Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Η μείωση της λιτότητας μέσω των χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων και όχι οι τρόποι που μπορεί η οικονομία να ανακάμψει ταχύτερα κερδίζουν έδαφος στο αναπτυξιακό αφήγημα




Ήδη τόσο ο Κ. Μητσοτάκης όσο και...
ο Γ. Στουρνάρας προέβαλλαν το προηγούμενο διάστημα με έντονο τρόπο τη θέση ότι ο πήχης πρέπει να χαμηλώσει από το 3,5% στο 2% μετά το 2018, ενώ οι προσδοκίες αυτές υποδαυλίζονται και από κυβερνητικά στελέχη που καλοβλέπουν μια νέα διαπραγμάτευση για αναθεώρηση του στόχου ακόμη και νωρίτερα, σχεδιάζοντας να αξιοποιήσουν την «συμμαχία» με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που επίσης έχει χαρακτηρίσει μη επιτεύξιμο τον στόχο για σταθερά πλεονάσματα 3,5%.  

Πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο των συζητήσεων που έχουν ήδη γίνει θεωρούν ότι οποιαδήποτε αλλαγή σε κάτι που συμφωνήθηκε μόλις πριν ένα μήνα, δεν πρόκειται να αποφασιστεί άμεσα, και εκτιμούν πως ο δρόμος θα μπορούσε να ανοίξει στο πλαίσιο των αποφάσεων που θα ληφθούν μετά το τέλος του προγράμματος το 2018.
Και οι τέσσερις πλευρές εμμέσως υποστηρίζουν ότι το «πρόγραμμα δεν βγαίνει» εφόσον η χώρα πρέπει να παράγει κάθε χρόνο 6 - 7 δισ. ευρώ πλεονάσματα (με τρέχον ΑΕΠ στα 174 δισ. ευρώ), και επί της ουσίας είναι σαν να παραδέχονται πως ό,τι και να λέγεται είναι εξαιρετικά δύσκολο ως απίθανο να δούμε την οικονομία να επιστρέφει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.

Η μείωση της λιτότητας μέσω της αναθεώρησης του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων έχει τόσο πολιτικό όσο και οικονομικό περιεχόμενο. Καμία κυβέρνηση δεν θέλει να βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να χρειαστεί να λάβει νέα φορολογικά μέτρα ή να προχωρήσει σε περικοπές για να συνεχίζει να πετυχαίνει τους στόχους εφόσον τα πλεονάσματα δεν προκύπτουν από την ίδια την ισχυρή ανάπτυξη.
Παράλληλα αντί να αντιμετωπίζουν τα πρωτογενή πλεονάσματα ως ένα μόνο από τα συστατικά στοιχεία για να επιτευχθούν ισχυροί ρυθμοί ανόδου του ΑΕΠ, αναδεικνύουν τα ίδια τα πρωτογενή πλεονάσματα ως καθοριστικά για την ανάπτυξη αποστρέφοντας το βλέμμα από τον πραγματικό στόχο που είναι η αναθέρμανση της οικονομίας. 
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι το αμφισβητούν και λένε πως συμβαίνει το αντίθετο : δηλαδή ότι είναι προϋπόθεση να επιτυγχάνονται υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης - και εκεί πρέπει να δοθεί όλο το βάρος με μαζική κινητοποίηση και κίνητρα προσέλκυσης επενδύσεων - ώστε με την ανάπτυξή της η οικονομία να μπορεί παράγει τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα για την αποπληρωμή και εν τέλει τη μείωση του χρέους.
Από την άλλη κανείς δεν αμφισβητεί πως τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αποτελούν βαρίδι στην προσπάθεια επανεκκίνησης της οικονομίας, αλλά κυρίως ότι δύσκολα μπορεί να διατηρηθούν. 
Χώρες οι οποίες πέτυχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα υψηλά πλεονάσματα όπως καλείται να κάνει η Ελλάδα στο πλαίσιο της τελευταίας συμφωνίας του Eurogroup, είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. 
Η Νορβηγία λ.χ είχε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ενώ το Βέλγιο αποπλήρωνε με αυτά το χρέος του το οποίο ανήκε στις δικές του τράπεζες, άρα τα λεφτά από το πλεόνασμα έμεναν στο εσωτερικό και ανατροφοδοτούσαν την οικονομία. 
Η μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι το δημόσιο χρέος της είναι τεράστιο και ανήκει σχεδόν εξ ολοκλήρου στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη με αποτέλεσμα η αποπληρωμή του να σημαίνει ότι τα χρήματα κατευθύνονται εκτός χώρας και δεν περισσεύουν πόροι για την ανάπτυξη.

Του Βασίλη Γεώργα
liberal.gr

emprosdrama

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου