωτερικού. Το κόμμα αυτό επιχείρησε να συνδυάσει την αντίθεση στον σοβιετικό δογματισμό με μια δημοκρατική, ευρωπαϊκή και εκσυγχρονιστική αντίληψη της αριστερής πολιτικής. Έβλεπε το κοινοβούλιο ως «πεδίο ταξικής πάλης», αλλά ταυτόχρονα έδινε εξαιρετική βαρύτητα στις πολιτικές ελευθερίες, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, στον περιορισμό της εκτελεστικής εξουσίας και στην υπεράσπιση ενός πιο πλουραλιστικού δημοκρατικού καθεστώτος στη μεταπολίτευση. Η έμφαση αυτή ήταν γνήσια και όχι επιφανειακή.
Το πρόβλημα ήταν ότι το ΚΚΕ Εσωτερικού δεν κατόρθωσε να μετατρέψει αυτή τη θεωρητική και ηθικο-πολιτική υπεροχή σε μαζική κοινωνική ηγεμονία.
Ήταν ένα κόμμα «μοντέρνο» για τα ελληνικά δεδομένα, με απήχηση σε νεότερες ηλικίες, σε πιο μορφωμένα και αστικά στρώματα, αλλά χωρίς την αναγκαία εκλογική και κοινωνική διείσδυση που θα του επέτρεπε να επηρεάσει καθοριστικά τη διακυβέρνηση.
Στην πολωμένη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ο χώρος που εκείνο οραματιζόταν —σύνθεση, πλουραλισμός, ευρωπαϊκός προσανατολισμός, πολιτισμικός εκσυγχρονισμός— έμεινε μειοψηφικός, ενώ το ΠΑΣΟΚ κάλυψε τον μαζικό ριζοσπαστισμό με έναν πιο λαϊκιστικό και αποτελεσματικό τρόπο.
Η μεγάλη τομή ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η εσωτερική συζήτηση στο ΚΚΕ Εσωτερικού κατέληξε στην ΕΑΡ, δηλαδή σε μια καθαρή μετα-κομμουνιστική στροφή: πολυκομματικός σοσιαλισμός με ελευθερία και αυτοδιαχείριση, αναγνώριση της «κοινωνίας των πολιτών», αναφορά σε πλουραλιστικό κοινωνικό υποκείμενο, υπέρβαση του κρατισμού, και εισαγωγή ενός όρου που έγινε αργότερα σχεδόν ηγεμονικός: «αριστερός δημοκρατικός εκσυγχρονισμός». Εδώ δεν έχουμε απλώς ανανέωση της κομμουνιστικής στρατηγικής· έχουμε ήδη τη σαφή έξοδο από τον κλασικό κομμουνιστικό ορίζοντα.
Ο Συνασπισμός και αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ κληρονόμησαν ακριβώς αυτή τη διαδρομή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεκινά, λοιπόν, ως «παραδοσιακό κομμουνιστικό κόμμα». Ξεκινά ως συσσώρευση μεταευρωκομμουνιστικών, ανανεωτικών, κινηματικών, οικολογικών και αριστερών ρευμάτων, που σε μεγάλο βαθμό είχαν ήδη μετατοπιστεί από την κλασική κομμουνιστική πολιτική. Η ραγδαία άνοδός του στην περίοδο της κρίσης τού έδωσε ξανά ένα πιο ταξικό και αντιμνημονιακό λεξιλόγιο, αλλά η ιστορική του μήτρα παρέμενε αυτή της ανανεωτικής, μετακομμουνιστικής αριστεράς.
Από την ταξική πολιτική στην πολιτική δικαιωμάτων και στη διαχείριση
Η μετατόπιση προς τα δικαιώματα δεν είναι από μόνη της «προδοσία». Η αριστερά πάντοτε υπερασπιζόταν ελευθερίες, πολιτικά δικαιώματα, ισότητα φύλων, αντίσταση στον ρατσισμό και κοινωνικά δικαιώματα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτά τα δικαιώματα αποσυνδέονται από την πολιτική οικονομία, από την εργασία, από την αναδιανομή, από τη μορφή του κράτους και από την ταξική σύγκρουση. Τότε, η πολιτική δικαιωμάτων γίνεται εύκολα συμβατή με μια κοινωνία βαθιά άνιση, αρκεί να είναι πολιτισμικά πιο «συμπεριληπτική».
Από τη δεκαετία του 1980 η αποδέσμευση από την κομμουνιστική ταυτότητα είχε ξεκινήσει πριν από το 1989. Η συρρίκνωση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, η άνοδος των νέων κοινωνικών κινημάτων, η πίεση του νεοφιλελευθερισμού και η ανάγκη διεύρυνσης του κοινωνικού ακροατηρίου ώθησαν τα κόμματα αυτά προς «νέα πεδία»: οικολογία, ειρήνη, ποιότητα ζωής, οικογένεια, φύλο, σεξουαλικότητα, ατομικότητα, ταυτότητα.
Αυτές οι θεματικές δεν είναι αμελητέες· όμως όταν γίνονται το κέντρο της πολιτικής και η εργασία περνά στο περιθώριο, τότε έχουμε πραγματική αλλαγή παραδείγματος.
Αυτό συνέβη διεθνώς και μετά ελληνικά.
Από το «κόμμα της τάξης» περάσαμε στο «κόμμα των δικαιωμάτων», μετά στο «κόμμα του προοδευτικού κέντρου», και τέλος στο «κόμμα της υπεύθυνης διακυβέρνησης».
Στο επίπεδο του λόγου, η αριστερά συνέχισε να μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη. Στο επίπεδο της στρατηγικής, όμως, το βασικό έγινε η αποτελεσματική, αξιόπιστη και ευρωπαϊκά αποδεκτή διαχείριση του καπιταλισμού. Η κορύφωση αυτής της μετάβασης στην Ελλάδα ήταν η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τη ρητορική της ρήξης στο κυβερνητικό μνημονιακό συμβιβασμό του 2015. Ο Τσίπρας αναδείχθηκε ως ηγέτης κατά της λιτότητας αλλά τελικά αποδέχθηκε τους όρους διάσωσης που προηγουμένως είχε αντιπαλέψει.
Το καθοριστικό σημείο λοιπόν δεν είναι ότι εγκαταλείφθηκε «μόνο» ο μαρξισμός ως θεωρητική ορθοδοξία. Είναι ότι εγκαταλείφθηκε η ταξική-στρατηγική οπτική ως κέντρο βάρους. Από εκεί και μετά, ακόμη και όπου διατηρήθηκαν αριστερές αναφορές, αυτές μπήκαν στην υπηρεσία μιας πολιτικής που είχε ως ορίζοντα όχι την υπέρβαση του καπιταλισμού αλλά τη διόρθωση ή τον εξευγενισμό του.
Έγιναν τελικά κόμματα του αστικού χώρου και είναι καιροσκοπικά
Αν χρησιμοποιήσουμε ένα κλασικό μαρξιστικό κριτήριο, η απάντηση είναι σε μεγάλο βαθμό ναι. Όταν ένα κόμμα παύει να θέτει στο κέντρο του την ταξική εξουσία, τον έλεγχο των βασικών οικονομικών μοχλών, τη ρήξη με τους υπερεθνικούς μηχανισμούς πειθάρχησης και τον μετασχηματισμό του κράτους, τότε έχει ήδη μετακινηθεί στον χώρο της αστικής πολιτικής — έστω και αν διατηρεί προοδευτική φρασεολογία, ευαισθησία στα δικαιώματα και αναφορές στην ιστορική αριστερά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα είναι ίδιο πράγμα ή ότι οι διαφορές είναι ασήμαντες.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια φιλελεύθερη κεντροαριστερά, σε μια ανανεωτική αριστερά και σε μια πιο ριζοσπαστική μεταμνημονιακή μορφή. Αλλά στο στρατηγικό επίπεδο, η κοινή βάση είναι ορατή: αποδοχή του ευρωενωσιακού πλαισίου, αποδοχή της κοινοβουλευτικής κανονικότητας ως τελικού ορίζοντα, μετατόπιση από την οργάνωση της τάξης στην επικοινωνιακή και εκλογική συγκρότηση «προοδευτικών πλειοψηφιών», και μετατροπή του κόμματος από φορέα κοινωνικού μετασχηματισμού σε φορέα πολιτικής διαχείρισης.
Ο όρος «καιροσκοπικά» έχει επίσης έναν πυρήνα αλήθειας, αν τον χρησιμοποιήσουμε όχι ως βρισιά αλλά ως αναλυτική κατηγορία.
Καιροσκοπισμός υπάρχει όταν η ιδεολογική ταυτότητα γίνεται ευμετάβλητη ανάλογα με το ποιο κοινωνικό ακροατήριο φαίνεται κάθε φορά εκλογικά διαθέσιμο. Καιροσκοπισμός υπάρχει όταν το κόμμα εγκαταλείπει εύκολα τους δικούς του στρατηγικούς πυρήνες για να γίνει αποδεκτό ως «υπεύθυνο», ή όταν η ηγετική προσωποποίηση και η επικοινωνιακή εικόνα υποκαθιστούν τη συλλογική γραμμή και τη σταθερή κοινωνική αναφορά. Με αυτό το κριτήριο, μεγάλο μέρος του μεταευρωκομμουνιστικού χώρου υπήρξε πράγματι καιροσκοπικό — όχι επειδή άλλαζε, αλλά επειδή άλλαζε κυρίως προς την κατεύθυνση της προσαρμογής.
Ο πιο καθαρός ελληνικός δείκτης αυτής της προσαρμογής ήταν το 2015. Ένα κόμμα που ανήλθε στην εξουσία ως φορέας ρήξης με τη λιτότητα μετατράπηκε σε βασικό διαχειριστή του τρίτου μνημονίου. Από εκεί και πέρα η μετάβαση σε μια κανονική κεντροαριστερή μορφή δεν ήταν ατύχημα· ήταν η λογική συνέπεια ενός ήδη μακρού ιστορικού μετασχηματισμού.
Η σημερινή εικόνα στην Ελλάδα από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την ΕΛΑΣ
Η σημερινή ελληνική εικόνα είναι εικόνα διάσπασης, φθοράς και αναζήτησης νέας πολιτικής φόρμουλας. Μετά τις διαδοχικές ήττες του 2023, ο Αλέξης Τσίπρας παραιτήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Στη συνέχεια το κόμμα πέρασε μια βαθιά κρίση, με διασπάσεις, εσωκομματικές συγκρούσεις και απώλεια της κεντρικής του θέσης στην αντιπολίτευση, καθώς το ΠΑΣΟΚ το ξεπέρασε κοινοβουλευτικά στο πλαίσιο της αποσύνθεσης του χώρου. Η φάση Κασσελάκη επιτάχυνε αυτή την αποσάρθρωση αντί να τη θεραπεύσει.
Η Νέα Αριστερά ήταν η πρώτη μεγάλη απάντηση σε αυτήν την κρίση. Πρόκειται ουσιαστικά για απόπειρα επανίδρυσης της ανανεωτικής-ευρωπαϊκής-δημοκρατικής αριστεράς, χωρίς τον ατσαλάκωτο ριζοσπαστισμό του παλιού ΣΥΡΙΖΑ αλλά και χωρίς τον ακραίο προσωποπαγή εκφυλισμό της περιόδου Κασσελάκη. Με μαρξιστικά κριτήρια, όμως, ούτε αυτό το εγχείρημα επιστρέφει σε κομμουνιστική ή έστω σαφώς αντικαπιταλιστική στρατηγική· κινείται μέσα στον χώρο της μεταευρωκομμουνιστικής, δημοκρατικής αριστεράς. Η ιστορική του καταγωγή είναι προφανής.
Η πιο πρόσφατη φάση είναι η ίδρυση της ΕΛΑΣ, από τον Αλέξη Τσίπρα στα τέλη Μαΐου 2026. Η νέα αυτή κίνηση μπαίνει στο πολιτικό σκηνικό με έμφαση στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στη «συμπεριληπτική ανάπτυξη», στην κοινωνική προστασία, στη στέγαση και στην εργασία, ενώ επιδιώκει να μιλήσει ταυτόχρονα σε αριστερούς και απογοητευμένους κεντρώους ψηφοφόρους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό:
η ΕΛΑΣ δεν εμφανίζεται ως επιστροφή στην κομμουνιστική ή ακόμη και στη ριζοσπαστικά αντικαπιταλιστική αριστερά. Εμφανίζεται ως νέο σχήμα προοδευτικής ανασύνθεσης, δηλαδή ως ακόμη μία μορφή της μετακομμουνιστικής κεντροαριστερής πολιτικής οικογένειας.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ ως την ΕΛΑΣ, ο χώρος αυτός δεν μοιάζει να επιστρέφει στην αριστερά ως πολιτική της στρατηγικής ρήξης. Μοιάζει να ανακυκλώνει, σε νέες μορφές, το ίδιο ιστορικό υπόστρωμα: ανανεωτική αριστερά, δικαιωματικός προοδευτισμός, ευρωπαϊσμός, θεσμικός ρεαλισμός, και αναζήτηση μιας «υπεύθυνης» προοδευτικής διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια: όχι επιστροφή στον κομμουνισμό, αλλά νέα φάση της μακράς μετακομμουνιστικής μετάβασης.
Η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο ευρωκομμουνισμός υπήρξε ταυτόχρονα μια δημοκρατική ρήξη με τον σοβιετισμό και η αρχή της απομάκρυνσης από τον κομμουνισμό ως στρατηγική υπέρβασης του καπιταλισμού. Διεύρυνε τον ορίζοντα των ελευθεριών, αμφισβήτησε τον αυταρχισμό, κατανόησε τη σημασία του πλουραλισμού και των νέων κοινωνικών κινημάτων. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό άνοιξε και τον δρόμο προς τη μετάβαση από το «κομμουνιστικό κόμμα» στο «προοδευτικό δημοκρατικό κόμμα», από την ταξική οργάνωση στη δικαιωματική και θεσμική πολιτική, από τη στρατηγική ρήξης στη διαχειριστική κυβερνησιμότητα.
Στην Ελλάδα αυτή η μετάβαση είναι σχεδόν σχολικό παράδειγμα. Το ΚΚΕ Εσωτερικού υπήρξε η μήτρα. Η ΕΑΡ υπήρξε το πρώτο καθαρά μετακομμουνιστικό βήμα. Ο Συνασπισμός υπήρξε η οργανωτική και πολιτική μορφή της ανανεωτικής σύνθεσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η κρίσιμη ιστορική ευκαιρία του χώρου, που όμως κατέληξε στη μνημονιακή ενσωμάτωση. Η Νέα Αριστερά ήταν σήμερα η καθαρότερη συνέχεια του ανανεωτικού αυτού ρεύματος. Και η ΕΛΑΣ του Τσίπρα φαίνεται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, ως νέα απόπειρα ανασυγκρότησης της ίδιας οικογένειας με πιο πλατύ, πιο προοδευτικό και πιο κεντροαριστερό ακροατήριο.
Έχουν όλα αυτά σχέση με την αριστερά; Ναι, αλλά όλο και λιγότερο με την αριστερά που όριζε τον εαυτό της από την τάξη, την εργασία, την κοινωνική ιδιοκτησία και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Και όλο και περισσότερο με μια αριστερά-ταυτότητα, αριστερά-δικαιώματα, αριστερά-θεσμούς, αριστερά-διαχείριση. Με ευρύ δημοκρατικό ορισμό, παραμένουν αριστερά. Με κλασικό σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό ορισμό, έχουν πια περάσει σε έναν μετακομμουνιστικό αστικό προοδευτισμό. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το ιστορικό συμπέρασμα που βγαίνει από τη διεθνή πορεία του ευρωκομμουνισμού και από την ελληνική της εκδοχή.
https://www.anixneuseis.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου