Γράφει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ, SiyasiHaber10
Ήταν 19 Μαΐου 1919. Στη Σαμψούντα η ομίχλη είχε σκεπάσει το στόμιο της θάλασσας. Το νερό στεκόταν δεμένο στην ακτή, σιωπηλό. Εκείνο το πρωινό, οι είκοσι πέντε αξιωματικοί που αποβιβάστηκαν έδωσαν τις εντολές τους σε έναν κουτσό κι έναν γενειοφόρο. Οι φράσεις ήταν σύντομες, οι φωνές χαμηλές. Ένα δάχτυλο περιπλανήθηκε πάνω στον χάρτη· τα σημεία όπου σταμάτησε αργότερα δεν θα τα θυμόταν κανείς. Είπαν «τάξη», είπαν «ασφάλεια». Η θάλασσα εκείνη την ώρα δεν είπε τίποτα.
Ήθελαν να μη μείνει κανένα ίχνος από αυτούς.
Ύστερα όλα έγιναν πιο εύκολα. Τριακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες ονόματα γράφτηκαν και μετά σβήστηκαν. Το χαρτί τα άντεξε, το μελάνι επίσης. Ο Πόντος όμως δεν τα άντεξε· τα φύλαξε μέσα του σαν βουητό.
Ελένη, Μαρία, Δέσποινα, Κατερίνα…
Δημήτρης, Γιώργης, Παναγιώτης, Νίκος…
Όλοι ήταν παιδιά αυτής της γης.
Τα χέρια τους μύριζαν ψάρι, τα δάχτυλά τους είχαν σημάδια από ψαλίδια, οι κουζίνες τους μύριζαν ζυμάρι, στα μαλλιά τους είχε ποτίσει ο αέρας της θάλασσας.
Τα ονόματά τους γράφτηκαν πρώτα και μετά διαγράφηκαν.
Όμως κάτι έμεινε ανάμεσα στις σελίδες:
ένα νανούρισμα, ένα μισοτελειωμένο τραγούδι, ένα παράθυρο που δεν έκλεισε ποτέ.
Σε ένα σπίτι υπήρχε ένα τραπέζι από το προηγούμενο βράδυ.
Ένα από τα πιάτα δεν μαζεύτηκε ποτέ.
Μια γυναίκα άνοιξε την πόρτα, αλλά κανείς δεν επέστρεψε.
Τα ονόματα σβήστηκαν.
Οι φωνές όμως έμειναν λίγο ακόμη.
Και μετά σώπασαν κι αυτές.
Στην ακτή, ένα παιδί είδε ένα τετράδιο πεταμένο στη θάλασσα. Καθώς οι σελίδες άνοιγαν, τα γράμματα μπερδεύονταν μεταξύ τους. Το μόνο που του έμεινε στα χέρια ήταν η μυρωδιά του μελανιού.
Υπήρχε τότε μια εφημερίδα. Τυπωνόταν σε λεπτό χαρτί. Έγραφε πράγματα που δεν έπρεπε να γραφτούν.
Το όνομά της ήταν «Εποχή».
Το όνομά του ήταν Νίκος Καπετανίδης.
Το μελάνι λέρωνε τα δάχτυλά του και οι λέξεις δεν χωρούσαν στις γραμμές. Όσο έγραφε, ο κόσμος στένευε γύρω του. Ένα πρωινό, φιμώθηκε μαζί με όσα έγραφε. Οι λέξεις του όμως δεν έμειναν εκεί που σώπασαν. Ξεκόλλησαν από το λεπτό χαρτί και ενώθηκαν με τον άνεμο.
Ο άνεμος ανέβηκε από τον Πόντο.
Μπήκε μέσα στα βουνά.
Ανακατεύτηκε με την ομίχλη.
Σε ένα βουνό περπατούσε μια γυναίκα.
Το όνομά της ήταν Ελένη Τσαβούς.
Ένα βράδυ ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση.
Έφερε κάτι από κάτω.
Η Ελένη στάθηκε.
Βρήκε στο έδαφος ένα βρεγμένο κομμάτι χαρτί.
Τα γράμματα είχαν διαλυθεί.
Μα μία φράση δεν είχε σβηστεί ολοκληρωτικά.
Όχι αρκετά για να διαβαστεί,
μα αρκετά για να θυμηθεί.
Πήρε το χαρτί.
Από εκείνη τη μέρα δεν ήταν πια μόνη.
Ένας άντρας που φιμώθηκε στην πόλη
και μια γυναίκα που αντιστεκόταν στο βουνό
δεν συναντήθηκαν ποτέ.
Μα έζησαν μέσα στην ίδια πρόταση.
Ο ένας έγραψε.
Η άλλη περπάτησε.
Ο ένας φιμώθηκε.
Η άλλη δεν φιμώθηκε.
Κι όμως και οι δύο
μπήκαν στη λίστα όσων έπρεπε να διαγραφούν.
Και οι δύο δεν διαγράφηκαν.
Γιατί κάποια ονόματα
δεν γράφονται στην ιστορία.
Ξαναδιαβάζονται
στη σιωπή ενός βουνού,
στο βουητό μιας θάλασσας.
Συγκροτήθηκε ένας στρατός. Το όνομά του ήταν «Στρατός Κέντρου». Προχώρησε. Υποτίθεται πως ήταν ενάντια στην κατοχή, όμως το πεδίο δράσης του δεν ήταν ούτε η Κωνσταντινούπολη των Άγγλων, ούτε το Αντέπ και το Μαράς των Γάλλων, ούτε η Αττάλεια και η γύρω περιοχή των Ιταλών, ούτε καν η διαδρομή από τη Σμύρνη ως το Αφιόν, όπου προχωρούσε ο ελληνικός στρατός. Ο Στρατός Κέντρου είχε δημιουργηθεί για τον Πόντο.
Οι χάρτες άνοιξαν, γραμμές χαράχτηκαν. Πάνω σε εκείνες τις γραμμές δεν υπήρχε κατοχή. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι. Και αυτοί οι άνθρωποι, ένας ένας, διαγράφηκαν.
Στη Σαμψούντα, εκείνο το πρωινό, η αυγή χτυπούσε σαν παλμός. Τα χέρια ήταν δεμένα, τα ονόματα δεμένα. Η θάλασσα σώπασε, οι άνθρωποι σώπασαν. Κι εσείς, όλοι, ήσασταν εκεί.
Η ιστορία ξαναγράφτηκε. Η ώρα ειπώθηκε ξανά. Μα κάποια πράγματα πάλι δεν γράφτηκαν. Τριακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες ονόματα σβήστηκαν άλλη μία φορά.
Το Λονδίνο είδε, η Μόσχα είδε, η Ρώμη είδε, η Αθήνα είδε. Δεν λέω ότι είδα εγώ· εγώ μόνο άκουσα. Άκουσα τις φωνές των ονομάτων που ρίχτηκαν στη θάλασσα. Κι εσείς, όλοι, ήσασταν εκεί.
Μια νύχτα στην Άγκυρα ιδρύθηκε βουλή. Οι τοίχοι ήταν καινούργιοι, αλλά οι λέξεις έρχονταν από παλιά. Πρακτικά γράφτηκαν, υπογραφές μπήκαν, σφραγίδες χτυπήθηκαν. Η ιστορία γράφτηκε, η ώρα καταγράφηκε. Όμως μέσα σε εκείνες τις σελίδες δεν πέρασαν ποτέ τα τριακόσιες πενήντα τρεις χιλιάδες ονόματα.
Τηλεγραφήματα στάλθηκαν, διαταγές κατέβηκαν, κατάστιχα άνοιξαν. Είπαν «τάξη», είπαν «μέτρο», είπαν «αναγκαιότητα». Κάθε λέξη βρήκε τη θέση της, και κάθε λέξη έσβησε ένα όνομα.
Κάποιες πόρτες κλειδώθηκαν εκείνες τις μέρες. Άλλες ήταν εκκλησίες, άλλες σχολεία. Όσοι ήταν μέσα περίμεναν, όσοι ήταν έξω σώπασαν. Ύστερα υψώθηκε καπνός· πρώτα λεπτός, μετά βαρύς. Τα μαύρα σημάδια που έβγαιναν από τα παράθυρα ενώθηκαν με τον ουρανό. Τα ονόματα πάλι δεν γράφτηκαν· έμειναν μόνο οι αριθμοί.
Στην Τραπεζούντα υπήρχε ένα κτίριο. Τα βράδια άναβαν τα φώτα του και από μέσα ακουγόταν μουσική. Οι βελούδινες κουρτίνες άνοιγαν και όσοι ανέβαιναν στη σκηνή διηγούνταν άλλες ζωές. Ένα βράδυ εκείνο το κτίριο σκοτείνιασε. Οι κουρτίνες έκλεισαν, οι καρέκλες γέμισαν σκόνη. Ύστερα η πόρτα του κλειδώθηκε. Με τα χρόνια οι τοίχοι του γκρεμίστηκαν, η φωνή του διαλύθηκε. Στην πόλη έμεινε ένα κενό. Το όνομά του δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά, σαν να μην υπήρξε.
Οι πόλεις του Πόντου, όπου από κάθε δρόμο ακούγονταν ήχοι κεμεντζέ και πιάνου, μετά τη δέκατη ένατη Μαΐου βυθίστηκαν ξαφνικά στη σιωπή.
Ο ήχος πρώτα λιγόστεψε, μετά κόπηκε.
Έμεινε μόνο ένα βουητό που κρατούσαν οι πέτρες.
Ανάμεσα στα βουνά, γαντζωμένο στον βράχο, υπήρχε ένα μοναστήρι. Τα πρωινά φαινόταν μέσα από την ομίχλη και προς το βράδυ χανόταν ξανά. Τα παράθυρά του κοιτούσαν το σκοτάδι και οι τοίχοι του κρατούσαν τη σιωπή. Έβλεπε όσα συνέβαιναν στην πόλη από κάτω. Και πάνω στις πέτρες του καθόταν το βάρος του να βλέπεις και να μην μπορείς να μιλήσεις. Όταν έπεφτε βροχή, ο ήχος του νερού κρατούσε λίγο περισσότερο εκεί. Σαν να έκλαιγε.
Ύστερα γράφτηκε η ιστορία. Την έγραψαν οι νικητές και τα ονόματα των χαμένων πάλι δεν αναφέρθηκαν. Τη δέκατη ένατη Μαΐου την είπαν «απελευθέρωση», σκέπασαν εκείνο το πρωινό με ένα νέο όνομα. Τα ημερολόγια γύρισαν, τα χρόνια μετρήθηκαν. Στις 29 Οκτωβρίου 1923 ανακηρύχθηκε η δημοκρατία. Στις πλατείες έγιναν ομιλίες, υψώθηκαν σημαίες, οι λέξεις πλήθυναν. Μα κάποια ονόματα δεν φωνάχτηκαν ποτέ ξανά. Τα κατάστιχα άλλαξαν, οι τίτλοι μεγάλωσαν, οι προτάσεις γυάλισαν. Κι όμως, εκείνο το βουητό που ανέβαινε από τη Μαύρη Θάλασσα δεν σταμάτησε ποτέ. Γιατί η ιστορία που γράφτηκε δεν έφερε πίσω όσους διαγράφηκαν.
Ύστερα άλλαξαν και τα ονόματα. Δρόμοι, χωριά, άνθρωποι… τα παλιά ονόματα σβήστηκαν και γράφτηκαν νέα. Οι εκκλησίες σώπασαν, οι πόρτες τους έκλεισαν· κάποιες έγιναν τζαμιά, κάποιες αποθήκες, κάποιες ξεχάστηκαν. Έμεινε η μνήμη των λίθων, σβήστηκαν οι επιγραφές. Ο χρόνος πέρασε, τα ημερολόγια γύρισαν. Πέρασαν εκατόν επτά χρόνια. Μα κάποιες φωνές εξακολουθούν ακόμη να χτυπούν στις ακτές. Κάποια πράγματα έμειναν στη θέση τους.
Σαν άνεμος,
σαν φωνή,
σαν το μισό μιας πρότασης.
Ό,τι θέλησαν να σβήσουν, κάπου αλλού ρίζωσε.
Τα ονόματα βγήκαν από τα βιβλία, αλλά όχι από τη μνήμη.
Οι φωνές φιμώθηκαν, αλλά δεν χάθηκαν ολοκληρωτικά.
Ακόμη και σήμερα,
μέσα στη σιωπή ενός βουνού,
περιμένει η συνέχεια μιας πρότασης.
Και αυτή η πρόταση δεν είναι πια μισή.
Δεν είναι πια ανάμνηση. Είναι κάλεσμα.
Γι’ αυτό, στρέψτε το βλέμμα σας προς τον Πόντο.
https://geopolitico.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου