Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ

 


Από το κάλεσμα με βίντεο έως τη μη ομιλία στη συγκέντρωση.
Το κλίμα που δημιουργήθηκε γύρω από την Μαρία Καρυστιανού
Η αφετηρία της συζήτησης που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες, ήταν η δημοσιοποίηση ενός βίντεο με το οποίο η Μαρία Καρυστιανού, κάλεσε τον κόσμο να συμμετάσχει στις συγκεντρώσεις μνήμης για τα θύματα των Τεμπών στις 28 Φεβρουαρίου, τρία χρόνια μετά την τραγωδία.
Από την πρώτη στιγμή υπήρξαν αντιδράσεις για το ύφος του βίντεο, κυρίως λόγω της σκληρής οπτικής εισαγωγής.
Εδώ όμως υπάρχει υποκρισία.
Τα ηχητικά ντοκουμέντα που χρησιμοποιούνται στο βίντεο δεν είναι κάτι νέο. Βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα εδώ και περίπου έναν χρόνο, είναι διαθέσιμα στο κοινό 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 ημέρες τον χρόνο, και έχουν αναπαραχθεί μέχρι και σήμερα, αμέτρητες φορές χωρίς να προκαλείται η ίδια αγανάκτηση.
Την ίδια περίπου περίοδο προβλήθηκαν και άλλα τηλεοπτικά αποσπάσματα με παρόμοιο ή και σκληρότερο περιεχόμενο, όπως στην εκπομπή «Αντιθέσεις» του Γιώργου Σαχίνη στην ΚΡΗΤΗ TV, χωρίς βέβαια να υπάρξει αντίστοιχη κατακραυγή.
Όταν όμως το κάλεσμα έγινε από την Καρυστιανού, τότε ξαφνικά κάποιοι τα θυμήθηκαν όλα.
Αυτό από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν η αντίδραση αφορά πραγματικά το περιεχόμενο ή τελικά το πρόσωπο.
Το βίντεο δεν ήταν κομματικό σποτ, ούτε επαγγελματική παραγωγή κάποιου μηχανισμού. Δεν περιείχε κομματικά σύμβολα, δεν προωθούσε πολιτικό φορέα και δεν ζητούσε ψήφο.
Ήταν ένα κάλεσμα προς την κοινωνία να μην ξεχάσει.
Γιατί τρία χρόνια μετά, η μνήμη αρχίζει να ατονεί. Όταν περνά ο χρόνος, η οργή ξεθωριάζει, η συγκίνηση μειώνεται και η κοινωνία τείνει να συνηθίζει ακόμη και τα πιο ασυγχώρητα γεγονότα.
Σκοπός του βίντεο ήταν να λειτουργήσει σαν ένα απότομο ξύπνημα, ένα γδάρσιμο της μνήμης, όχι σαν προπαγανδιστικό μήνυμα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της ενόχλησης που προκλήθηκε.
Γιατί η αντίδραση δεν είχε να κάνει μόνο με το ύφος του βίντεο, αλλά με το ποιος μιλούσε και έκανε το κάλεσμα.
Όταν η φωνή που ακούγεται δεν μπορεί εύκολα να ελεγχθεί ή να ενταχθεί σε κομματικά πλαίσια, τότε η ενόχληση μεγαλώνει.
Η συζήτηση όμως πήρε ακόμη πιο έντονη τροπή κατά τη συγκέντρωση της 28ης Φεβρουαρίου στο Σύνταγμα.
Παρότι η ίδια η Καρυστιανού είχε καλέσει τον κόσμο να συμμετάσχει χωρίς κόμματα και χρώματα, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης δεν ανέβηκε στο βήμα για να μιλήσει.
Σύμφωνα με μαρτυρίες παρευρισκόμενων, η ίδια βρέθηκε στον χώρο των συγγενών και των ομιλητών, όμως δεν της δόθηκε ο λόγος. Οι ίδιες μαρτυρίες κάνουν λόγο για πλήρη έλεγχο της διοργάνωσης από κομματικούς μηχανισμούς, με ιδιαίτερη αναφορά στο ΚΚΕ, κάτι που επηρέασε τη σειρά των ομιλητών και το ποιοι τελικά μίλησαν.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη αγανάκτηση σε πολλούς από τους παρευρισκόμενους, όχι μόνο για πολιτικούς λόγους αλλά και για λόγους στοιχειώδους σεβασμού. Γιατί, ανεξάρτητα από πολιτικές επιλογές ή μελλοντικές αποφάσεις, πρόκειται για μια μάνα που έχασε το παιδί της και που επί τρία χρόνια κράτησε το θέμα των Τεμπών στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης.
Η εικόνα να βρίσκεται στον χώρο της συγκέντρωσης και να μην της επιτρέπεται να μιλήσει, για πολλούς λειτούργησε σαν αποκάλυψη. Σαν να πέφτουν οι μάσκες.
Παράλληλα, διακινήθηκαν και δημοσιεύματα που μιλούσαν για ένταση μεταξύ συγγενών. Όμως δημόσιες τοποθετήσεις συγγενών διέψευσαν αυτά τα σενάρια, τονίζοντας ότι υπήρξε προσπάθεια να παρουσιαστεί εικόνα διάσπασης ενώ στην πραγματικότητα υπήρχε συγκίνηση, επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή μεταξύ τους.
Όλα αυτά οδήγησαν πολλούς να μιλούν πλέον ανοιχτά για καπέλωμα των κινητοποιήσεων και για μια προσπάθεια να ελεγχθεί το ποιος εκφράζει το αίτημα για δικαιοσύνη.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ίσως η ουσία της κάθαρσης. Όχι στο αν ένα βίντεο ήταν σκληρό, αλλά στο ποιος έχει δικαίωμα να θυμίζει στην κοινωνία ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν έχει τελειώσει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ίδια η Καρυστιανού έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πιστεύει πως η δικαίωση μπορεί να έρθει μέσα από το ίδιο το πολιτικό πλαίσιο που επέτρεψε να συμβεί η τραγωδία. Για τον λόγο αυτό κάλεσε ανοιχτά τον κόσμο να συστρατευθεί μαζί της στην πολιτική κίνηση που επιχειρεί να δημιουργήσει, ζητώντας από τους πολίτες να βρεθούν στις επάλξεις και να μην περιμένουν παθητικά την εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών.
Η θέση αυτή εκφράζει και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που έχει ήδη πειστεί ότι η υπόθεση των Τεμπών δεν μπορεί να δικαιωθεί ουσιαστικά όσο αντιμετωπίζεται μέσα από τους ίδιους μηχανισμούς που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες. Τα δικαστήρια, οι επιτροπές κτλ δίνουν την εικόνα μιας θεατρικής παράστασης που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, χωρίς να υπάρχει πίστη ότι στο τέλος θα αποδοθεί η ευθύνη εκεί που πρέπει.
Ίσως γι’ αυτό η Καρυστιανού ζητά και από τους συγγενείς και από όσους στάθηκαν δίπλα τους όλα αυτά τα χρόνια να κάνουν μαζί το επόμενο βήμα. Να αφήσουν στην άκρη τις κομματικές ταυτότητες και τις παλιές πολιτικές συνήθειες και να σταθούν απέναντι στο ίδιο το πολιτικό πλαίσιο που διαμόρφωσε τις συνθήκες για να συμβεί το έγκλημα.
Γιατί όταν προσπαθείς να δικαιώσεις τα παιδιά σου σε μια υπόθεση που αφορά κρατικές ευθύνες, δεν μπορείς να το κάνεις μένοντας μέσα στα ίδια όρια που το ίδιο το κράτος έχει ορίσει.
Αναγκαστικά βρίσκεσαι απέναντι. Απέναντι σε ένα μοντέλο εξουσίας που από τη μεταπολίτευση και μετά δημιούργησε μια χώρα όπου το «πάμε κι όπου βγει» δεν αφορά μόνο τον σιδηρόδρομο, αλλά ολόκληρη τη λειτουργία του κράτους.
Ο σιδηρόδρομος δεν ήταν απλώς ένα σύστημα που απέτυχε. Ήταν μια μικρογραφία της ίδιας της Ελλάδας. Και όσο αυτό δεν το αναγνωρίζουμε, τόσο η δικαίωση θα απομακρύνεται.
Όποιος έζησε τα χρόνια των μνημονίων ξέρει ότι όταν το πολιτικό σύστημα πιέζεται, δεν διαλύεται αλλά συσπειρώνεται.
Και γι’ αυτό ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει πλέον με δυσπιστία κάθε διαδικασία που υπόσχεται δικαιοσύνη χωρίς πραγματική αλλαγή.
Το είδαμε τότε στη περίοδο των μνημονίων, όταν η κοινωνία βρέθηκε απέναντι σε αποφάσεις που άλλαζαν τη ζωή της, όταν η Βουλή περιφρουρούνταν, θυμίζοντας περισσότερο φρούριο παρά κοινοβούλιο απέναντι σε έναν εξοργισμένο λαό και όταν, παρά τις μεγάλες κουβέντες και τις αντιπαραθέσεις, το πολιτικό σύστημα βρήκε τρόπο να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να σπάσει.
Την περίοδο εκείνη ακούστηκαν πολλές καταγγελίες, ειπώθηκαν βαριές κουβέντες, αλλά στο τέλος κανείς δεν θέλησε πραγματικά να τραβήξει τη γραμμή μέχρι τη ρήξη.
Και ίσως γιατί δεν μπορούσαν, αλλά και γιατί δεν ήθελαν να φτάσουν μέχρι εκεί. Γιατί όποιος προκαλεί πραγματική ρήξη με ένα σύστημα, πρέπει να είναι έτοιμος να ζήσει και την επόμενη μέρα έξω από αυτό.
Αυτό είναι που κάνει σήμερα πολλούς να βλέπουν με δυσπιστία όσα συμβαίνουν και στην υπόθεση των Τεμπών. Όταν το ίδιο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο που επί δεκαετίες δημιούργησε παθογένειες καλείται τώρα να ερευνήσει τον εαυτό του, είναι λογικό ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να φοβάται ότι στο τέλος θα αποδοθούν ευθύνες μόνο μέχρι εκεί που δεν θα απειλείται η συνολική ισορροπία του συστήματος.
Και ίσως γι’ αυτό η στάση της Καρυστιανού, όσο κι αν ενοχλεί ορισμένους, βρίσκει απήχηση. Γιατί εκφράζει ακριβώς αυτή την αίσθηση. Ότι η δικαίωση δεν θα έρθει αν δεν υπάρξει πραγματική κάθαρση, και ότι όταν το ζήτημα αφορά ένα κρατικό έγκλημα, η κάθαρση δεν μπορεί να είναι μόνο δικαστική, αναγκαστικά είναι και πολιτική.
Το «πάμε κι όπου βγει» φίλες και φίλοι δεν ήταν μια φράση που ειπώθηκε μόνο μέσα σε ένα τρένο. Δεν είναι θέμα ενός κόμματος ούτε ενός προσώπου. Είναι το σύμπτωμα μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν μια φράση που περιγράφει μια ολόκληρη νοοτροπία δεκαετιών.
Μια νοοτροπία που χαρακτήρισε τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το κράτος, η οικονομία, οι θεσμοί και συνολικά η ίδια η χώρα. Από τη μεταπολίτευση και μετά, τα προβλήματα συσσωρεύονταν χωρίς ποτέ να υπάρξει πραγματική κάθαρση. Κάθε κρίση περνούσε, κάθε λάθος κουκουλωνόταν, κάθε ευθύνη χανόταν μέσα στον χρόνο.
Η χρεοκοπία, τα μνημόνια, η επιτήρηση, δεν ήρθαν από το πουθενά. Ήταν αποτέλεσμα μιας πορείας χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική και χωρίς πραγματική ρήξη με τις παθογένειες που όλοι γνώριζαν αλλά κανείς δεν ήθελε να αγγίξει μέχρι τέλους.
Το ίδιο συνέβη και με τις υποδομές, με τον σιδηρόδρομο, με τη λειτουργία του κράτους. Όλα λειτουργούσαν με τη λογική ότι κάπως θα συνεχίσουμε, κάπως θα περάσει, κάπως θα βρεθεί λύση. Μέχρι που δεν βρέθηκε.
Γι’ αυτό και για πολλούς ανθρώπους τα Τέμπη δεν ήταν ένα μεμονωμένο δυστύχημα. Ήταν το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης εποχής χωρίς ουσιαστική κάθαρση. Και όταν μια κοινωνία δεν περνά ποτέ από κάθαρση, τα ίδια λάθη επιστρέφουν, κάθε φορά με πιο βαρύ κόστος.
Αν πραγματικά θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη των παιδιών που χάθηκαν, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος φταίει σε ένα δικαστήριο. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να κοιτάξουμε κατάματα το ίδιο το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε τις συνθήκες για να συμβεί αυτό που συνέβη.
Και γι’ αυτό το κάλεσμα που έγινε αυτές τις ημέρες δεν ήταν κομματικό. Ήταν κάλεσμα προς όλους. Πέρα από παρατάξεις, πέρα από ταμπέλες, πέρα από παλιές πολιτικές συνήθειες. Γιατί όταν η κοινωνία ζητά κάθαρση, δεν μπορεί να τη χωρίσεις σε στρατόπεδα.
Ή θα υπάρξει για όλους, ή δεν θα υπάρξει για κανέναν.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα του να βρεθεί ο κόσμος στον δρόμο.
Όχι για να υπηρετήσει ένα κόμμα, αλλά για να μην ξεχαστεί.
Για να μη μείνει άλλη μια φορά η χώρα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας απλώς να περάσει ο χρόνος μέχρι την επόμενη τραγωδία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου