Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Πόντος: η γενοκτονία ως ιδρυτική σκιά της νεότερης Τουρκίας

 



Του Παντελή Σαββίδη

Πηγή: Εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”


Καθώς πλησιάζει η 19η Μαΐου, ο ελληνισμός καλείται  να ξανακοιτάξει κατάματα ένα από τα βαθύτερα τραύματα του 20ού αιώνα: τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η ελληνική Πολιτεία καθιέρωσε επισήμως τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας όμως, η μνήμη αυτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το παρόν, διότι η γενοκτονία δεν υπήρξε ένα «ατύχημα» της ιστορίας, αλλά μέρος της βίαιης μετάβασης από την πολυεθνοτική Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τουρκικό εθνικό κράτος. Αυτό το κράτος με το οποίο η Αθήνα συναγελάζεται και από το οποίο έμεινε πολύ πίσω.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν ήδη σε πορεία αποσύνθεσης. Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ επιχείρησαν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο «Οθωμανό πολίτη», ανεξαρτήτως θρησκείας. Απέναντι σε αυτή τη λογική εμφανίστηκαν οι Νέοι Οθωμανοί, οι οποίοι πίεσαν για συνταγματική μοναρχία, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξαν το Ισλάμ ως κεντρικό στοιχείο της οθωμανικής ταυτότητας. Η παρέμβασή τους άνοιξε τον δρόμο σε μια ιδεολογία που, επί Αβδούλ Χαμίτ Β΄, μετατράπηκε σε κρατική στρατηγική: τον πανισλαμισμό. Ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ υιοθέτησε πολιτική πανισλαμισμού απέναντι στη δυτική παρέμβαση στα οθωμανικά πράγματα.

Ο πανισλαμισμός δεν ήταν απλώς θρησκευτικό σύνθημα. Ήταν μέθοδος συνοχής μιας αυτοκρατορίας που έχανε εδάφη, λαούς και νομιμοποίηση. Εκεί όπου ο οθωμανισμός προσπαθούσε να ενώσει διαφορετικές κοινότητες κάτω από μια κοινή πολιτική ταυτότητα, ο πανισλαμισμός αναζητούσε την επιβίωση της αυτοκρατορίας μέσα από τη μουσουλμανική αλληλεγγύη

Από αυτό το περιβάλλον αναδύθηκαν αργότερα οι Νεότουρκοι. Η Επιτροπή Ένωσις και Πρόοδος, που οργανώθηκε αρχικά στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε κρίσιμο ρόλο στην επανάσταση του 1908, δεν ήταν απλώς μια μεταρρυθμιστική ομάδα. Ήταν ο φορέας μιας νέας αντίληψης εξουσίας: συγκεντρωτικής, εθνικιστικής και ολοένα περισσότερο προσανατολισμένης στη δημιουργία ενός τουρκικού κράτους πάνω στα ερείπια της παλιάς αυτοκρατορίας.

Η Θεσσαλονίκη είχε ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορία, όχι μόνο επειδή συνδέθηκε με τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά και επειδή αποτέλεσε χώρο πολιτικής ζύμωσης των Νεοτούρκων. Ακόμη και τότε η πόλη ήταν ζωντανό πολιτικό εργαστήριο. Όχι ένα απολίθωμα όπως την κατήντησε σήμερα ο αθηναϊσμός.

Η γέννηση του τουρκικού εθνικού κράτους συνοδεύθηκε από την εκκαθάριση των χριστιανικών λαών της Ανατολής. Αρμένιοι, Ασσύριοι και Έλληνες βρέθηκαν στο στόχαστρο πολιτικών εκτοπισμού, εξόντωσης, εξισλαμισμού και εκτουρκισμού.

Στον Πόντο, η γενοκτονική διαδικασία πήρε μορφές αργού θανάτου και άμεσης βίας: τάγματα εργασίας, πορείες θανάτου, εκτοπίσεις, καταστροφή κοινοτήτων, εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί, διάλυση οικογενειών. Έχει σημασία και η σύγχρονη συζήτηση για τους εξισλαμισμένους Ποντίους. Δεν πρόκειται για μια απλή υποσημείωση. Είναι η απόδειξη ότι η βία δεν στόχευε μόνο στο σώμα, αλλά και στη μνήμη, στη γλώσσα, στο όνομα, στην ταυτότητα. Το θέμα των εξισλαμισμένων Ποντίων και των Τουρκοκρητικών, όπως τέθηκε και σε σχετική εκπομπή των «Ανιχνεύσεων»,  δείχνει ότι η Ανατολή δεν μπορεί να διαβαστεί με απλές εθνικές κατηγορίες· πίσω από πολλές ταυτότητες κρύβονται βίαιες ιστορίες επιβίωσης.

Όσοι διασώθηκαν, πέρασαν στην Ελλάδα ως άνθρωποι ξεριζωμένοι. Οι Πόντιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, στη Μακεδονία, στη Θράκη, στη Δυτική Μακεδονία, αλλά και γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Η Καλαμαριά έγινε ένας από τους εμβληματικούς τόπους της ποντιακής και μικρασιατικής προσφυγιάς. Σχεδόν ακατοίκητη έως το 1920, δέχθηκε τους πρώτους πρόσφυγες από το Καρς και αργότερα δεκάδες χιλιάδες εκδιωγμένους από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.

Το έργο του Στάθη Πελαγίδη είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε ότι η προσφυγική εγκατάσταση δεν ήταν απλώς ανθρωπιστική επιχείρηση, αλλά κοσμογονικός μετασχηματισμός της Ελλάδας. Η μελέτη του για την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία εξετάζει την περίοδο 1923-1930 και δείχνει πώς η προσφυγιά άλλαξε τη δημογραφία, την οικονομία, την κοινωνική σύνθεση και την εθνογραφική εικόνα της περιοχής.

Όμως η Ελλάδα δεν τους υποδέχθηκε πάντα ως αδέλφια. Πολλοί Ελλαδίτες τούς αντιμετώπισαν με καχυποψία, περιφρόνηση και κοινωνικό ρατσισμό. Οι πρόσφυγες κατηγορήθηκαν ότι πήραν γη, ότι πίεσαν τα μεροκάματα, ότι ήταν «ξένοι», «τουρκόσποροι», «γιαουρτοβαφτισμένοι». Η ίδια η σχολική ιστοριογραφία καταγράφει ότι η λέξη «πρόσφυγας» απέκτησε για χρόνια απαξιωτική σημασία μεταξύ γηγενών Ελλήνων. Αυτή είναι η μεγάλη ειρωνεία: άνθρωποι που διασώθηκαν από την τουρκική σφαγή χρειάστηκε να αποδείξουν την ελληνικότητά τους μέσα στην Ελλάδα.

Σε ποιους;

Στους απογόνους της διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων της οποίας το διακύβευμα ήταν οι δημόσιες θέσεις και τα προνόμια.

Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι άλλαξαν την Ελλάδα. Έφεραν εργασία, τέχνη, εμπόριο, μουσική, γεύσεις, πολιτική ενέργεια, αστική κουλτούρα, πείσμα επιβίωσης. Η Καλαμαριά, η Τούμπα, η Νέα Κρήνη, η Σταυρούπολη, οι Σέρρες, η Δράμα, η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, το Κιλκίς, η Θράκη, έγιναν τόποι όπου η μνήμη της απώλειας μετασχηματίστηκε σε δύναμη δημιουργίας. Η προσφυγιά δεν ήταν βάρος για την Ελλάδα. Ήταν μία από τις μεγάλες δυνάμεις που την ξαναέχτισαν.

Απέναντι σε αυτή τη μνήμη βρίσκεται η Τουρκία του 20ού και του 21ου αιώνα. Ο κεμαλισμός επικράτησε ως ιδρυτική ιδεολογία του νέου κράτους: κοσμικότητα, τουρκικός εθνικισμός, δυτικό πρότυπο, απόρριψη της οθωμανικής πολυεθνικής κληρονομιάς. Όμως σήμερα ο κεμαλισμός δεν είναι πια αδιαμφισβήτητος. Η Τουρκία του Ερντογάν επιχειρεί μια νέα σύνθεση: τουρκισμός, ισλαμισμός, οθωμανική μνήμη, περιφερειακή φιλοδοξία. Αναλυτές μιλούν για μετακεμαλική Τουρκία, για προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορικής αφήγησης και επανανοηματοδότησης της κρατικής ταυτότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία επιστρέφει απλώς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σημαίνει ότι αναζητά νέα ταυτότητα ανάμεσα στον Κεμάλ, στο Ισλάμ, στον τουρκικό εθνικισμό και στη νοσταλγία της αυτοκρατορικής ισχύος. Και εδώ η Γενοκτονία των Ποντίων αποκτά σύγχρονη σημασία. Δεν είναι μόνο ζήτημα αναγνώρισης ενός εγκλήματος. Είναι ερώτημα για το τι είδους κράτος χτίζεται όταν θεμελιώνεται πάνω στη λήθη των λαών που εξαφάνισε.

Η μνήμη του Πόντου, λοιπόν, δεν είναι μίσος. Είναι άρνηση της λήθης. Είναι δικαίωμα των νεκρών στην αλήθεια και υποχρέωση των ζωντανών να κατανοήσουν ότι οι γενοκτονίες δεν αρχίζουν με τα όπλα. Αρχίζουν με ιδεολογίες που αποφασίζουν ποιος χωρά και ποιος περισσεύει. Και ο Πόντος μάς θυμίζει ότι ένας λαός μπορεί να ξεριζωθεί από τη γη του, αλλά όχι από την Ιστορία.

https://www.anixneuseis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου