Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019

Ο εμφύλιος της Λιβύης και η απειλούμενη αρχαία κληρονομιά της Κυρηναϊκής (Κυρήνη, η μεταφορά των Δελφών στην Αφρική)

Κυρήνη, η ελληνική αποικία της Λιβύης
Την Κυρήνη ίδρυσαν Δωριείς άποικοι από τη Θήρα το 631 π.Χ. Τον χώρο της Αγοράς περιβάλλουν επιβλητικά ερείπια στοών και βωμοί θεών. Στα ΝΑ της βρίσκονται δημόσια κτίρια, επιβλητικές οικίες με μεγάλες περίστυλες αυλές, με ψηφιδωτά και μαρμαροθετήματα. Στα ΒΔ της Αγοράς, η Ιερά οδός οδηγεί στην Ιερή Πηγή και το Τέμενος του Απόλλωνα, αφού περάσει από το Νυμφαίο. Ο ναός του Απόλλωνα γειτονεύει με άλλους ναούς. Μπροστά του, αρχαία κρήνη εικονίζει τη νύμφη Κυρήνη να πνίγει λιοντάρι ενώ η Αφρική τη στεφανώνει. Λίγο ανατολικότερα βρίσκεται ένα από τα τέσσερα θέατρα της Κυρήνης. Το νεκροταφείο της, μήκους 5 χλμ., είναι το μεγαλύτερο του αρχαίου κόσμου.

του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη*
(με στοιχεία από την Society for Libyan Studies)

Η Λιβύη απασχολεί τους τελευταίους μήνες ξανά την επικαιρότητα από την στιγμή που ο στρατός του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ ξεκίνησε, στις αρχές Απριλίου, την επίθεση για να καταλάβει την πρωτεύουσα Τρίπολη. Εδώ και οκτώ χρόνια, η ιδιαίτερη αυτή βορειοαφρικανική χώρα έχει βυθιστεί στο χάος μετά την ανατροπή, εν μέσω της Αραβικής Άνοιξης, του καθεστώτος Καντάφι. Οι αντίπαλοι σήμερα είναι ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός (ΛΕΣ) και οι ισοδύναμες σχεδόν φιλοκυβερνητικές δυνάμεις του Κογκρέσου της Τρίπολης.

Το αδιέξοδο φαίνεται αυτή την στιγμή πλήρες και οι περιφερειακές δυνάμεις υποδαυλίζουν την κατάσταση συνεχώς. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος και οι Σαουδάραβες είναι στο πλευρό του Χάφταρ για να περιορίσουν την επιρροή των ισλαμιστών. Αντίθετα, το Κατάρ και η Τουρκία στηρίζουν την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης και τον φιλοκυβερνητικό στρατό, ο οποίος αποκλείει κάθε πιθανότητα συμβιβασμού.

Ο ίδιος διχασμός παρατηρείται και σε διεθνές επίπεδο, καθώς η Γαλλία και η Ρωσία στηρίζουν αναφανδόν τον Χάφταρ, σε αντίθεση με τους Βρετανούς και τους Ιταλούς, που ζητούν κατάπαυση του πυρός προκειμένου να διασωθεί το καθεστώς της Τρίπολης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κρατάνε μια μεσοβέζικη στάση και ζητούν περισσότερο χρόνο στον ΟΗΕ προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση, αν και κλίνουν υπέρ του Λιβυκού Εθνικού Στρατού.

Ο κίνδυνος της διχοτόμησης, ίσως και τριχοτόμησης, της χώρας είναι πλέον το πιθανότερο σενάριο. Η διαμάχη ανάμεσα στην ανατολική Λιβύη και την δυτική παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ. Όπως λέει ο Μοχάμεντ Μπεν Γκούζι, αναλυτής της λιβυκής πραγματικότητας, όλες οι πλευρές αναζητούν κάποιον πολιτικό μανδύα για να δικαιολογήσουν την αρπαγή της εξουσίας και του μεγάλου πλούτου της Λιβύης, όπως της περιοχής της «Πετρελαϊκής Ημισελήνου».

Όμως, πίσω από το χάος που προκάλεσε η αποτυχημένη πολιτική των Δυτικών δυνάμεων και του ΝΑΤΟ μετά το 2011 -και ιδιαίτερα κατά την θητεία στον Λευκό Οίκο του Μπαράκ Ομπάμα- με τις απανωτές επεμβάσεις στην Μέση Ανατολή, κρύβονται οι φόβοι σχετικά με την ασφάλεια μιας ιδιαίτερης ιστορικής κληρονομιάς. Οι θησαυροί της Λιβύης -όπως εκείνοι της Συρίας και του Ιράκ- δεν είναι ευρέως γνωστοί στην Ευρώπη, αλλά η απώλειά τους θα ήταν μεγάλο πλήγμα για την κοινή μας πολιτιστική κληρονομιά, τονίζει η Susan Walker, πρόεδρος της Εταιρείας Λιβυκών Σπουδών, που συνδιευθύνει σήμερα ένα πρότζεκτ για τις Κινδυνεύουσες Λιβυκές Αρχαιότητες (Libyan Antiquities at Risk).

Το σύγχρονο όνομα της Λιβύης προέρχεται από την αρχαιοελληνική ονομασία για την βορειοδυτική Αφρική. Είναι η τέταρτη μεγαλύτερη χώρα στην Αφρική, η οποία συνορεύει με Αίγυπτο, Σουδάν, Τσαντ, Νίγηρα, Αλγερία, Τυνησία και με την Μεσόγειο.
Αυτή η τεράστια χώρα, η οποία σήμερα κατοικείται από 6 εκατομ. άτομα μόνο, διαθέτει μια πολύπλοκη και διακεκριμένη ιστορία.

Από την Λιβύη καταγόταν ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Σεπτίμιος Σεβήρος (διοίκησε από 193-211 μ.Χ.), ο οποίος απόκτησε την εξουσία με ένα καλά οργανωμένο στρατιωτικό πραξικόπημα, υπέκυψε όμως, μετά από 18 χρόνια, στο υγρό κλίμα του York (Βρετανία). Ο Σεβήρος διακόσμησε την γενέτειρά του Λέπτιδα -που σήμερα αποκαλείται Μάγκνα (Μεγάλη)- με ένα μεγαλειώδες συγκρότημα δημοσίων κτιρίων διακοσμημένων με ελληνικό μάρμαρο. Η Μεγάλη Λέπτις, που ανασκάφηκε και αποκαταστάθηκε κατά τον 20ο αιώνα, είναι το πιο εντυπωσιακό αστικό σύμπλεγμα που σώζεται από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η ανατολική Λιβύη αποικήθηκε από τους Έλληνες κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα. Με πρωτεύουσα την Κυρήνη, που ονομάστηκε έτσι από την ομώνυμη νύμφη, κόρη του Λαπίθη βασιλιά Υψέως, η οποία απεικονίζεται σε μια αρχαία κρήνη, μπροστά από τον ναό του Απόλλωνα, να πνίγει ένα λιοντάρι ενώ η Αφρική την στεφανώνει. Αντανακλώντας τις ρίζες της, η Κυρήνη είναι η μεταφορά των Δελφών στην Αφρική και είναι τοποθετημένη σε ένα πλάτεμα στους βραχώδεις λόφους, 600 μ. πάνω από την θάλασσα. Οι κάτοικοί της χρησιμοποιούσαν μια αρχαϊκή Δωρική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας και διατήρησαν μέχρι την ύστερη αρχαιότητα ένα πάθος για το μακρινό τους παρελθόν. Για παράδειγμα, ο Κυρηναίος Επίσκοπος Συνέσιος (373-414 μ.Χ.), παρά την λαμπρή θητεία του σε Κωνσταντινούπολη και Αλεξάνδρεια, έγραφε πάντα με συγκινητική νοσταλγία για την γενέτειρα γη του, επιθυμώντας να ταφεί εκεί, μεταξύ των προγόνων του, που κείτοντο στους δωρικούς τους τάφους. Κάτω από την σύγχρονη πόλη της Βεγγάζης βρίσκονται οι αρχαίες πόλεις Ευεσπερίδες και Βερενίκη. Προς τον νότο βρίσκεται η Ajdabya, μια ρωμαϊκή μικρή πόλη, την οποία το Χαλιφάτο των Φατιμιδών την προίκισε με ένα σημαντικό τέμενος και ένα παλάτι κατά τον 10ο αιώνα.

Εμπορικά «δίκτυα» συνέδεαν την αρχαία παράλια Λιβύη με τις οάσεις της Σαχάρας, οι οποίες συντηρούσαν δραστήριες κοινωνίες. Στον αρχαιολογικό χώρο της Γέρμα ήταν η πρωτεύουσα του αρχαίου λιβυκού λαού των Γαράμαντες – απογόνων του Γαράμα. Στο Φεζάν, οι Βέρβεροι Γαράμαντες έκτισαν πυραμιδικούς τάφους. Η Γκανταμές, στην δυτική Λιβύη, διατηρεί ακόμα και σήμερα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των Βερβερικών φυλών οι οποίες, παρά την μεγάλη τους αστάθεια και τις συνεχείς μετακινήσεις, αποτελούν τον πυρήνα του σύγχρονου πληθυσμού της Λιβύης. Η φυλή των αφρο-ασιατικής καταγωγής Βερβέρων ζει στην Λιβύη από την εποχή των μακρινών προϊστορικών χρόνων.

Η φοινικική κληρονομιά παραμένει χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς της Λιβύης. Η πόλη Σαμπράθα, με εντυπωσιακά αναστηλωμένα φοινικικά και ρωμαϊκά κτίσματα, βρίσκεται δυτικά της σημερινής πρωτεύουσας Τρίπολης. Το όνομα της Τρίπολης αντανακλά την ελληνική λέξη «Τρεις Πόλεις». Το όνομα αυτό δόθηκε επίσης στην λατινόφωνη ρωμαϊκή επαρχία Τριπολίτιδα (Tripolitania).

Μέσα στο μεγάλο κύμα αποικισμού των αρχαίων Ελλήνων, κατά την διάρκεια του 8ου και 7ου π.Χ. αιώνα, εντάσσεται και η ίδρυση της Κυρήνης και της Πενταπόλεως στην παράλια χώρα της ανατολικής Λιβύης.
Το μέγα κράτος της Κυρήνης 

Κατά τη διάρκεια του 8ου και του 7ου π.Χ. αιώνα, η ραγδαία εξάπλωση των ελληνικών πόλεων-κρατών αποτέλεσε μια πραγματική κοσμογονία. Στο διάστημα δύο αιώνων περίπου ο ελληνικός ζωτικός χώρος πολλαπλασιάστηκε και οι αποικίες που ιδρύθηκαν κάλυψαν το σύνολο σχεδόν της ακτογραμμής της Μεσογείου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η μετοίκηση ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή της βορείου Αφρικής, που οδήγησε στην ίδρυση της Κυρήνης και των δικών της αποικιών στην περιοχή της Κυρηναϊκής, στην ανατολική Λιβύη.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Λιβύη ήταν κόρη του Έπαφου, γιου του Δία και της Ιούς, και της Μέμφιδας, κόρης του Νείλου. Ο Έπαφος αργότερα έδωσε το όνομα της κόρης του στην περιοχή που γειτνίαζε δυτικά με την χώρα της Αιγύπτου.

Η Κυρηναϊκή δέχτηκε μεγάλο κύμα αποικισμού από του αρχαίους Έλληνες, αφ’ ότου άποικοι από την Σαντορίνη (Θηραίοι), το 631 π.Χ. ίδρυσαν την Κυρήνη και μέσα σε διάστημα διακοσίων ετών άλλες τέσσερις σημαντικές πόλεις στην περιοχή: την Βάρκη (σημερινή Al Marj), τις Ευεσπερίδες (ή Ευσπερίδες), που αργότερα ονομάστηκε Βερενίκη (σημερινή Βεγγάζη), κοντά στον Κόλπο της Σύρτης (Μεγάλη Σύρτη) όπου, σύμφωνα με τους αρχαίους ποιητές, βρισκόταν ο Κήπος των εσπερίδων, την Ταύχειρα (αργότερα Αρσινόη, σημερινή Τόκρα) και την Απολλωνία (Susah), το επίνειο της Κυρήνης. Αυτές είναι οι πέντε μεγάλες ελληνικές πόλεις στα ανατολικά της Λιβύης που ήταν γνωστές ως Πεντάπολις, γύρω από το λεγόμενο Πράσινο Βουνό (Bebel Akhbar). Νοτιότερα υπήρχε και το Μαντείο του Φαραώ, κοντά στην Όαση Σίβα. Για να ακριβολογούμε, οι αποικίες αυτές δεν ήταν απλώς ελληνικές αλλά δωρικές.

Μέχρι την δεκαετία του 1970, η Κυρηναϊκή αποτελούσε μία από τις τρεις επαρχίες του σύγχρονου κράτους της Λιβύης, μαζί με τις επαρχίες Τριπολίτιδα και Φεζάν, οι οποίες χωρίστηκαν σε μικρότερα διοικητικά τμήματα.

Η πόλη-κράτος της Κυρήνης εδραιώθηκε, ευημέρησε και για πολλούς αιώνες διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα τεκταινόμενα της Αφρικής και τα γεωστρατηγικά δρώμενα της ευρύτερης λεκάνης της Νότιας Μεσογείου από τον 7ο αιώνα, κατά τον οποίο ιδρύθηκε, έως και τον 1ο π.Χ. αιώνα, όταν και ο Πτολεμαίος Απίων, τελευταίος ηγεμών στην Κυρήνη, την κληροδότησε στη Ρώμη.

Σύμφωνα με το Historical Quest, οι μαρτυρίες για την Κυρηναϊκή χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα επαρκείς, μιας και αυτή μνημονεύεται εντός της ιστορίας του Ηροδότου, αλλά και γιατί διασώθηκε στην Κυρήνη το αντίγραφο του ψηφίσματος των Θηραίων για τον αποικισμό της Κυρήνης με πολλές καίριες και σημαντικές λεπτομέρειες γύρω από αυτή την αποστολή. Σύμφωνα με αυτά τα γραπτά στοιχεία, ήταν η Πυθία στους Δελφούς πού έδωσε στους Θηραίους την εντολή να αποικίσουν τα παράλια της Λιβύης. Οι κάτοικοι της Θήρας, μολονότι έλαβαν την εντολή του μαντείου, αδιαφόρησαν, με αποτέλεσμα να προκληθεί στην πόλη τους μεγάλη ξηρασία, που προκάλεσε έντονο επισιτιστικό πρόβλημα. Στην νέα αποστολή των κατοίκων της Θήρας στο πυθικό μαντείο σχετικά με το αίτιο του προβλήματος, η απάντηση ήταν ουσιαστικά η επανάληψη της εντολής του Απόλλωνα για αποικισμό της Λιβύης. Ο οικιστής Αριστοτέλης έγινε ο πρώτος βασιλιάς της πόλης με το όνομα Βάττος (πιθανόν λιβυκός βασιλικός τίτλος).

Η βασιλεία του Βάττου του Καλού (515 – 470 π.Χ. περίπου) αποτελεί μια από τις πιο λαμπρές περιόδους της ιστορίας της Κυρήνης. Όλες οι υπόλοιπες πόλεις της Κυρηναϊκής ενώθηκαν υπό την αιγίδα της (με την εξαίρεση της Βάρκης, που αρχικά ήταν αυτόνομη), ενώ στην εξωτερική πολιτική ακολουθήθηκε μια συντηρητική γραμμή απέναντι στις δύο μεγάλες δυνάμεις της περιοχής κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα, την Καρχηδόνα προς δυσμάς και την Περσία, η οποία κατείχε την Αίγυπτο, προς ανατολάς.

Κατά τους ελληνοπερσικούς πολέμους της περιόδου 490–479 π.Χ., η Κυρήνη ήταν υποτελής των Περσών και δεν συμμετείχε. Μετά όμως την περσική ήττα και σίγουρα προ του 474 π.Χ., η Κυρήνη ανεξαρτητοποιείται από την Περσική κυριαρχία, κόβει δικά της νομίσματα και συμμετέχει πλέον στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες.

Η Κυρηναϊκή ενσωματώθηκε στο βασίλειο των Πτολεμαίων της Αιγύπτου μέχρι την εποχή του Πτολεμαίου Απίωνα, μετά τον θάνατο του οποίου κληροδοτήθηκε στην Ρώμη. Το 74 π.Χ. έγινε οριστικά ρωμαϊκή επαρχία και έως το 296 μ.Χ. παρέμεινε μέρος της συγκλητικής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής με πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο την Γόρτυνα της Κρήτης. Μετά τον Μ. Κωνσταντίνο, η περιοχή ξαναγυρίζει στην Ανατολή, στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, εκτός από την Τριπολίτιδα που ανήκε στο κράτος των Βανδάλων μέχρι το 533, οπότε και την κατακτά ο βυζαντινός στρατηγός Βελισάριος, γνωστός και ως «το σπαθί του Ιουστινιανού».

Μάλιστα, στην Απολλωνία, το λιμάνι της Κυρήνης, ο Βελισάριος γνώρισε την όμορφη χορεύτρια Θεοδώρα, η οποία έγινε ερωμένη του και τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη όπου την παρουσίασε στον Ιουστινιανό. Το τι επακολούθησε, και πόσο επηρέασε την ιστορία, είναι γνωστό…

Μεγάλοι Έλληνες γεννήθηκαν στην Λιβύη, όπως ο Ερατοσθένης και ο Επίσκοπος Συνέσιος, μαθητής της νεοπλατωνικής Υπατίας, ο οποίος έλαβε εκκλησιαστική μόρφωση στην Αλεξάνδρεια και έγινε μετέπειτα Επίσκοπος Πτολεμαίας.

