Ένα ανοιξιάτικο βράδυ, καθώς έφερνα βόλτα το κέντρο της Θεσσαλονίκης με τις Νεραντζιές που σκορπούσαν μυρωδιές γενναιόδωρα σκεφτόμουν τα περί έρωτος. Ξέρετε τώρα, την προσπάθεια, που κάνουμε όλοι για να βάλουμε κάποιον δορυφόρο στη μοναξιά μας.
Να βρούμε μια ακόμα μισοφαγωμένη ψυχή να μαγειρεύουμε μαζί και να πίνουμε κρασιά, να βλέπουμε ταινίες αγκαλιά, να βγαίνουμε βόλτες, να συζητάμε ώρες ατελείωτες και να προσπαθούμε να ξεγελάμε την αμηχανία που προκαλούν οι άγνωστοι κόσμοι μας με λεκτικά αερόμπικ και εντυπωσιακές ατάκες. Τα βράδια να χορεύουν τα σώματα μέσα στα σεντόνια, να ανταλλάζουν μυρωδιές και αιώνια φιλιά που το πρωί πεθαίνουν.
Κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι πόση δύναμη θέλει να χτίσεις κάτι που ξέρεις ότι θα πεθάνει και πως εσύ θα είσαι εκεί να το βλέπεις να ξεψυχάει. Πόση δύναμη θέλει να συνηθίσεις ένα νεκρό κινητό που αρχικά όταν χτυπούσε συνέχεια σε εκνεύριζε; Αλήθεια πόση δύναμη κουβαλά ένας άνθρωπος που καταφέρνει να γίνει ξανά ένα ολοκληρωμένο μισό; Πόση δύναμη θέλει να γελάς ενώ ένα κρίμα σε βαραίνει; Πόση δύναμη θέλει να πεις φτάνει δεν θέλω άλλο γιατί έχεις φθαρεί τόσο που όσα σου έμειναν να δώσεις τα τσιγκουνεύεσαι πλέον;
Στο μεταξύ και ενώ οι σκέψεις τρέχουν έρχεται εκείνη η εποχή που οι προτεραιότητες αλλάζουν και πρέπει πλέον να δουλεύεις για να εξασφαλίσεις την επιβίωση και το ευ ζην, με τον έρωτα να γίνεται μία παρένθεση, αφημένος στις μοίρες.
Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Άλλωστε «το τυχαίο κάνει τον έρωτα και όχι το αναγκαίο» είναι προτιμότερο να ζεις τον έρωτα σαν μια παραπάνω ευλογία σε μία ευτυχισμένη ύπαρξη παρά σαν αποκούμπι σε μία απελπισμένη μοναξιά.
storybox
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου