Μάντρα ψηλή. Ξύλινη πόρτα. Δίφυλλη. Κόκκινη μπογιά. Ξεφλουδισμένη. Λουκέτο με αλυσίδα. Σκουριασμένη. Στο χέρι της Σαββούλας το κλειδί. Μακρύλαιμο. Παλιακό. Ανοίγει.
Αν υπήρχε Παράδεισος, λέω, αν υπήρχε ένας στα μέτρα μου, ήταν αυτός πίσω από την ψηλή μάντρα, πίσω από την κλειδωμένη, δίφυλλη, ξύλινη πόρτα. «Έλα, πάμε να σου δείξω κάτι» μου είπε η Σαββούλα. Έκλεισα το βιβλίο μου. Έσβησα το τσιγάρο. Την ακολούθησα, απρόθυμα, ανόρεχτα –το παραδέχομαι- κι εκείνη για να ανταμείψει την απροθυμία μου και την ανορεξιά μου μ’ έβαλε στον Παράδεισο.
Η αυλίτσα της κυρα-Λένης. Μια σταλιά. Με το που μπαίνεις επίθεση χρωμάτων κι αρωμάτων να μην ξέρεις από πού να κρατηθείς. Μάτια, ρουθούνια, αυτιά και κάθε πόρος του κορμιού απροετοίμαστα και εκτεθειμένα. Αμ δεν πέθανε η κυρα-Λένη, όπως με πληροφόρησε η Σαββούλα, εγώ, εγώ πέθανα και για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο (ίσως για κάποιο χλωρό κρεμμυδάκι, ποιος ξέρει;) με φέρανε εδώ και το κορμί δεν την αντέχει τόση ομορφιά. Ξαναπεθαίνω. Εδώ σε τούτο τον μικρό κηπάκο που ακούω τις ορτανσίες και τους μπαμπάδες και τις τριανταφυλλιές να συνομιλούν με τα κληματόφυλλα και τ’ άγουρα, ακόμα καταπράσινα, σταφύλια πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι μου. Σχεδόν μ’ αγγίζουν. Φορώ ζακέτα και ο αέρας φέρνει κι άλλα αρώματα και ήχους από έλατα και πεύκα και καστανιές και λεπτοκαρυές. Ακούω τα τζιτζίκια που θέλουν να καλύψουν ήχους και μουσικές και δεν μπορούν, γιατί ακούω καθαρά τα πάντα. Ακούω τα μωρά του αγριογούρουνου που ροκανίζουνε, δυο ρούγες παραπάνω, το καλαμπόκι που τους έριξε ο Ράκης για να μην κάνουνε ζημιές. Ακούω τον σκαντζόχοιρο που μόλις αποτέλειωσε ένα φίδι. Ακούω το νερό στ’ αυλάκι και το τσιτσίρισμα στο καντηλάκι των Αγίων Αναργύρων. Μια παιδική φωνή από παλιά «Μάνα, θέλω νερό». Ακούω τα σταφύλια να φουσκώνουν, να ωριμάζουν και να χρωματίζονται. Ακούω κιόλας το κρασί να ρέει στο ποτήρι μου. Από τα τριαντάφυλλα πιο κόκκινο. Απ’ τα βατόμουρα πιο γλυκό. Από το ολόλευκο το φουντουκάκι, που τσάκισε πριν λίγο η Σαββούλα και μου πρόσφερε, πιο τρυφερό. Πιο δροσερό απ’ το νερό που τρέχει από το λάστιχο για να ποτίσουμε τον κήπο της κυρα-Λένης.
Μην έρθουν τα παιδιά απ’ την Αθήνα και δούνε ξεραμένο τον Παράδεισο και πούνε πάει, πέθανε η μάνα.
“Δεν πεθαίνουν όσοι ξέρουν να φτιάχνουν έναν Παράδεισο”
Της Γιώτας Αναγνώστου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου