Σε μια Χώρα σαν κι αυτή, ήρθαν άσχημοι καιροί…
κυβερνήτες- τύραννοι μ’ ανθρωπιάς στολή
κι αργυρώνητη ψυχή κρύβουν μες στα στήθια.
Μάτωσε η άνοιξη και έμεινε γυμνή,
τώρα πια οι φρόνιμοι ζουν σ’ ένα κελί
-σκούριασε το δίκιο τους, μα και η αλήθεια.
Στου μυαλού τη φυλακή και στης φτώχειας την ειρκτή
δέσμιοι και άβουλοι, ζωντανοί-νεκροί,
άλλων εποχών μορφές απ’ τα παραμύθια.
Του αφέντη δουλευτές, μπαίνουν στη γραμμή…
το δικό τους μέρισμα, το ξερό ψωμί
-άλλη μοίρα πιο καλή δε θωρούν γραμμένη…
Του φιλούν το χέρι με υποταγή
και τ’ όνειρο της άνοιξης πνίγει η ντροπή…
-του δυνάστη τους τη γη έχουνε σπαρμένη.
Να ’χει μια καλή σοδειά κάνουν προσευχή,
να πάρουν για ρεγάλο ρύζι και ρακή
-μόνη τους ελπίδα μες στο νου κρυμμένη!
Είν’ ο φόβος τους συνήθεια-μπαίνουν στη γραμμή,
στης εκκλησιάς το τάμα ανάβουνε κερί
κι απορούν που η άνοιξη τα άνθη της μαραίνει!
Κι όλο μπαίνουν στη γραμμή… κι όλο κάνουν προσευχή…
κι η άνοιξη τους προσπερνά -όμορφη και θλιμμένη.
Η άνοιξη τους προσπερνά, δεν τους περιμένει…
….
Τώρα πια οι φρόνιμοι ζουν σ’ ένα κελί
και ρωτούν γιατί η άνοιξη αργεί…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου