Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Ασύμμετρη πίεση από τη Λιβύη με μετανάστες και ΑΟΖ: Υπάρχουν λύσεις; + Το Μοντέλο Αυστραλίας



 Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ακήρυχτο πόλεμο εκβιασμού και απειλών από τη Λιβύη, η οποία εργαλειοποιεί τη μεταναστευτική κρίση, διοχετεύοντας συνεχώς μετανάστες στη Γαύδο και την Κρήτη. Παράλληλα, η Λιβύη εξακολουθεί να προκαλεί με την εφαρμογή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου (2019), θέτοντας ευθέως ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και αμφισβητώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας.

 Η πολιτική κατευνασμού και οι διπλωματικοί χειρισμοί έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς και αναποτελεσματικοί για την αναχαίτιση αυτών των κινήσεων, που αποκτούν όλο και πιο επιθετικά χαρακτηριστικά βασιζόμενοι σε ανυπόστατες θεωρίες που δεν βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο. 

Η Λιβύη, λόγω της στρατηγικής της θέσης στη Βόρεια Αφρική και του πλούτου των ενεργειακών της πόρων, διατηρεί ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος στη Μεσόγειο. Εκμεταλλευόμενη αυτή τη θέση, έχει επιλέξει την πολιτική εκβιασμού μέσω της παράνομης μετανάστευσης, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στις υποδομές της Ελλάδας και δοκιμάζοντας τα όρια της ελληνικής κοινωνικής αντοχής σε μια κατάσταση που ευνοεί κυρίως την Τουρκία. Οι επιπτώσεις αυτής της κρίσης είναι εμφανείς σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Γαύδος, όπου η αύξηση των μεταναστευτικών ροών επιβαρύνει σημαντικά τις τοπικές κοινωνίες. Ιστορικά, η σχέση Ελλάδας-Λιβύης έχει περάσει από διάφορες φάσεις, με σημαντικό σταθμό την πτώση του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι το 2011, η οποία οδήγησε σε περίοδο πολιτικής αστάθειας. 

Αυτή η αστάθεια συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καθώς η χώρα είναι χωρισμένη μεταξύ δύο αντίπαλων κυβερνήσεων: της κυβέρνησης της Τρίπολης, υπό τον πρωθυπουργό Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, και της κυβέρνησης της Βεγγάζης, με de facto ηγέτη τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ. Ο Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, επιχειρηματίας με ισχυρές διασυνδέσεις στην Τουρκία, ανέλαβε την εξουσία στην Τρίπολη το 2021, διατηρώντας στενές σχέσεις με την Άγκυρα. PHOTO: GNU OFFICIAL FB PAGE Από την άλλη πλευρά, ο Χαλίφα Χαφτάρ, στρατιωτικός αξιωματικός με ισχυρές διασυνδέσεις στην Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ελέγχει τη Βεγγάζη και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Λιβύης, όπου αν και στην αρχή τηρούσε επιφυλακτική στάση έναντι των σχέσεων με την Τουρκία, πλέον φαίνεται ότι αρκετά από αυτά τα εμπόδια στις σχέσεις τους έχουν ξεπεραστεί. 

 Το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο υπεγράφη από την κυβέρνηση της Τρίπολης και την Τουρκία το 2019, παραβιάζει ξεκάθαρα το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), καθώς αγνοεί πλήρως τα δικαιώματα της Ελλάδας. Παρά τις διεθνείς αντιδράσεις και καταδίκες, η Τρίπολη και πλέον και η Βεγγάζη συνεχίζουν να εφαρμόζουν αυτό το μνημόνιο, επιτείνοντας τη γεωπολιτική ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Εξέταση πιθανών λύσεων… Άσυλο Κυρώσεις μέσω ΕΕ και όχι μόνο Εξέταση ένοπλης ισχύος ΕΥΠ Μοντέλο Αυστραλίας Η Ελλάδα καλείται πλέον να αναθεωρήσει τη στάση της και να υιοθετήσει αποφασιστική και αποτελεσματική στρατηγική έναντι της Λιβύης. 

Αρχικά πρέπει ήδη να εφαρμοστεί πλήρης άρση εξετάσεων ασύλου σε όποιον έρχεται από την Λιβύη και να υπάρχουν άμεσες συνοπτικές διαδικασίες απέλασης. Φυσικά το μέτρο αυτό έχει σοβαρές ευπάθειες και ουσιαστικά οι αιτούντες απλά θα περιμένουν και υπάρχουν χρονικά όρια στο πόσο καιρό μπορούν να κρατηθούν σε δομές. Πρέπει λοιπόν να ενισχυθεί σημαντικά το πλαίσιο άρσης καθεστώτος ασύλου για όσους εκμεταλλεύονται το σύστημα, συμμετέχουν σε κυκλώματα διακίνησης ή αποδεικνύονται πολλαπλά επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη. 

Η αυστηροποίηση των ελέγχων, η κράτηση σε πραγματικά κλειστές δομές, η άμεση ανάκληση σε περιπτώσεις ψευδών δηλώσεων και η άμεση δρομολόγηση απέλασης όπου είναι εφικτό, θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά για κάθε επίδοξο που καλύπτεται πίσω από την «ομπρέλα» του διεθνούς δικαίου προστασίας. Όμως, χωρίς διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής και πραγματική βούληση εφαρμογής, η άρση ασύλου κινδυνεύει να μείνει απλώς μια θεωρητική δυνατότητα χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Αργότερα στο άρθρο θα εξετάσουμε και το μοντέλο της Αυστραλίας που αν και δύσκολο στην εφαρμογή, αποδίδει.

 Μια συντριπτική οικονομική απάντηση, με κυρώσεις και περιορισμούς τόσο κρατικά όσο και μέσω Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στις πετρελαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Λιβύη, θα μπορούσε να υπονομεύσει την οικονομική βάση των λιβυκών κυβερνήσεων και να τις αναγκάσει να επανεξετάσουν τις επιθετικές τους ενέργειες. Οι πετρελαιοπηγές της Λιβύης αποτελούν τον κύριο οικονομικό πυλώνα της χώρας, είναι κυριολεκτικά η καρδιά της και η απώλεια τους θα οδηγούσε στην εξαθλίωση ολόκληρης της περιοχής. Οι Διεθνείς κολοσσοί έχουν μεγαλύτερη επιρροή από τις τοπικές κυβερνήσεις.

 Η απειλή στα συμφέροντα αυτών των εταιρειών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρό μέσο πίεσης, αναγκάζοντας τις λιβυκές αρχές να σταματήσουν τους εκβιασμούς εις βάρος της Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κρατικός πετρελαϊκός οργανισμός NOC απέφυγε να χαράξει πρόσφατα, ενεργειακά οικόπεδα στην Ελληνική ΑΟΖ ή στην δυνητική ΑΟΖ. Αυτή η στρατηγική είναι απλή αλλά αποτελεσματική: αν τα συμφέροντα αυτών των εταιρειών κινδυνεύσουν, οι ίδιες θα αναγκαστούν να πιέσουν τη Λιβύη να σταματήσει τις προκλήσεις και τους εκβιασμούς. 

Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ευεργετική για την ευρύτερη περιοχή, συμβάλλοντας στην περιφερειακή σταθερότητα και ειρήνη. Αρκετοί επισημαίνουν τη δυνατότητα της χώρας μας να χρησιμοποιήσει ένοπλη ισχύ για να αυξήσει την πίεση. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο ανακύπτουν σημαντικά νομικά εμπόδια και ηθικά διλήμματα, που συνδέονται με το κατά πόσο οι εθνικές προτεραιότητες μπορούν να συμβαδίζουν, σε κάθε περίπτωση, με το Διεθνές Δίκαιο. Το Άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει τη χρήση ένοπλης βίας στις διεθνείς σχέσεις. Η μοναδική εξαίρεση είναι η νόμιμη αυτοάμυνα κατά πραγματικής ένοπλης επίθεσης (Άρθρο 51 ΟΗΕ). Η εργαλειοποίηση μεταναστών, όσο οργανωμένη κι αν είναι, θεωρείται υβριδική απειλή και όχι ένοπλη επίθεση. Ούτε το τουρκολιβυκό μνημόνιο συνιστά ένοπλη πράξη αλλά πολιτική-νομική πρόκληση. Άρα δεν πληρούνται τα κριτήρια της άμεσης ένοπλης επίθεσης που θα νομιμοποιούσαν στρατιωτικό πλήγμα σε ξένο έδαφος.

 Ακόμη και το προληπτικό πλήγμα (pre-emptive strike) απαιτεί, κατά το διεθνές εθιμικό δίκαιο και τη δοκιμασία «Caroline», η απειλή να είναι άμεση, συντριπτική και αναπόφευκτη, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή. Η οργανωμένη μεταναστευτική πίεση δεν πληροί αυτά τα κριτήρια κατά το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα διατηρεί πλήρες δικαίωμα να υπερασπιστεί ένοπλα την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα της, εφόσον υπάρξει έμπρακτη παραβίαση, όπως γεωτρήσεις ή έρευνες που βασίζονται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και ειδικά αν συνοδεύονται από στρατιωτικά μέσα είτε της Λιβύης είτε της Τουρκίας.

 Σε αυτήν την περίπτωση ενεργοποιείται το νόμιμο δικαίωμα αυτοάμυνας. Παράλληλα, απαιτείται στοχευμένη διπλωματική και νομική πίεση: η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί σε διεθνή fora ώστε να αποδείξει ότι η Λιβύη παραβιάζει τις διεθνείς υποχρεώσεις της, όπως η Σύμβαση Παλέρμο για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων αλλά και να ασκήσει πίεση για άμεσες εκλογές οι οποίος δεν έχουν πραγματοποιηθεί κατα παραβίαση των συμφωνιών ΟΗΕ.

 Η πίεση μπορεί να επεκταθεί στις διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες με απειλή κυρώσεων. Αν τα συμφέροντά τους απειληθούν από την αποσταθεροποιητική στάση της Λιβύης, είναι πιθανό να ασκήσουν καθοριστική πίεση στις τοπικές αρχές. Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βομβαρδίσει ξαφνικά την Λιβύη χωρίς να παραβιάσει το ίδιο το διεθνές δίκαιο που επικαλείται συνεχώς η ίδια. Αντιθέτως, μπορεί να χτίσει στέρεη αποτρεπτική ισχύ στις θάλασσες, να εφαρμόσει σκληρή οικονομική και διπλωματική πίεση και να δηλώσει με σαφήνεια ότι η έμπρακτη αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων θα αντιμετωπιστεί ως πραγματική αιτία πολέμου που σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί, θα υπάρξει άμεση πολεμική σύγκρουση.

 Μόνο και μόνο η επίσημη τοποθέτηση θα κινήσει το θέμα στα πλαίσια ΟΗΕ με αποτέλεσμα αρκετοί παράγοντες και χώρες να κινητοποιηθούν για να αποφύγουν δυσάρεστες εκπλήξεις στην ήδη δοκιμασμένη Ανατολική Μεσόγειο. Στο πιο απαιτητικό και αθέατο επίπεδο, η Ελλάδα θα μπορούσε κάλλιστα να αναζητήσει το αντίδοτο στα εξωτερικά της προβλήματα μέσα από στοχευμένες επιλογές, ακολουθώντας σε κάποιο βαθμό το παράδειγμα της Τουρκίας.

 Η ουσιαστική ενίσχυση της ΕΥΠ, με σαφή εντολή για πιο ενεργή και δυναμική δράση πέραν των συνόρων, θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε εξαιρετικά διεφθαρμένα δίκτυα και παράγοντες σε περιοχές όπως η Βεγγάζη, η Σύρτη και η Τρίπολη, οι οποίοι δρουν συστηματικά κατά των ελληνικών συμφερόντων. Αυτό αφορά τόσο τους διακινητές όσο και τους παράγοντες που συνεργάζονται μαζί τους.

 Η ιστορία έχει δείξει ότι ατυχήματα και λάθος επαγγελματικές επιλογές συμβαίνουν συχνά. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το να κλείσει ξαφνικά ένα εργοστάσιο κατασκευής των λεγόμενων «μπουλντόζων» ή των σκαφών που μεταφέρουν κατά κύματα μετανάστες προς την Κρήτη

. Το «μοντέλο Αυστραλίας»: Πώς λειτουργεί και γιατί είναι ανεφάρμοστο για την Ελλάδα χωρίς αλλαγή κανονισμών Η Αυστραλία, εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια, έχει εξελιχθεί στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που επέλεξε την απόλυτη θαλάσσια αποτροπή για να ελέγξει τις παράτυπες ροές μεταναστών και προσφύγων. 

Το περίφημο «μοντέλο Αυστραλίας» βασίζεται στην επιχείρηση «Operation Sovereign Borders» και στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: την αναχαίτιση σκαφών στη θάλασσα (turn-backs), τη μεταφορά των ανθρώπων αυτών σε υπεράκτια κέντρα κράτησης εκτός της αυστραλιανής επικράτειας (offshore processing) και τον κανόνα της μη μόνιμης εγκατάστασης στην ενδοχώρα ακόμη και για όσους αναγνωρίζονται τελικά ως πρόσφυγες.

 Ο πυρήνας της στρατηγικής είναι απλός: όσοι επιχειρούν να φτάσουν με πλοιάρια εντοπίζονται έγκαιρα από το Πολεμικό Ναυτικό και τις συνοριακές αρχές. Αν το σκάφος είναι αξιόπλοο, επιστρέφεται με συνοδεία στα ύδατα από τα οποία ξεκίνησε – συνήθως προς Ινδονησία. Αν όχι, οι άνθρωποι μεταφέρονται σε ειδικά διαμορφωμένα σωστικά μέσα, τους δίνονται εφόδια και πλέουν πίσω στα χωρικά ύδατα αναχώρησης. Για εκείνους που δεν μπορούν να επιστραφούν άμεσα, η λύση είναι η μεταφορά τους σε υπεράκτια κέντρα όπως το Ναούρου ή το νησί Μάνους στην Παπούα Νέα Γουινέα, όπου οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται εκτός αυστραλιανής επικράτειας. Ακόμη κι αν κάποιος αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, δεν εγκαθίσταται στην Αυστραλία αλλά αναζητείται μετεγκατάσταση σε τρίτη χώρα.

 Η Αυστραλία επικαλείται το λεγόμενο «territorial exclusion», δηλαδή υποστηρίζει ότι όσοι έχουν εμποδιστεί στη θάλασσα ή μένουν σε offshore κέντρα δεν θεωρούνται ότι βρίσκονται εντός της επικράτειας και άρα δεν αποκτούν πλήρη δικαιώματα προστασίας βάσει του προσφυγικού δικαίου.

 Στην πράξη, αυτή η τακτική, αν και έχει προκαλέσει οξύτατη κριτική από διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μείωσε τις αφίξεις σε τεράστια επίπεδα. Το αποτρεπτικό μήνυμα είναι ξεκάθαρο: κανείς που επιχειρεί να φτάσει δια θαλάσσης δεν πρόκειται να πατήσει πόδι στην αυστραλιανή ενδοχώρα. Ωστόσο, το ερώτημα αν αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα αναδεικνύει αμέσως θεμελιώδεις διαφορές. Πρώτον, η Αυστραλία δεν δεσμεύεται από υπερκρατικούς μηχανισμούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

 Η Ελλάδα, αντιθέτως, υπάγεται σε ένα ιδιαίτερα αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο που επιβάλλει την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement). Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε βρίσκεται υπό τον έλεγχο ελληνικών αρχών – ακόμη κι αν εντοπιστεί σε διεθνή ύδατα – θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την προστασία του κοινοτικού δικαίου και έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτημα ασύλου με όλες τις εγγυήσεις που προβλέπονται. Δεύτερον, το λεγόμενο «offshore processing» είναι ανέφικτο για την Ελλάδα χωρίς πλήρεις διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή υποδοχής με τρίτες χώρες. Χώρες όπως η Λιβύη, η Αλγερία ή η Τυνησία δεν δέχονται μαζικές επιστροφές ή μόνιμη φιλοξενία κέντρων υποδοχής υπό ευρωπαϊκή εποπτεία. Χωρίς τέτοια υποδομή, ολόκληρο το σχέδιο χάνει το πρακτικό του σκέλος.

 Τέλος, η ΕΕ απαγορεύει πρακτικές που συνιστούν μαζικά «pushbacks» χωρίς ατομική εξέταση αιτήματος. Όποια χώρα παραβιάζει συστηματικά την υποχρέωση πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου κινδυνεύει με παραπομπές, κυρώσεις και σημαντική πολιτική πίεση εκ των έσω. 

Η Ελλάδα, που είναι δεσμευμένη σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα και μηχανισμούς φύλαξης συνόρων, δεν μπορεί να διακινδυνεύσει κάτι τέτοιο χωρίς σοβαρές επιπτώσεις. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: το «μοντέλο Αυστραλίας» είναι πράγματι αποτελεσματικό στον περιορισμό των παράτυπων αφίξεων λόγω της αυστηρής ναυτικής αποτροπής και της γεωγραφικής απομόνωσης. 

Όμως βασίζεται σε θεσμικά και γεωπολιτικά χαρακτηριστικά που δεν υφίστανται στην περίπτωση της Ελλάδας. Χωρίς ριζική αλλαγή των ευρωπαϊκών κανονισμών για το άσυλο, χωρίς συμφωνίες επανεισδοχής και χωρίς μια ευρύτερη στρατηγική κοινής ευρωπαϊκής θαλάσσιας αποτροπής, η τυφλή αντιγραφή του μοντέλου είναι απλώς ανέφικτη και όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο μάλλον ζεί σε άλλη χώρα.

 Η Ελλάδα μπορεί μόνο να αξιοποιήσει επιμέρους στοιχεία: καλύτερη επιτήρηση συνόρων, γρηγορότερη εξέταση αιτημάτων, ουσιαστικές επιστροφές και πίεση σε χώρες διέλευσης. Χωρίς αυτά τα βήματα, καμία ρητορική περί «αυστηρής αποτροπής» δεν θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα.

 Η χώρα μας πρέπει να απαιτήσει να αλλάξει αυτό το πλαίσιο εξέτασης ασύλου που υπάρχει τώρα σε επίπεδο ΕΕ για να μπορέσει να εφαρμόσει την εθνική της πολιτική χωρίς ποινές. Εδώ ξανά, φυσικά, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η θεώρηση των κανόνων από υπερκρατικούς θεσμούς μπορεί να υπερβεί ή να παρακάμψει τους εθνικούς κανόνες και τα ζωτικά συμφέροντα ενός κράτους που αντιμετωπίζει ασύμμετρη πίεση στα σύνορά του. Αλλά αυτό είναι μια απάντηση που μπορεί να δώσει μόνο η πολιτική και δικαστική ηγεσία της χώρας. Συμπέρασμα… Η συνολική εικόνα δείχνει ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλά και σύνθετα προβλήματα, τα οποία συνδέονται τόσο με τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μεταναστευτικής κρίσης από τη Λιβύη, όσο και με την αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων μέσω του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου.

 Η διαχείριση της κατάστασης μέχρι σήμερα έχει κενά, καθώς η πολιτική κατευνασμού, οι ανεπαρκείς έλεγχοι, οι δυσλειτουργίες στο άσυλο και η απουσία ουσιαστικής αποτροπής επιτρέπουν στη Λιβύη και σε τρίτους παράγοντες να πιέζουν την Ελλάδα χωρίς σοβαρό κόστος. 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εξωτερικό, αλλά και θεσμικό και δομικό, αφού η χώρα δεσμεύεται από ευρωπαϊκούς κανόνες που περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια άμεσης δράσης, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι μοντέλα όπως το αυστραλιανό είναι ανεφάρμοστα χωρίς συνολική ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση. Συνοπτικά, η ασύμμετρη πίεση, η διπλωματική αδυναμία, οι νομικοί περιορισμοί και η έλλειψη αποφασιστικής στρατηγικής δημιουργούν ένα περιβάλλον πολλαπλών προβλημάτων, τα οποία απαιτούν ρεαλιστικές, σκληρές αλλά και νομικά τεκμηριωμένες λύσεις.


 https://nemesishd.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου