Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Μνήμη Γενοκτονίας



Γράφει η Δώρα Ιωαννίδου

Οι γεωπολιτικές αναλύσεις ανήκουν στους ειδήμονες. Εμείς αρκούμαστε στη  επισήμανση πως, αντίθετα με την απαίτηση που διατυπώνεται στις συγκεντρώσεις μνήμης για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, η Τουρκία δεν θα ζητήσει ποτέ συγγνώμη για τα εγκλήματα εναντίον τους. Η δικαίωση των θυμάτων θα έρθει μόνο κάτω από διεθνή πίεση. Χρέος μας των Ποντίων είναι η αγωνιστική ετοιμότητα και η σοβαρότητα. Καλοί οι χοροί και τα τραγούδια, αλλά μόνο αν συνυπάρχει, γνώση και δράση, όπως έλεγε ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης.  

Η στάση των προγόνων μας  υπήρξε ηρωική. Δεν είναι μόνο η αφάνταστη γενναιότητα που έδειξαν σε αντίξοες συνθήκες. Κυρίως είναι η απόφαση να κρατήσουν την πίστη τους.  Χωρικοί και αστοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πλούσιοι και φτωχοί αρνήθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία την αλλοτρίωση, παρότι θα έσωζαν ζωή και περιουσίες εξισλαμιζόμενοι. Αμέτρητες φορές μάλιστα προτίμησαν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, για να μη μαρτυρήσουν στα χέρια των Τούρκων.




 Με δεδομένο ότι ολόκληρος ο Πόντος υπήρξε τόπος θυσίας, ο χάρτης με τις περιοχές όπου σημειώθηκαν οι περιπτώσεις αυτοχειρίας που αναφέρονται, δεν πρέπει να θεωρηθεί πλήρης, αλλά ενδεικτικός.  

  Δεκαπέντε έως τριάντα κοπέλες από το Ασάρ της Πάφρας αυτόκτόνησαν για να μην παραδοθούν, το 1680, ύστερα από 48 μέρες ασφυκτικού αποκλεισμού σε κάστρο στις όχθες του ποταμού Άλυ.  

  Στη μονή Μάαρας του χωριού  Ότκαγια της Πάφρας, το 1917, λίγο πριν καταληφθεί ύστερα από πολυήμερη πολιορκία, έδωσαν τέλος στη ζωή τους οι καπετάνιοι: Χατζηγιώργης Καραβασίλογλου με τους τρεις γιους του, Ταγκάλ Γιώργης με τους δύο γιους του, Κωνσταντίνος Δεληολάνογλου και άλλοι μαχητές. 

  Το 1916, η Παρθένα Τουμανίδου, στην Μπαλτζάνα της Νικόπολης, έπεσε στον ποταμό Λύκο και πνίγηκε, όταν εισέβαλαν Τούρκοι στο σπίτι της.   

  Την ίδια περίοδο, γυναίκες της Ματσούκας έπεφταν σε γκρεμούς και ποτάμια και σκοτώνονταν μόνες ή μαζί με τα παιδιά τους , για να μην κακοποιηθούν από τους μουσουλμάνους πρόσφυγες των περιοχών επέλασης του ρωσικού στρατού. Την ίδια απόφαση πήραν και πολλοί ομογενείς στην περιοχή γύρω από τη μονή Βαζελώνα, που το 1916 δέχτηκε επίθεση από Τούρκους στρατιώτες και ατάκτους. Όπως και ο ιερέας Σάββας Χριστοφορίδης από τη Στάμα της Ματσούκας, που αποκλείστηκε με την οικογένειά του στο σπίτι του και πέθαναν όλοι από ασιτία. Εικοσιέξι γυναίκες από εκείνες που είχαν καταφύγει σε σπηλιά της Κουνάκας της Ματσούκας για να σωθούν, όταν αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, έπεσαν στον ποταμό Πρύτανι και πνίγηκαν.                                          Παρόμοιες αποφάσεις απελπισίας πάρθηκαν και από γυναίκες της Κερασούντας , της Φάτσας, Τρίπολης και Πουλατζάκης , σε περισσότερες από μία χρονικές  περιόδους.   

   Στην Οινόη, τον Σεπτέμβριο του 1921, ο τρόμος που  σκορπούσε ὁ Τοπάλ Όσμάν ανάγκασε νεαρές κοπέλες να σκοτωθούν πέφτοντας από τα βράχια της παραλίας στη θάλασσα, μερικές μάλιστα κρατώντας στην αγκαλιά τα μωρά τους.  

  Στην Πουλατζάκη επίσης, οι ίδιοι οι γονείς έφτασαν να σκοτώνουν τα παιδιά τους , αγόρια και κορίτσια για να μην τα εξισλαμίσουν ή τα κακοποιήσουν.  

   Το 1917, δύο εξορισμένες γυναίκες από την Άνω Αμισό, που είχαν βρεθεί μπροστά στη σφαγή μιας δεκαεπτάχρονης, η οποία αντιστάθηκε στην κακοποίησή της από Τούρκους χωροφύλακες, έπεσαν από μια ψηλή γέφυρα στα βράχια μαζί με τα μωρά τους και σκοτώθηκαν.   

  Στο Καργκιουνέι Σαμψούντας, το 1917, ο Κωνσταντινος Κερεμίδης, λίγο πριν τον συλλάβουν δύο στρατιώτες, τους σκότωσε και ύστερα αυτοκτόνησε.  

  Ο φυγόστρατος Παντελής Ελευθερίου, στο Καραγκιόλ Σαμψούντας , αντί να παραδοθεί στους στρατιώτες, που περικύκλωσαν το σπίτι του, έριξε μια βόμβα και ανατινάχτηκε μαζί με την πολυμελή οικογένειά του. 

  Η κόρη του Κερασούντιου δικηγόρου Παναγιώτη Ερμείδη έπεσε από το παράθυρό της και σκοτώθηκε, μόλις τη διεκδίκησε εισβάλλοντας στο σπίτι της ο γιος του Τοπάλ Οσμάν. 

  Οι δύο κόρες του δάσκαλου του χωριού Γουράν Ιρκούκ του Τόπτσαμ κρεμάστηκαν σε δένδρο για να αποφύγουν την κακοποίησή τους από Τούρκους που έκαψαν το χωριό τους.  

  Νέοι που εξορίστηκαν από το Τόπτσαμ προς την Τοκάτη το 1920 αυτοκτόνησαν πέφτοντας από τη γέφυρα της Νεοκαισάρειας στον ποταμό Λύκο. Πολλές μάνες επίσης έριξαν τα παιδιά τους να πνιγούν, για να μην  τουρκέψουν.  

  Το 1920, οι εξόριστες συνυφάδες ΡεβέκκαΣοφία καὶ Σταυρούλα Τσακίρογλου, από το Τερέκιοϊ της Νικόπολης, έπεσαν με τα παιδιά τους στον ποταμό Ίρι στην Αμάσεια και πνίγηκαν (κατά άλλη εκδοχή η μία είχε πεθάνει από τύφο στην πορεία).  

  Την κεμαλική περίοδο των διώξεων, στο χωριό Τεπέκιοϊ της Πουλατζάκης, τέσσερις-πέντε γυναίκες που τις ξεχώρισαν για να τις κακοποιήσουν άνδρες από τη συμμορία του Τοπάλ Οσμάν, ρίχτηκαν στο  σπίτι, όπου είχαν κλείσει και έκαιγαν ζωντανούς τους συγχωριανούς τους και κάηκαν κι αυτές 

  Στη Σιμικλή της Κερασούντας, το 1921, κάποιες γυναίκες, κυνηγημένες από τοὺς Κεμαλικούς, προτίμησαν να πνιγούν στο ποτάμι παρά να παραδοθούν. 

  Την κεμαλική περίοδο επίσης, στην περιοχή της Σαμψούντας, κάποιες φορές οι γέροντες και οι γυναίκες πρόβαλλαν αντίσταση μέχρι να προφτάσουν να διαφύγουν οι άνδρες στα βουνά. Σε μερικές περιπτώσεις κρατούσαν τις τελευταίες σφαίρες για τα παιδιά και τον εαυτό τους  και αυτοκτονούσαν. 

  Όταν διατάχτηκαν στη Ματσούκα οι εξορίες προς το Ερζερούμ, το 1922 και το 1923, πολλές γυναίκες βλέποντας στην πορεία τους  πτώματα κακοποιημένων γυναικών, έπεσαν στον Πυξίτη και πνίγηκαν.   

  Σε σπηλιά του χωριού Ταζλού το 1922,  εβδομήντα γυναικόπαιδα και επτά αντάρτες, πολιορκημένοι για μέρες από τον κεμαλικό στρατό, έμειναν χωρίς νερό, τρόφιμα και πολεμοφόδια, ενώ οι βόμβες έσκαγαν δίπλα τους. Τότε οι μάνες ζήτησαν από τους αντάρτες να τις σκοτώσουν με τα παιδιά τους, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Έτσι κι έγινε. Στη συνέχεια οι αντάρτες έσπασαν τα τουφέκια τους, ρίχτηκαν από τα βράχια και σκοτώθηκαν κι αυτοί.    

  Οι γυναίκες μαχήτριες, σύζυγοι των ανταρτών  Χαμπιτζέκ από το χωριό Γιάιλα της Πάφρας και του Γαβάχλοον Γιουβάσι από το Γαγιανίνπασι της Πάφρας επίσης, η Λευκίδου Σοφία, κράτησαν την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό τους και αυτοκτόνησαν για να μην αιχμαλωτιστούν.  

  Στο τέλος του  1916, σε μια αποστολή εξορίστων από ομογενείς κρατουμένους στον ναό του μαρτυρίου, τον Άγιο Γεώργιο της Πατλάμας,  υπήρχαν δύο γυναίκες και δύο ολομόναχα ορφανά παιδιά, εννιά και δώδεκα χρόνων, που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν από την εξάντληση. Οι χωροφύλακες που τους φρουρούσαν, εξοργισμένοι για την καθυστέρηση της πορείας, αποφάσισαν να τους ξεφορτωθούν.  Άνοιξαν δύο λάκκους σε ένα λόφο του χωριού Απτάλ και έσπρωξαν στον έναν τα δύο παιδιά και στον άλλο  τις δύο γυναίκες. Η μία από αυτές, όταν άρχισαν να ρίχνουν πάνω τους χώμα, φώναξε πως γίνεται μουσουλμάνα και την τράβηξαν έξω. Δεν την έθαψαν. Ρώτησαν στη συνέχεια  την άλλη γυναίκα και τα ορφανά, αν αλλάζουν πίστη. Κανείς τους δεν δέχτηκε. Έριξαν πάνω τους χώμα και τους έθαψαν ζωντανούς. 

Η σημερινή Τουρκία μπορεί να παριστάνει την απόλυτα δικαιολογημένη χώρα που αμύνθηκε σε ξένη εισβολή. Οι δύο μικροί μάρτυρες όμως θα την ελέγχουν αιώνια, γιατί έφυγαν από τη ζωή με φρικτό τρόπο και μάλιστα κατά τη νεοτουρκική περίοδο, δηλαδή τότε που δεν είχε αποβιβαστεί ούτε ένας Έλληνας στρατιώτης στη Μικρά Ασία.  

https://geopolitico.gr/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου