Συνέντευξη στον Αλέξη Γαγλιά – huffingtonpost.gr
Μια γυναίκα σταματά για να τον χαιρετήσει- του μιλάει (και αυτός σε εκείνη) με τον μοναδικό και ελευθέριο τρόπο των φίλων από τα παλιά αλλά και πραγματικών συντρόφων μέχρι σήμερα. «Γράψε ότι όσο ζούμε θα θυμόμαστε τα λόγια του εκείνες τις ημέρες», λέει η γυναίκα φεύγοντας. Και όπως αυτή ξεμακραίνει, ο Δημήτρης Παπαχρήστος, με την ίδια νευρώδη φωνή που ακούγονταν το Νοέμβρη του ’73 από την Πατησίων σε όλη την Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο τελικά, μου λέει ότι αυτή η κυρία με τα άσπρα μαλλιά εκείνες τις ίδιες μέρες ήτανε έγκλειστη στις φυλακές Αβέρωφ.
Η «Γενιά του Πολυτεχνείου», ειδικά μετά την ελληνική οικονομική κατάρρευση, φορτώθηκε στη συνείδηση πολλών όλο το νεοελληνικό άλγος. Συγκερασμός κατάφωρα άδικος- απάνθρωπος και αντιεπιστημονικός μαζί. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που την απάρτισαν στις επάλξεις, κυκλοφορεί ανάμεσά μας, «ανώνυμοι» όσο κι εμείς.
Ο Παπαχρήστος, όπως έζησε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν εξαργύρωσε κομματικά τη δράση του κατά της Χούντας από την «πρώτη γραμμή», παρά τις προτάσεις που δέχτηκε. Παρέμεινε ενεργός πολιτικά- εξεγερμένος ενάντια στις διαχρονικές αδικίες του συστήματος εξουσίας, από τα μετερίζια των κοινωνικών αγώνων και της συνεχούς συγγραφικής δραστηριότητας.
Η συζήτηση που ακολουθεί, το απόσταγμά της που χωράει στη δημοσίευση έστω, έγινε στα Εξάρχεια, δυο μέρες πριν τη 17η Νοεμβρίου του 2015, 42 χρόνια μετά τα πραγματικά γεγονότα. Σε μια άλλη Ελλάδα, υγιούς (από το ’74) δημοκρατίας και (πρώτη φορά) αριστερής διακυβέρνησης. Με φίλους να διακόπτουν συνεχώς, μεταξύ σοβαρού και αστείου…

Η ζωή επί Χούντας;
Εσχάτως έχει αναδυθεί από τμήμα της κοινωνίας μια δυσώδης «νοσταλγία». Παράμετροι όπως η άγρια καταστολή, η φίμωση και οι πολιτικές διώξεις επιτήδεια διαφεύγουν της προσοχής τους…
Χωρίς το φόβο δε γίνεται τίποτα, αυτός στρώνει το δρόμο στο φασισμό. Ότι και να ‘κανες, αισθανόσουν ύποπτος, ακόμα και χωρίς να εναντιώνεσαι στο καθεστώς. Για τους νέους ήταν και θέμα συμπεριφοράς και εμφάνισης- μαλλιά, γένια, τζάκετ, άρβυλα «χτύπαγαν» κατευθείαν, σε καθιστούσαν «ύποπτο». Η κοινωνία είχε τρομοκρατηθεί- και από τα μέσα ενημέρωσης που ήταν λογοκριμένα, το κλίμα ήταν άρρωστο.
Ο λαός αντέδρασε;
Τα πρώτα δυο χρόνια υπήρξαν οργανώσεις αντιστασιακές, βάζανε βόμβες, στήνονταν στρατοδικεία… Στην επαρχία, «σα να μη συμβαίνει τίποτα», μόνο άμα πιάνανε κανά αριστερό και τον πηγαίνανε εξορία σαν κομμουνιστή… Εγώ στην επαρχία, μαθητής της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου θυμάμαι να χαιρόμαστε όταν μας έδιωξαν από το σχολείο και γλιτώσαμε το μάθημα τη μέρα που επιβλήθηκε η δικτατορία, στην αρχή δεν είχαμε και συναίσθηση.
Πότε καταλάβατε;
Όταν ένιωσα τη μαυρίλα που επικρατούσε στις σχολές των πανεπιστημίων, όταν συνειδητοποίησα ότι ανάμεσά μας υπάρχουν χαφιέδες από το «Σπουδαστικό» της Ασφάλειας. Ακόμα και μεταξύ μας όταν γνωριζόμασταν υπήρχε καχυποψία- προσπαθούσες να διακρίνεις κάποια σημάδια προοδευτικότητας στον «άλλο» προτού ανοιχτείς. Διαβάζαμε απαγορευμένα βιβλία, τραγουδούσαμε κρυφά τα απαγορευμένα τραγούδια, πηγαίναμε σινεμά στο «Στούντιο» και την «Αλκυονίδα» κι εκεί γινόταν η «αναγνώριση», από την εμφάνιση και τον τρόπο που κοίταζες. Τον αγαπημένο φίλο μου τον Μάκη τον Μπαλαούρα, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, τον προσέγγισα τότε γιατί κρατούσε το «ΒΗΜΑ». Στον κήπο του Μουσείου, με το Πολυτεχνείο και την ΑΣΟΕΕ δίπλα, περνούσε κόσμος και μας κοιτούσε, τους φοιτητές που βρισκόμασταν εκεί- εγώ δούλευα και βοηθός γκαρσόν στην καφετέρια- και έλεγε «τα τσογλάνια που αράζουν και τρώνε τα λεφτά των γονιών τους»… Και όμως, εκεί κυοφορήθηκαν παρέες που εξεγέρθηκαν και φιλίες που καθόρισαν τη ζωή μας
anemosantistasis
Μια γυναίκα σταματά για να τον χαιρετήσει- του μιλάει (και αυτός σε εκείνη) με τον μοναδικό και ελευθέριο τρόπο των φίλων από τα παλιά αλλά και πραγματικών συντρόφων μέχρι σήμερα. «Γράψε ότι όσο ζούμε θα θυμόμαστε τα λόγια του εκείνες τις ημέρες», λέει η γυναίκα φεύγοντας. Και όπως αυτή ξεμακραίνει, ο Δημήτρης Παπαχρήστος, με την ίδια νευρώδη φωνή που ακούγονταν το Νοέμβρη του ’73 από την Πατησίων σε όλη την Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο τελικά, μου λέει ότι αυτή η κυρία με τα άσπρα μαλλιά εκείνες τις ίδιες μέρες ήτανε έγκλειστη στις φυλακές Αβέρωφ.
Η «Γενιά του Πολυτεχνείου», ειδικά μετά την ελληνική οικονομική κατάρρευση, φορτώθηκε στη συνείδηση πολλών όλο το νεοελληνικό άλγος. Συγκερασμός κατάφωρα άδικος- απάνθρωπος και αντιεπιστημονικός μαζί. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που την απάρτισαν στις επάλξεις, κυκλοφορεί ανάμεσά μας, «ανώνυμοι» όσο κι εμείς.
Ο Παπαχρήστος, όπως έζησε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν εξαργύρωσε κομματικά τη δράση του κατά της Χούντας από την «πρώτη γραμμή», παρά τις προτάσεις που δέχτηκε. Παρέμεινε ενεργός πολιτικά- εξεγερμένος ενάντια στις διαχρονικές αδικίες του συστήματος εξουσίας, από τα μετερίζια των κοινωνικών αγώνων και της συνεχούς συγγραφικής δραστηριότητας.
Η συζήτηση που ακολουθεί, το απόσταγμά της που χωράει στη δημοσίευση έστω, έγινε στα Εξάρχεια, δυο μέρες πριν τη 17η Νοεμβρίου του 2015, 42 χρόνια μετά τα πραγματικά γεγονότα. Σε μια άλλη Ελλάδα, υγιούς (από το ’74) δημοκρατίας και (πρώτη φορά) αριστερής διακυβέρνησης. Με φίλους να διακόπτουν συνεχώς, μεταξύ σοβαρού και αστείου…
Η ζωή επί Χούντας;
Εσχάτως έχει αναδυθεί από τμήμα της κοινωνίας μια δυσώδης «νοσταλγία». Παράμετροι όπως η άγρια καταστολή, η φίμωση και οι πολιτικές διώξεις επιτήδεια διαφεύγουν της προσοχής τους…
Χωρίς το φόβο δε γίνεται τίποτα, αυτός στρώνει το δρόμο στο φασισμό. Ότι και να ‘κανες, αισθανόσουν ύποπτος, ακόμα και χωρίς να εναντιώνεσαι στο καθεστώς. Για τους νέους ήταν και θέμα συμπεριφοράς και εμφάνισης- μαλλιά, γένια, τζάκετ, άρβυλα «χτύπαγαν» κατευθείαν, σε καθιστούσαν «ύποπτο». Η κοινωνία είχε τρομοκρατηθεί- και από τα μέσα ενημέρωσης που ήταν λογοκριμένα, το κλίμα ήταν άρρωστο.
Ο λαός αντέδρασε;
Τα πρώτα δυο χρόνια υπήρξαν οργανώσεις αντιστασιακές, βάζανε βόμβες, στήνονταν στρατοδικεία… Στην επαρχία, «σα να μη συμβαίνει τίποτα», μόνο άμα πιάνανε κανά αριστερό και τον πηγαίνανε εξορία σαν κομμουνιστή… Εγώ στην επαρχία, μαθητής της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου θυμάμαι να χαιρόμαστε όταν μας έδιωξαν από το σχολείο και γλιτώσαμε το μάθημα τη μέρα που επιβλήθηκε η δικτατορία, στην αρχή δεν είχαμε και συναίσθηση.
Πότε καταλάβατε;
Όταν ένιωσα τη μαυρίλα που επικρατούσε στις σχολές των πανεπιστημίων, όταν συνειδητοποίησα ότι ανάμεσά μας υπάρχουν χαφιέδες από το «Σπουδαστικό» της Ασφάλειας. Ακόμα και μεταξύ μας όταν γνωριζόμασταν υπήρχε καχυποψία- προσπαθούσες να διακρίνεις κάποια σημάδια προοδευτικότητας στον «άλλο» προτού ανοιχτείς. Διαβάζαμε απαγορευμένα βιβλία, τραγουδούσαμε κρυφά τα απαγορευμένα τραγούδια, πηγαίναμε σινεμά στο «Στούντιο» και την «Αλκυονίδα» κι εκεί γινόταν η «αναγνώριση», από την εμφάνιση και τον τρόπο που κοίταζες. Τον αγαπημένο φίλο μου τον Μάκη τον Μπαλαούρα, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, τον προσέγγισα τότε γιατί κρατούσε το «ΒΗΜΑ». Στον κήπο του Μουσείου, με το Πολυτεχνείο και την ΑΣΟΕΕ δίπλα, περνούσε κόσμος και μας κοιτούσε, τους φοιτητές που βρισκόμασταν εκεί- εγώ δούλευα και βοηθός γκαρσόν στην καφετέρια- και έλεγε «τα τσογλάνια που αράζουν και τρώνε τα λεφτά των γονιών τους»… Και όμως, εκεί κυοφορήθηκαν παρέες που εξεγέρθηκαν και φιλίες που καθόρισαν τη ζωή μας
anemosantistasis

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου