Μία μελέτη, γιὰ ὅσους ἐνδιαφέρονται καὶ κυρίως μὲ πολλὲς πηγὲς γιὰ τὸ θέμα στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα…
(Γιατὶ οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν ὅτι καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸ ἀπεδέχοντο καὶ τὸ θεωροῦσαν κάτι φυσιολογικό…
Καὶ μόνον ἡ σκοταδιστικὴ ἐκκλησία τὸ ἔλεγε ἀνωμαλία…)
Παπανικολάου Σωτήρης
Οἱ λέξεις «ὁμοφυλόφιλος» καὶ «ἑτερόφιλος» χρησιμοποιήθηκαν γιὰ πρώτη φορά, ἀπὸ τὸν Αὐστριακὸ–Οὖγγρο δημοσιογράφο Karoly Maria Kertbeny (γεννημένος ὥς Karl Maria Benkert), τὸ 1868 μὲ τὴν σύνθεση Ἑλληνικῶν λέξεων (ὅμοιος + φῦλο + φίλος) καὶ ἀπὸ τότε καθιερώθηκαν.«ὁμοφυλοφιλία (ἡ) νεώτ. γενετήσιος διαστροφή, καθ᾽ ἥν ἐπιδιώκει τις ἱκανοποίησιν τοῦ ἐρωτικοῦ αὐτοῦ ἐνστίκτου ἐπὶ προσώπου τοῦ αὐτοῦ
φύλου, ἐρωτικὴ σχέσις πρὸς ἄτομον τοῦ αὐτοῦ φύλου. πρβλ. ἀρσενοκοιτία, λεσβιασμός».
(Δ. Δημητρᾶκος: « Λεξικὸν Ἑλληνικῆς Γλώσσης» Τόμος 10ος Σελ. 5144).Ὁ παθητικὸς ὁμοφυλόφιλος (ἄνδρας ποὺ προσποιεῖται τὴν γυναῖκα), στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ἐκαλεῖτο καταπύγων (ἐκ τοῦ κατὰ + πυγή, ποὺ σημαίνει πρωκτός) ἢ κατάπρωκτος, ἐνῷ ὁ ἐνεργητικὸς ὁμοφυλόφιλος (ἄνδρας ποὺ συνευρίσκεται μὲ ἄνδρα), ἐκαλεῖτο ἀρσενοκοίτης.
Ἡ λέξις ἐπίσης σημαίνει: «τὸν ἀκόλαστον ἄνθρωπον».
( J. Hofman: «Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς» Ἑλληνικὴ ἔκδοσις Ἀθῆνα 1974, Σελ. 166).Ὁ ὅρος στὰ λατινικὰ ἦταν «cinaedus». Ἐνεργητικὸς ὁμοφυλόφιλος στοὺς Ἀρχαίους, ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ ἔπραττε καὶ παθητικὸς ἐκεῖνος ποὺ ἔπασχε: «ἐκεῖνος μὲν πράττειν, οὗτος δὲ πάσχειν»
(Αἰσχίνης: «κατὰ Τιμάρχου» 41).
Συνηθέστερος ὅμως χαρακτηρισμὸς τῶν παθητικῶν ὁμοφυλοφίλων ἦταν ὁ κίναιδος. (Βοιωτικὴ διάλεκτος «κίνηδος»), ἐκ τοῦ κινῶ+αἰδώ.
(Χ. Μπαλτᾶς: «Λεξικὸν Ἀρχαῖας Ἑλληνικῆς γλώσσης» Ἔκδοσις Παπαδῆμα, Σελ. 324).Κίναιδος ὀνομάζεται ὁ ἐρχόμενος εἰς παρὰ φύσιν σαρκικὴν ἕνωσιν, μὲ παθητικὸνῥόλον.
(Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «ΗΛΙΟΣ» Τόμος 10ος, Σελ. 746, Ἐγκ. »Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια» Τόμος 14ος Σελ. 417).Ἡ κιναιδία καὶ κιναιδεία ἐκ τοῦ κιναιδεύομαι, ποὺ σημαίνει «πάσχω τὰ τοῦ κιναίδου» , ἐσήμαινε δὲ κατὰ συνεκδοχὴ τὴν «διαφθορὰν τῶν ἠθῶν».
(Δ. Δημητρᾶκος: « Λεξικὸν Ἑλληνικῆς Γλώσσης» Τόμος 8ος, σελ. 3905).Ἐπίσης ἔχουμε τὸ ῥῆμα «κιναιδολογῶ» γιὰ ὅσουν μιλοῦσαν ἢ ἔγραφαν «περὶ αἰσχρῶν πραγμάτων» καὶ τὴν «ἀναισχυντίαν»
(«Λεξικὸν Σουΐδα». Τόμος 4ος Σελ. 601).Ὁμοφυλοφιλία: Ἐρωτικὴ σχέσις, σαρκικὴ συνάφεια μεταξὺ ὁμοφύλων.Ἐν τῇ ψυχοπαθολογίᾳ: Ἡ γενετήσιος διαστροφὴ καθ ἥν ἀνὴρ ἐλκύεται ἀπὸ ἄνδρα καὶ γυνὴ ἀπὸ γυναῖκα.
(Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «ΗΛΙΟΣ, Τόμος 14ος, Σελ. 895).Οἱ κίναιδοι ἀρνοῦνται ὅτι εἶναι διεστραμμένοι καὶ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ψυχοσωματική τους ἀνωμαλία δὲν εἶναι διαστροφὴ ἀλλὰ ἐκδήλωσις τῆς σεξουαλικῆς τους ἐλευθερίας, ποὺ κάθε ἄνθρωπος δικαιοῦται νὰ ἔχῃ. Τὸ περιεχόμενόν της τὸ ὁρίζει ἡ ψυχοπαθολογία, κατὰ τὴν ὁποία διαστροφὴ καλεῖται ἡ «παρέκκλισις ψυχικῶν λειτουργιῶν ἢ ὁρμεμφύτων ἀπὸ τῆς φυσιολογικῆς λειτουργίας τους, «γενετήσιος διαστροφή».
(Ἐγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «ΗΛΙΟΣ, Τόμος 5ος, Σελ. 91).Ὀ χαρακτηρισμὸς «κίναιδος» περιεῖχε βαρυτάτη προσβολὴ καὶ μείωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Σωκράτης μάλιστα ἐπίστευε, ὅτι ὁ βίος τῶν κιναίδων εἶναι φρικτὸς αἰσχρὸς καὶ ἄθλιος.[494 Ε] Σωκράτης πότερον εἰ τὴν κεφαλὴν μόνον κνησιῷ—ἢ ἔτι τί σε ἐρωτῶ; ὅρα, ὦ Καλλίκλεις, τί ἀποκρινῇ, ἐὰν τίς σε τὰ ἐχόμενα τούτοις ἐφεξῆς ἅπαντα ἐρωτᾷ. καὶ τούτων τοιούτων ὄντων κεφάλαιον, ὁ τῶν κιναίδων βίος, οὗτος οὐ δεινὸς καὶ αἰσχρὸς καὶ ἄθλιος; ἢ τούτους τολμήσεις λέγειν εὐδαίμονας εἶναι, ἐὰν ἀφθόνως ἔχωσιν ὧν δέονται;
(Πλάτων: «Γοργίας» 494 Ε).καὶ συνέχισε λέγων στὸν Καλλικλῆ, ὁτι δὲν εἶναι εὐδαίμων ὁ δεχόμενος, ὁποιανδήποτε ἡδονὴν καὶ δὲν διακρίνει στὶς ἡδονές, ποῖες ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀγαθαὶ καὶ ποῖες κακαί. [495α] εὐδαίμονας εἶναι, καὶ μὴ διορίζηται τῶν ἡδονῶν ὁποῖαι ἀγαθαί καὶ κακαί; ἀλλ᾽ ἔτι καὶ νῦν λέγε πότερον φῂς εἶναι τὸ αὐτὸ ἡδὺ καὶ ἀγαθόν, ἢ εἶναί τι τῶν ἡδέων ὃ οὐκ ἔστιν ἀγαθόν;
(Πλάτων: «Γοργίας» 495 Α).Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα οἱ κίναιδοι κατηγοροῦντο ὅτι διέπραξαν ἁμάρτημα εἰς βάρος τοῦ σώματόός των: «τὰ σώματα ἡμαρτικότας» (Αἰσχίνης: «Κατὰ τιμάρχου» 195), τὸ ὁποῖο ἀπέλαυσαν οἱ ἀκόλαστοι. Τὸ ἀμάρτημά τους ἔγκειται στὸ ὅτι παρέδωσαν τὸ ἀνδρικό τους σῶμα (ἄρρενα τῷ σῶμᾳ), εἰς γυναικεῖα ἁμαρτήματα (γυναικεῖα ἁμαρτήματα ἡμαρτηκότα), μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι οἱ γυναῖκες ἁμαρτάνουν συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς φύσεως («κατὰ φύσιν ἁμαρτάνουσιν»), ἐνῷ οἱ κίναιδοι ἐξευτελίζουν τὸ σῶμα των, παρὰ τοὺς νόμους τῆς φύσεως («παρὰ φύσιν ἑαυτὸν ὑβρίσαντι»). Ὁ κιναιδισμὸς ἐγένετο δεκτόν, ὅτι ἀνῆκε εἰς πράξεις ποὺ ἐχαρακτηρίζοντο «φύσει μὴ καλῶν».Δέομαι δ᾽ ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, συγγνώμην ἔχειν, ἐὰν ἀναγκαζόμενος λέγειν περὶ ἐπιτηδευμάτων φύσει μὲν μὴ καλῶν, τούτῳ δὲ πεπραγμένων, ἐξαχθῶ τι ῥῆμα εἰπεῖν, ὅ ἐστιν ὅμοιον τοῖς ἔργοις Τιμάρχου. οὐδὲ γὰρ ἂν δικαίως ἐμοὶ ἐπιτιμήσαιτε, εἴ τι σαφῶς εἴποιμι διδάσκειν ὑμᾶς βουλόμενος, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον τούτῳ, εἰ αἰσχρῶς οὕτω τυγχάνει βεβιωκώς, ὥστε τὸν τὰ τούτῳ πεπραγμένα διεξιόντα ἀδύνατον εἶναι εἰπεῖν ὡς αὐτὸς βούλεται, ἐὰν μή τι καὶ τῶν τοιούτων φθέγξηται ῥημάτων. εὐλαβήσομαι δ᾽ αὐτὸ ποιεῖν ὡς ἂν δύνωμαι μάλιστα.
(Αἰσχίνης, Κατὰ Τιμάρχου Παρ. 37-38)Δηλαδὴ ἡ γενετήσιος σχέσις μεταξὺ ἀνδρῶν ἢ μεταξὺ γυναικῶν, δηλαδὴ μεταξὺ ὁμοφύλων ἀποτελεῖ περάκκλισιν ἐκ τῆς φυσιολογικῆς λειτουργίας τῶν γεννητικῶν ὀργάνων.Ἡ γενετήσια διαστροφὴ διατυπώνεται μὲ νέα ὀνόματα, ἔτσι τὴν ὀνομάζουν «ἰδιαιτερότητα», «διαταραχὴ σεξουαλικῆς ταυτότητος», «σεξουαλικὴ ἐπιλογή». Ἐὰν ἀλλάξουν οἱ λέξεις γιὰ λεκτικὴ ὡραιοποίηση μιᾶς διαστροφῆς, ἀλλάζει τὸ ὄνομα ἀλλὰ ὄχι ἡ οὐσία. Τὰ σκατὰ ἂν τὰ πῇς κόπρανα ἢ περιττώματα παραμένουν σκατὰ κι ὅταν λὲς περιττώματα ὁ κόσμος ἐννοεῖ σκατά. Ἔτσι ὅταν λὲς ὁμοφυλόφιλος τὸ μυαλὸ ὅλων ἐννοεῖ τὸν πούστη, διότι αὐτὴ ἡ λέξις αὐτὸ ἐκφράζει. Εἶναι μάλιστα καθιερωμένη καὶ ἀναφέρεται καὶ στὸ «Ἀντιλεξικόν» τοῦ Θ. Βοσταντζόγλου (β᾽ Ἔκδοσις Ἀθῆναι 1962, Σελ. 282)Ἡ ὁμοφυλοφιλία στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ἐθεωρεῖτο ἄτιμος πρᾶξις καὶ ὅποιος ἦταν ὁμοφυλόφιλος, δὲν εἶχε δικαίωμα ψήφου. Τοὺς ἀποκαλοῦσαν κιναίδους, τώρα τὸ ἀλλάζουν, λένε ὁμοφυλόφιλοι, τελευταίως ἄρχισαν καὶ τὸ ἄλλο: «ὁμοφοβικός».
Τί θά πῇ ὁμοφοβικός; Εἴμαστε δηλαδή ὅλοι ὁμοφοβικοί; Καί τί θά πῇ ὁμοερωτικός; Νεολογισμοὶ μποῦρδες γιὰ νὰ μὴν πῷ κάτι χειρότερο.Ὁ κόσμος λέει: «Μοῦ φέρθηκε πούστικα», γνωρίζει ὁ κόσμος, ὅτι: «αὐτὸς εἶναι πούστης» καὶ «ὁ πούστης» εἶναι Ἀρχαῖο Ἑλληνικό. Ἐπειδὴ τοὺς κυνηγοῦσε ἡ ἀστυνομία ἐρωτοῦσαν: «Ποῦ στῇ;»
Ποῦ: Τοπικὸ ἐπίῤῥημα
στῇ: Λῆμμα: ἵστημι.
Μέρος τοῦ λόγου: ῥῆμα
Ἔγκλισις: Ὑποτακτικὴ
Φωνή: Μέση
Χρόνος: Ἀόριστος β.
(Δηλαδή, ποῦ πάει καὶ στέκεται;)Οἱ νόμοι ἐναντίον τῶν ὁμοφυλοφίλων ὑπάρχουν στὸν Δημοσθένη καὶ στὸν Αἰσχίνη κατὰ Μηδείου, κατὰ Δροτῆρος, κατὰ Τιμάρχου ὁ ὁποῖος ἦταν ὁμοφυλόφιλος καὶ εἶχε καταθέση σὲ δικαστήριο καὶ ὥς ὁμοφυλόφιλος δὲν εἶχε δικαίωμα ψήφου.
Αὑτὰ τὰ κρύβουν καὶ λένε: Στὴν ἀρχαῖα Ἑλλάδα ὑπῆρχαν ὁμοφυλόφιλοι. Βεβαίως καὶ ὑπῆρχαν ὁμοφυλόφιλοι καὶ δολοφόνοι ὑπῆρχαν καὶ κλέφτες ὑπῆρχαν, κοινωνία ἦταν, ἀλλὰ ἡ ἔννομος τάξις καὶ ἡ κοινωνία δὲν τοὺς ἀπεδέχετο.
Τώρα προσπαθοῦν νὰ μποῦν στὴν ἔννομο τάξη μὲ τὸν γάμο, μὲ τὸ σύμφωνο συμβιώσεως.
.eglimatikotita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου