ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ
Το γεγονός έχει μεγάλη συμβολική και πολιτική σημασία. Στο ορυχείο της Μαυροπηγής στην Κοζάνη ανατινάχθηκαν τρεις γιγαντιαίοι καδοφόροι εκσκαφείς, μηχανήματα μήκους περίπου 100 μέτρων, ύψους περίπου 50 μέτρων και βάρους άνω των 150 τόνων το καθένα. Η επίσημη εκδοχή μιλά για «απόσυρση παλαιού εξοπλισμού που δεν χρησιμοποιείται πλέον», ενώ η πολιτική ερμηνεία που δίνεται είναι ότι με αυτή την πράξη καθίσταται δυσκολότερη ή αδύνατη μια μελλοντική επιστροφή σε μαζική λιγνιτική παραγωγή.
Η ουσία δεν είναι μόνο αν οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς ήταν τεχνικά παλαιοί ή αν υπήρχε λογιστική απόφαση απόσυρσής τους. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι η Ελλάδα καταστρέφει υλική υποδομή ενός εγχώριου ενεργειακού πόρου, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει πλήρως φθηνή, σταθερή και κοινωνικά δίκαιη εναλλακτική.
Τι έγινε πραγματικά
Αυτό που έγινε στη Μαυροπηγή δεν είναι απλώς μια τεχνική κατεδάφιση. Είναι μέρος της αποσύνθεσης ενός ολόκληρου παραγωγικού συστήματος: ορυχεία, ΑΗΣ, εργολαβίες, τοπική εργασία, τηλεθέρμανση, τεχνική γνώση, μεταφορές, βιομηχανική κουλτούρα. Η Δυτική Μακεδονία είχε οργανωθεί για δεκαετίες γύρω από τη λιγνιτική οικονομία.

Η κυβέρνηση και η ΔΕΗ μπορούν να υποστηρίξουν ότι οι εκσκαφείς ήταν παλαιός εξοπλισμός, ότι το ορυχείο είχε χάσει τη λειτουργική του σημασία και ότι η απολιγνιτοποίηση είναι ευρωπαϊκή και κλιματική υποχρέωση. Αυτό δεν είναι αβάσιμο. Οι λιγνιτικές μονάδες είναι περιβαλλοντικά επιβαρυντικές, εκπέμπουν πολύ διοξείδιο του άνθρακα και, λόγω του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων, έχουν πλέον βαρύ οικονομικό κόστος. Το EU ETS κάνει τον άνθρακα και τον λιγνίτη όλο και ακριβότερους: ήδη το 2021 οι τιμές δικαιωμάτων CO₂ είχαν φτάσει περίπου τα 57 ευρώ/τόνο, με πρόσθετο κόστος περίπου 0,04 ευρώ/kWh για ηλεκτρισμό από άνθρακα και περίπου 0,02 ευρώ/kWh για αέριο.
Όμως εδώ αρχίζει η πολιτική ευθύνη: άλλο πράγμα η σταδιακή μείωση ενός ρυπογόνου καυσίμου και άλλο η βίαιη, μη αναστρέψιμη, πρόωρη αποξήλωση μιας στρατηγικής εφεδρείας.
Η απολιγνιτοποίηση ως στρατηγικό λάθος ρυθμού
Η Ελλάδα ανακοίνωσε το 2019 ότι θα εγκαταλείψει την παραγωγή ηλεκτρισμού από λιγνίτη έως το 2028. Εκείνη την περίοδο ο λιγνίτης εξακολουθούσε να καλύπτει περίπου το 31% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, ενώ το σχέδιο προέβλεπε να κλείσουν οι περισσότερες λιγνιτικές μονάδες μέχρι το 2023, με εξαίρεση την Πτολεμαΐδα V έως το 2028.
Η απόφαση αυτή είχε δύο προβλήματα.
Πρώτον, ελήφθη με υπερβολική ταχύτητα για μια χώρα που δεν έχει πυρηνική ενέργεια, δεν έχει μεγάλα υδροηλεκτρικά περιθώρια όπως άλλες ευρωπαϊκές χώρες και βρίσκεται σε γεωπολιτικά ευαίσθητη περιοχή. Η Ελλάδα εγκατέλειψε το μόνο σημαντικό εγχώριο ορυκτό καύσιμο που διέθετε πριν αποκτήσει επαρκή αποθήκευση ενέργειας, επαρκείς διασυνδέσεις, πλήρη κάλυψη από ΑΠΕ και σταθερό μηχανισμό χαμηλών τιμών για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία.
Δεύτερον, η απολιγνιτοποίηση υποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τον λιγνίτη όχι μόνο με ΑΠΕ, αλλά και με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Αυτό φάνηκε καθαρά μετά την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Ελλάδα μείωσε γρήγορα τον λιγνίτη, αλλά αύξησε τη στρατηγική της έκθεση σε ένα καύσιμο που εισάγεται, τιμολογείται διεθνώς και επηρεάζεται από πολέμους, κυρώσεις, LNG, ανταγωνισμό Ασίας–Ευρώπης και γεωπολιτικά σοκ.
Σύμφωνα με ενεργειακά στοιχεία που παραπέμπουν στην ΙΕΑ, η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη στην Ελλάδα μειώθηκε δραστικά, ενώ η παραγωγή από φυσικό αέριο, αιολικά και φωτοβολταϊκά αυξήθηκε. Το 2021 η ηλεκτροπαραγωγή της Ελλάδας στηριζόταν κατά 40,9% στο φυσικό αέριο, κατά 10,4% στον λιγνίτη και κατά 41,3% στις ΑΠΕ και τα υδροηλεκτρικά. Το 2023 οι ΑΠΕ έφτασαν περίπου το 49% της παραγωγής, όμως το φυσικό αέριο παρέμεινε κεντρικός παράγοντας του συστήματος.
Άρα το ζήτημα δεν είναι «λιγνίτης ή πράσινη μετάβαση». Το ζήτημα είναι πώς έγινε η μετάβαση, ποιος πλήρωσε το κόστος και ποιοι κέρδισαν από τη νέα αρχιτεκτονική της αγοράς.
Κριτική στην κυβέρνηση
Η βασική κριτική προς την κυβέρνηση είναι ότι αντιμετώπισε την απολιγνιτοποίηση ως επικοινωνιακό και χρηματοοικονομικό σχέδιο, όχι ως εθνικό ενεργειακό σχέδιο.
Η Ελλάδα έπρεπε να μειώσει τον λιγνίτη. Δεν μπορούσε να μείνει για πάντα σε ρυπογόνες μονάδες παλαιάς τεχνολογίας. Όμως έπρεπε να το κάνει με τέσσερις προϋποθέσεις:
- να υπάρχει στρατηγική εφεδρεία για κρίσεις,
- να έχει προηγηθεί επαρκής αποθήκευση ενέργειας,
- να έχουν ολοκληρωθεί διασυνδέσεις και δίκτυα,
- να έχει υπάρξει πραγματική παραγωγική μετάβαση για τη Δυτική Μακεδονία.
Αυτά δεν έγιναν στον απαιτούμενο βαθμό. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να εμφανίζεται «πράσινη» στα χαρτιά, αλλά στην πράξη να είναι εκτεθειμένη σε ακριβό φυσικό αέριο, σε στρεβλώσεις της αγοράς και σε υψηλούς λογαριασμούς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η ίδια η κυβέρνηση, μέσω του υπουργού Ενέργειας, παραδέχθηκε το 2024 ότι το ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο αγοράς ηλεκτρισμού δεν λειτουργεί σωστά για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, λόγω ανεπαρκών διασυνδέσεων και ακραίων τιμών σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία ζήτησαν μόνιμο μηχανισμό παρέμβασης όταν καταγράφονται ακραίες τιμές.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Διότι όταν η ίδια η κυβέρνηση λέει ότι το μοντέλο δεν λειτουργεί, τότε αναγνωρίζει εμμέσως ότι ο πολίτης πλήρωσε και πληρώνει ένα προβληματικό σύστημα.

Κριτική στη ΔΕΗ
Η ΔΕΗ έχει τεράστια ιστορική ευθύνη. Για δεκαετίες υπήρξε ο βασικός φορέας εξηλεκτρισμού, βιομηχανικής ανάπτυξης και ενεργειακής ασφάλειας της χώρας. Δεν ήταν μια απλή εταιρεία. Ήταν εθνική υποδομή.
Η σημερινή ΔΕΗ όμως λειτουργεί όλο και περισσότερο ως εισηγμένος ενεργειακός όμιλος με επενδυτική στρατηγική, διεθνή επέκταση, ΑΠΕ, εξαγορές και στόχους κερδοφορίας. Μετά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του 2021, η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου μειώθηκε από 51,12% σε 34,12%, ενώ το CVC απέκτησε σημαντικό ποσοστό.
Αυτό αλλάζει τη φύση της ΔΕΗ. Όταν μια εταιρεία λειτουργεί με όρους χρηματιστηριακής αξίας, EBITDA, μερισμάτων και επενδυτικών αποδόσεων, η ενεργειακή ασφάλεια και η κοινωνική αποστολή γίνονται δευτερεύουσες, εκτός αν το κράτος τις επιβάλει ρητά.
Το 2024 η ΔΕΗ ανακοίνωσε αυξημένα προσαρμοσμένα EBITDA, σημαντική ενίσχυση των ΑΠΕ και μείωση της λιγνιτικής παραγωγής κατά περίπου 30% στο εννεάμηνο. Αυτό δείχνει ότι ο όμιλος κινείται γρήγορα προς ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο.
Η κριτική δεν είναι ότι η ΔΕΗ επενδύει στις ΑΠΕ. Αυτό είναι απαραίτητο. Η κριτική είναι ότι εγκαταλείπει τη λιγνιτική υποδομή με τρόπο που φαίνεται μη αναστρέψιμος, ενώ το νέο σύστημα δεν έχει ακόμη δώσει σταθερά χαμηλές τιμές στους πολίτες και στη βιομηχανία.
Το Χρηματιστήριο Ενέργειας: για ποιους λειτουργεί;
Το Χρηματιστήριο Ενέργειας και το ευρωπαϊκό Target Model υποτίθεται ότι δημιουργούν διαφάνεια, ανταγωνισμό και σύγκλιση τιμών. Στη θεωρία, οι παραγωγοί προσφέρουν ενέργεια, οι προμηθευτές αγοράζουν, οι διασυνδέσεις εξισορροπούν τις αγορές και ο καταναλωτής ωφελείται από τον ανταγωνισμό.
Στην πράξη, όμως, σε αγορές με λίγους μεγάλους παίκτες, περιορισμένες διασυνδέσεις, μεγάλη εξάρτηση από φυσικό αέριο και ανεπαρκή αποθήκευση, το σύστημα μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των παραγωγών και εις βάρος των καταναλωτών.
Ο βασικός μηχανισμός είναι η οριακή τιμολόγηση. Η τιμή της χονδρικής συχνά καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Όταν αυτή η μονάδα είναι φυσικό αέριο, τότε η τιμή του αερίου επηρεάζει συνολικά την αγορά, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες ΑΠΕ, υδροηλεκτρικά ή παλαιότερες μονάδες.
Έτσι δημιουργείται μια πολιτικά εκρηκτική κατάσταση:
ο πολίτης ακούει ότι η χώρα έχει πολλές ΑΠΕ, αλλά πληρώνει ρεύμα σαν να παράγεται όλο από ακριβό φυσικό αέριο.
Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο μόνο. Είναι ευρωπαϊκή στρέβλωση. Όμως στην Ελλάδα γίνεται πιο βαρύ, επειδή η χώρα έχει αδύναμες διασυνδέσεις, μικρή βιομηχανική βάση, περιορισμένη αποθήκευση και χαμηλότερα εισοδήματα. Το Reuters κατέγραψε ότι η Ελλάδα δαπάνησε σχεδόν 10 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις ρεύματος την περίοδο 2021–2023, ενώ επανέφερε επιδοτήσεις και το 2024 για να καλύψει την άνοδο των τιμών.
Άρα ποιοι ωφελούνται;
Ωφελούνται οι μεγάλοι καθετοποιημένοι ενεργειακοί όμιλοι, όταν μπορούν να έχουν παραγωγή, εμπορία και πελατολόγιο. Ωφελούνται όσοι έχουν μονάδες φυσικού αερίου που καθορίζουν την οριακή τιμή σε κρίσιμες ώρες. Ωφελούνται μεγάλοι παίκτες ΑΠΕ όταν η αγορά δίνει υψηλές χονδρικές τιμές ή σταθερά συμβόλαια. Ωφελούνται traders και ενδιάμεσοι που κινούνται σε μια πολύπλοκη αγορά. Ωφελούνται και όσοι επενδύουν σε LNG, φυσικό αέριο, αποθήκευση και υποδομές, επειδή η νέα αγορά δημιουργεί ανάγκες που πριν δεν υπήρχαν στον ίδιο βαθμό.
Ποιοι πληρώνουν;
Πληρώνουν τα νοικοκυριά, οι μικρές επιχειρήσεις, η βιομηχανία, οι αγρότες και τελικά ο κρατικός προϋπολογισμός μέσω επιδοτήσεων. Δηλαδή ο πολίτης πληρώνει δύο φορές: μία ως καταναλωτής στον λογαριασμό και μία ως φορολογούμενος για τις επιδοτήσεις.
Το Reuters ανέφερε το 2025 ότι η Ελλάδα έχει δαπανήσει περίπου 11 δισ. ευρώ από το 2021 σε ενεργειακές επιδοτήσεις, ενώ οι υψηλές τιμές πλήττουν την κατανάλωση των νοικοκυριών και το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων, τουρισμού, βιομηχανίας και μεταφορών. Το ίδιο ρεπορτάζ σημείωνε ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη υποφέρει περισσότερο από τη Βορειοδυτική Ευρώπη λόγω ανεπαρκών διασυνδέσεων και υποδομών αποθήκευσης.
Το μεγάλο λάθος: εγκατάλειψη χωρίς εφεδρεία
Η Ελλάδα δεν έπρεπε να μείνει δεμένη στον λιγνίτη για πάντα. Αλλά έπρεπε να κρατήσει ένα μέρος της λιγνιτικής ισχύος ως στρατηγική εφεδρεία μέχρι να ολοκληρωθούν:
- οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας,
- τα αντλησιοταμιευτικά,
- οι διεθνείς διασυνδέσεις,
- η διασύνδεση όλων των νησιών,
- τα διμερή συμβόλαια φθηνής ενέργειας για τη βιομηχανία,
- η προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών,
- η πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση της Δυτικής Μακεδονίας.
Αντί γι’ αυτό, η χώρα προχώρησε γρήγορα σε αποξήλωση του παλιού συστήματος, ενώ το νέο δεν ήταν ακόμη ώριμο.
Η ανατίναξη των εκσκαφέων είναι γι’ αυτό τόσο ισχυρή εικόνα. Δεν δείχνει απλώς το τέλος ενός μηχανήματος. Δείχνει το τέλος μιας δυνατότητας. Δείχνει ότι το κράτος δεν κρατά ούτε καν την επιλογή της επιστροφής σε περίπτωση μεγάλης κρίσης.
Σε σοβαρό ενεργειακό σχεδιασμό, ακόμη και κάτι που θέλεις να εγκαταλείψεις, δεν το καταστρέφεις βιαστικά αν δεν έχεις διασφαλίσει πλήρως το διάδοχο σχήμα.
Η Δυτική Μακεδονία ως παράπλευρη απώλεια
Η απολιγνιτοποίηση παρουσιάστηκε ως «δίκαιη μετάβαση». Όμως για να είναι δίκαιη, πρέπει να παράγει πραγματικές θέσεις εργασίας, πραγματικές επενδύσεις, πραγματική βιομηχανική βάση και όχι απλώς προγράμματα, ημερίδες και φωτοβολταϊκά πάρκα.
Οι περιοχές της Κοζάνης, της Πτολεμαΐδας και της Φλώρινας στήριξαν για δεκαετίες την ηλεκτροδότηση της χώρας. Υπέστησαν περιβαλλοντικό βάρος, μονοκαλλιέργεια απασχόλησης, εξάρτηση από τη ΔΕΗ και κοινωνικές μεταβολές. Δεν μπορεί τώρα να τους λέει το κράτος απλώς: «Το μοντέλο τελείωσε, βρείτε κάτι άλλο».
Η μετάβαση έπρεπε να περιλαμβάνει:
- βιομηχανικές επενδύσεις,
- τεχνολογικά πάρκα,
- δημόσια έργα,
- ενεργειακές κοινότητες πραγματικά τοπικές,
- τηλεθέρμανση χωρίς αβεβαιότητα,
- κατάρτιση εργαζομένων,
- φορολογικά κίνητρα εγκατάστασης επιχειρήσεων,
- εγγυημένες θέσεις για τις τοπικές κοινωνίες.
Αν η περιοχή γεμίσει φωτοβολταϊκά αλλά χάσει μόνιμες θέσεις εργασίας, τότε δεν έχουμε δίκαιη μετάβαση. Έχουμε αλλαγή ιδιοκτητών γης και ενεργειακών προσόδων.

Η αντίφαση των ΑΠΕ
Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες. Η Ελλάδα έχει ήλιο και άνεμο και πρέπει να τα αξιοποιήσει. Το πρόβλημα δεν είναι οι ΑΠΕ ως τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι το μοντέλο εγκατάστασης και ιδιοκτησίας.
Αν οι ΑΠΕ εγκαθίστανται κυρίως από μεγάλους ομίλους, χωρίς επαρκή αποθήκευση, χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό, χωρίς δίκτυα και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, τότε δεν παράγουν ενεργειακή δημοκρατία. Παράγουν νέα συγκέντρωση ισχύος.
Επίσης, οι ΑΠΕ έχουν μεταβλητότητα. Δεν παράγουν όταν θέλουμε, αλλά όταν έχει ήλιο και άνεμο. Χωρίς αποθήκευση και ευέλικτο σύστημα, μπορεί να έχουμε ταυτόχρονα δύο παράλογα φαινόμενα: περικοπές πράσινης ενέργειας όταν υπάρχει υπερπαραγωγή και ακριβό ρεύμα όταν πέφτει η παραγωγή και μπαίνει το φυσικό αέριο.
Άρα η κριτική δεν είναι «όχι στις ΑΠΕ». Η σωστή κριτική είναι: ΑΠΕ με δημόσιο σχεδιασμό, αποθήκευση, δίκτυα, κοινωνικό όφελος και χαμηλές τιμές — όχι ΑΠΕ ως πεδίο κερδοφορίας λίγων παικτών.
Το ερώτημα της ενεργειακής κυριαρχίας
Ο λιγνίτης ήταν βρώμικος, αλλά ήταν ελληνικός. Το φυσικό αέριο είναι καθαρότερο στην καύση, αλλά εισαγόμενο. Οι ΑΠΕ είναι εγχώριες ως φυσικός πόρος, αλλά ο εξοπλισμός, η χρηματοδότηση, οι άδειες, τα δίκτυα και η ιδιοκτησία τους δεν είναι πάντα κοινωνικά ή εθνικά ελεγχόμενα.
Η ενεργειακή κυριαρχία δεν σημαίνει να καίμε για πάντα λιγνίτη. Σημαίνει να μην εξαρτάται η τιμή του ρεύματος από εξωγενείς κρίσεις και να μην ελέγχεται η ενέργεια από κλειστό κύκλο μεγάλων παικτών.
Η Ελλάδα χρειαζόταν μια μεταβατική στρατηγική με τρεις πυλώνες:
- σταδιακή μείωση λιγνίτη, αλλά όχι πρόωρη καταστροφή εφεδρειών,
- ταχεία ανάπτυξη ΑΠΕ με αποθήκευση και τοπικό όφελος,
- μεταρρύθμιση της αγοράς ώστε η φθηνή παραγωγή να περνά στον καταναλωτή.
Αντί γι’ αυτό, είδαμε ταχεία απολιγνιτοποίηση, μεγάλη έκθεση στο φυσικό αέριο, χρηματιστηριακή τιμολόγηση, επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό και λογαριασμούς που παραμένουν δυσβάσταχτοι.
Τελικό συμπέρασμα
Η ανατίναξη των εκσκαφέων στη Μαυροπηγή είναι το σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι βαθύτερη.
Είναι η μετάβαση από ένα παλιό, ρυπογόνο αλλά εθνικά ελεγχόμενο ενεργειακό μοντέλο σε ένα νέο, θεωρητικά πράσινο αλλά κοινωνικά ακριβό και γεωπολιτικά ευάλωτο μοντέλο.
Η κυβέρνηση φέρει ευθύνη γιατί επιτάχυνε την απολιγνιτοποίηση χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ασφάλειας, τιμής και περιφερειακής δικαιοσύνης. Η ΔΕΗ φέρει ευθύνη γιατί απομακρύνθηκε από τον χαρακτήρα της δημόσιας ενεργειακής υποδομής και λειτουργεί όλο και περισσότερο ως ενεργειακός όμιλος προσανατολισμένος στην κερδοφορία. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας φέρει ευθύνη γιατί, αντί να μεταφέρει τα οφέλη του ανταγωνισμού στον καταναλωτή, σε περιόδους κρίσης μεταφέρει τις αυξήσεις σχεδόν αυτόματα στους λογαριασμούς.
Το πιο σοβαρό όμως είναι το εξής: η χώρα μοιάζει να κατεδαφίζει τις παλιές της δυνατότητες πριν χτίσει πλήρως τις νέες.
Και αυτό, σε μια εποχή πολέμων, ενεργειακών κρίσεων, γεωπολιτικής αστάθειας και φτωχοποίησης των νοικοκυριών, δεν είναι απλώς λάθος πολιτική. Είναι στρατηγική ανευθυνότητα.
https://www.anixneuseis.gr/