Είναι γνωστή, επίσης, η ιστορία που ακούμε κάθε Μεγάλη Εβδομάδα για τον Σίμωνα τον Κυρηναίο (ελληνόφωνο Ιουδαίο), τον οποίο οι Ρωμαίοι στρατιώτες κάλεσαν να βοηθήσει τον Ιησού στη μεταφορά του Σταυρού στον δρόμο για τον Γολγοθά.

Μερικά χρόνια αργότερα, άντρες από την Κυρήνη συνέβαλαν με σημαντικό τρόπο στην εξάπλωση “των καλών νέων για τον Κύριο Ιησού” ανάμεσα στους Ἑλληνιστάς, όπως αυτοί αναφέρονται στα περισσότερα πρωτότυπα ελληνικά κείμενα, στην Αντιόχεια της Συρίας. Με βάση αυτό, καθώς και το γεγονός ότι ορισμένα αξιόπιστα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα χρησιμοποιούν τη λέξη Ἕλληνας (βλ. Πράξεις των Αποστόλων 16:3) και όχι Ἑλληνιστάς, οι περισσότεροι σύγχρονοι μεταφραστές προσδιορίζουν ως «Έλληνες» όσους μεταστράφηκαν με τη βοήθεια των ανδρών από την Κυρήνη. Ακόμα κι αυτοί που προτιμούν αποδόσεις όπως «ειδωλολάτρες» ή «Εθνικούς», δείχνουν ότι οι εν λόγω Αντιοχείς δεν ανήκαν στην Ιουδαϊκή θρησκεία. Ο «Λούκιος από την Κυρήνη» συγκαταλέγεται στους δασκάλους και στους προφήτες που υπήρχαν στην εκκλησία της Αντιόχειας όταν ο Παύλος ξεκίνησε την πρώτη ιεραποστολική περιοδεία του γύρω στο 47 μ.Χ. (Πράξεις των Αποστόλων 11:20, 13:1).

Ερείπια αρχαίου ναού στη σημερινή Κυρήνη.
Η Κυρήνη ήταν κατά την αρχαιότητα η πρώτη πρωτεύουσα της περιφέρειας της Κυρηναϊκής στη βόρεια ακτή της Αφρικής, απέναντι σχεδόν από την Κρήτη. Απείχε περίπου 16 χλμ. από τα παράλια και βρισκόταν σε ένα υψίπεδο 550 μ. πάνω από την επιφάνεια της Μεσογείου. Η αρχαία Κυρήνη είναι στις ημέρες μας ένας σωρός από ακατοίκητα ερείπια κοντά στο σημερινό Σαχάτ στη Λιβύη.
Η επίδραση της Κυρηναϊκής Σχολής

Τον 4ο αιώνα π.Χ. ιδρύθηκε η φιλοσοφική σχολή της Κυρήνης από τον Αρίστιππο, μαθητή του Σωκράτη, για να εξελιχθεί τελικά, στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα, σε τρεις κλάδους με επικεφαλής τον Αννίκερι, τον Ηγησία και τον Θεόδωρο.

Βάση της κυρηναϊκής φιλοσοφίας ήταν η ανατροπή του σωκρατικού ηθικού ιδεώδους και η ταύτιση του «αγαθού» με την ηδονή.

Η κυρηναϊκή εκδοχή του ευδαιμονισμού ήταν η πιο ακραία και η πιο ακριβής από όσες δημιούργησε ποτέ η αρχαία σκέψη. Η διαφορά του με τον επικούρειο ηδονισμό αφορούσε κυρίως την «κατάσταση αταραξίας» που διακήρυτταν οι επικούρειοι και την οποία οι κυρηναϊκοί απέρριπταν.

Η ηδονή -και κατά συνέπεια το αγαθό- είναι, αντίθετα, για τους κυρηναϊκούς μια «ομαλή και λεία κίνησις» των αισθήσεών μας, που γίνεται αντιληπτή θετικά και συνειδητά από την ψυχή μας, η οποία έχει αξία μόνο τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή. Δεν υπάρχουν λοιπόν ηδονές ούτε της ανάμνησης ούτε της προσμονής, αλλά ηδονές παρούσες, τις οποίες ζούμε και απολαμβάνουμε κάθε στιγμή. Συνεπώς και στο πεδίο της θεωρίας της γνώσης, οι κυρηναϊκοί υποστήριζαν με απόλυτη συνέπεια μια αυστηρή αισθησιαρχία.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια φιλοσοφίας Βούλα Τσούνα, του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, η κυρηναϊκή διδασκαλία θα μπορούσε να θεωρηθεί παραφυάδα της σωκρατικής. Όπως υποστηρίζει στο εξαιρετικό βιβλίο της «Η Γνωσιολογία της Κυρηναϊκή Σχολής» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018), η κυρηναϊκή φιλοσοφία συνδέεται με δύο αρχαίες παραδόσεις: το σωκρατικό κίνημα και τον ελληνικό σκεπτικισμό. Η γνωσιολογική ανάλυση των παθών, στην οποία προβαίνουν οι Κυρηναϊκοί, εντάσσεται σε μια προσπάθεια να υπακούσουν, όπως είχε κάνει κι ο Σωκράτης, στην δελφική επιταγή «γνώθι σαυτόν» και να ακολουθήσουν το σωκρατικό παράδειγμα αυτογνωσίας.

Η γνωσιολογία της Κυρηναϊκής Σχολής επηρέασε σημαντικά την σύγχρονη φιλοσοφία, καθώς οι Κυρηναϊκοί εισηγήθηκαν μια μορφή υποκειμενισμού, που με κάποιους τρόπους προαναγγέλλει τις θεωρήσεις του Καρτέσιου, τις οποίες ενστερνίστηκαν ο Μαλεμπράνς και ο Χιουμ, και ανέπτυξε ο Καντ.

Ο υποκειμενισμός αυτός συνιστά την φιλοσοφική βάση του κυρηναϊκού σκεπτικισμού, ο οποίος συνοψίζεται στην θέση ότι μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τις δικές μας εμπειρίες και τίποτε άλλο.

Αυτό που δεν μπορεί, εν κατακλείδι, να παραγνωρισθεί είναι η διαχρονική σχέση της Ελλάδας με την Λιβύη, της οποίας η ανατολική παράκτια περιοχή, η Κυρηναϊκή, ήταν πανάρχαια ελληνική γη.

Η σύγχρονη Λιβύη, μια χώρα με την οποία η Ελλάδα είχε ανέκαθεν άριστες σχέσεις σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, δοκιμάζεται σήμερα από διάφορες ένοπλες συγκρούσεις. Η επίσημη Ελλάδα είναι απούσα και σιωπά, όπως έκανε και με την Συρία, την άλλοτε Μεγάλη Μακεδονία.

Η ελληνική παρουσία είναι διαχρονική σε αυτά τα χώματα, η έρημος της Λιβύης έχει ποτιστεί με ελληνικό αίμα και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους (Τομπρούκ, Ελ Αλαμέϊν κ.ά.), οι ελληνικές κοινότητες στην Τρίπολη και την Βεγγάζη ήταν από τις πιο ανθηρές στην Μέση Ανατολή, τα φώτα της Αφρικής, που βλέπουν οι Έλληνες στην Ιεράπετρα της Κρήτης, είναι αυτά του Τομπρούκ και οι βουλευτές της Βουλής της πόλης αυτής διέμεναν με τις οικογένειές τους σε ελληνικά κρουαζιερόπλοια ανοιχτά του Λιβυκού Πελάγους, νότια της Κρήτης, για να είναι ασφαλείς κατά την διάρκεια των συγκρούσεων το 2015.

Παρά την πολεμική σύρραξη στην Λιβύη, όπου η Ελληνική Κοινότητα της Τρίπολης δοκιμάστηκε δυνατά, παρά το χάος που επικρατεί στην Συρία και την Δαμασκό, όπου ανθούσαν οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, στην Τυνησία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη και τον Λίβανο, οι Έλληνες της Μέσης Ανατολής υπέμειναν με καρτερία, άντεξαν στις πιέσεις, κατάφεραν να επιβιώσουν και αγωνίζονται σήμερα για το καλύτερο.

Εγκαταλειμμένες από το υπόδουλο στους «εταίρους-δανειστές» ελληνικό κράτος και από μια συμβιβασμένη κοινωνία που αποδέχεται ως μοιραία την αποικιοποίησή της, οι Ελληνικές Κοινότητες στην περιοχή, μη εγκαταλείποντας τις θέσεις τους και τις παραδόσεις τους, υπερασπίζουν τις δικές τους Θερμοπύλες.


* Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τρίτο Μάτι, τ.277 - Ιούνιος 2019



pylitonfilon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου