Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Όταν η Συνομοσπονδία ήταν “cool”



Και ξαφνικά, όλο ο συρφετός του «προοδευτισμού» άρχισε να ωρύεται και να φωνασκεί για τα αγάλματα των ηρωικών μορφών του Νότου και να ζητάει (όταν δεν τα βανδαλίζει τη νύχτα) την αποκαθήλωσή τους. Προηγήθηκε το πογκρόμ κατά της Σημαίας της Συνομοσπονδίας, της γνωστής Rebel flag. Τα επιχειρήματά τους (αν μπορείς να ονομάσεις έτσι τις κραυγές και τους αφορισμούς του αριστερού όχλου και των ιεροεξεταστών της πολιτικής ορθότητας), είναι (τι άλλο;) «ρατσισμός», «λευκή υπεροχή», «η δουλεία» κλπ κλπ. Μπροστά στις κραυγές και τις πανταχόθεν πιέσεις, ασπόνδυλοι Νότιοι πολιτικοί υποκύπτουν, με ένα κομμάτι, δυστυχώς, του λαού να δέχεται παθητικά τις εξελίξεις, που οδηγούν αρχικά στην διαγραφή της ιστορικής μνήμης και της παράδοσής του και μετά στην πλήρη υποταγή του στην «πρόοδο».

Έτσι όπως το πάνε, σε λίγο δεν θα έχει μείνει τίποτα που να θυμίζει το “old Dixie”. Εκτός από τίποτα «γαλατικά χωριά».   

Κι όμως δεν πάνε πολλά χρόνια που όλοι - ακόμα και οι αριστεροί - θεωρούσαν “cool” την Rebel flag και τον Johnnie Reb και το έδειχναν σε ταινίες και τραγούδια.

Μάλιστα ήταν οι «προοδευτικοί» και οι αριστεροί που είχαν ρομαντικοποιήσει τον “Lost Cause” (Χαμένο Σκοπό) της Συνομοσπονδίας, άρα και κατ’ επέκταση την απόσχιση και τις προσπάθειές της για διατήρηση της δουλείας. Πως γίνεται αυτό;

Είναι λίγο περίπλοκο.

Λίγο πριν το τέλος της εποχής Jim Crow, το μεταπολεμικό αριστερό Χόλιγουντ συνέχισε σε μεγάλο βαθμό τις να εξυμνεί τον Lost Cause της Συνομοσπονδίας. Ίσως ο κινηματογραφικός ρομαντισμός να προέκυψε εξαιτίας των κερδών που είχαν αφήσει παλαιότερες ρομαντικές αφηγήσεις, όπως το "Gone with the Wind", οι οποίες μπορεί να προέρχονταν από μια επιθυμία να διαδραματίσουν ρόλο στην "επούλωση των πληγών του έθνους".

Στο “Shane” (1953) του George Stevens, η τραγωδία του ηρωικού Νότιου πιστολά μετά το τέλος του «εμφυλίου» (στον ρόλο του Shane, ο Alan Ladd) φαίνεται να συνδέεται απόλυτα με το παρελθόν του ως πρώην Reb. Αντίθετα, ο απεχθής κακός της ταινίας, είναι ο φιλο-Βόρειος Jack Wilson (τον υποδύεται ο μετέπειτα θρύλος των westernJack Palance).

Ο  αχρείος Wilson θα πυροβολήσει έναν αφελή Νότιο, τον "StonewallTorrey (τον υποδύεται ο Elisha Cook Jr.), ξεστομίζοντας ύβρεις για τη Συνομοσπονδία. («Αυτός ο Stonewall Jackson ήταν ένα σκουπίδι, όπως και ο Lee και όλοι οι υπόλοιποι Rebs. Κι εσύ επίσης»).

Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο καταλύτης για περισσότερη βία. Αυτή τη φορά ο Shane – που αντιπροσωπεύει τον ηρωικό Νότο - κερδίζει, και θα απαντήσει ανάλογα στον Wilson:

Shane: Άκουσα για σένα, Jack Wilson.
Wilson: Τι άκουσες, Shane;
Shane: Άκουσα ότι είσαι ένας τιποτένιος Γιάνκης ψεύτης.
Wilson: Απόδειξέ το.

Στη συνέχεια, ο Wilson δέχεται καταιγισμό από σφαίρες που τον πετάνε πίσω από το μπαρ.

Ακόμα και έξω από το Wyoming, το υπόβαθρο του Χόλιγουντ είναι ότι κάθε φτωχός Νότιος μπορεί να βρει έναν πρώην στρατιώτη της Συνομοσπονδίας για να τον προστατεύσει, με θάρρος και ιπποσύνη, ενάντια στα βόρεια κοράκια που προσπαθούν να τον φάνε. Ο ευγενής σωτήρας Shane, δεν είχε, φυσικά, κανένα ρόλο στη δουλεία, αλλά αγωνιζόταν για τη γη του Νότου στην υπηρεσία της Συνομοσπονδίας.

Ένας άλλος Νότιος αντι-ήρωας είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας του 1956 “The Searchers”, του John Ford, ο Ethan Edwards (τον υποδύεται ο θρυλικός John Wayne), του οποίου η γενναιότητα προέρχεται από το ότι είναι βετεράνος του στρατού της Συνομοσπονδίας. Ο μορφή του ηρωικού, ανυπόταχτου αλλά και συγχρόνως τραγικού Νότιου βετεράνου εμφανίζεται και άλλες ταινίες όπως το “Stagecoach” (1939) και το “The Horse Soldiers” (1959).

Τα Western του Χόλιγουντ - συχνά στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 - έβλεπαν τα ρομάντζα με πρωταγωνιστές Νότιους που πολέμησαν στις τάξεις της Συνομοσπονδίας, ως έναν τρόπο επανένωσης της χώρας και συμμετείχαν στην (τότε) αριστερή ώθηση εναντίον ενός ομοσπονδιακού θεσμού. Πράγματι, είναι δύσκολο να βρούμε μια ταινία Western στην οποία ένας Νότιος στρατιωτικός να απεικονίζεται καθαρά με αρνητικά χρώματα. Στη χειρότερη περίπτωση, είναι ονειροπόλοι που σχεδιάζουν να ανοικοδομήσουν μια δυτική συνομοσπονδία (“Rio Conchos”, 1964). Στην καλύτερη περίπτωση, συντηρούν το στερεότυπο, ότι αν και καλύτεροι πολεμιστές οι Νότιοι, έχασαν τελικά τον πόλεμο μόνο λόγω της συντριπτικής βιομηχανικής παραγωγής και του εργατικού δυναμικού του Βορρά - και έτσι οι βετεράνοι της Συνομοσπονδίας είναι ιδιαίτερα πολύτιμοι στον πόλεμο κατά των Ινδιάνων στα σύνορα, ένας ασφαλής χώρος γι’ αυτούς είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά όχι ο Βορράς.

Οι ταινίες “True Grit” έχουν τον χαρακτήρα του Rooster Cogburn, έναν αντι-ήρωα και πρώην μέλος των Quantrill Raiders, της συμμορίας των φιλο-Νότιων ανταρτών μέλος της οποίας ήταν και ο θρυλικός Jesse James. Ο John Wayne υποδύθηκε για πρώτη φορά το Cogburn το 1969, στον τελευταίο του ρόλο Νοτίου στις ταινίες του John Ford. (Ως Rooster Cogburn, ο Wayne θα ξαναεμφανισθεί στην ομώνυμη ταινία του 1975).

Το 1969, στο επικό «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος», ο Κλιντ Ίστγουντ δίνει ρεσιτάλ στην απεικόνιση του ευγενή, cool, αλλά και ατρόμητου Νότιου, που υποφέρει τα πάνδεινα από έναν ψυχοπαθή Βόρειο διοικητή σε ένα άθλιο στρατόπεδο αιχμαλώτων του εμφυλίου πολέμου (βλ. ανάλυση της ταινίας εδώ).

Ο Eastwood εμφανίζεται πάλι ως Νότιος, στο περίφημο “The Outlaw Josey Wales” (1976), όπου από φιλήσυχος οικογενειάρχης μετατρέπεται σε μια cowboy έκδοση του Dirty Harry, εναντίον των βάρβαρων Βορείων που του σκότωσαν γυναίκα και παιδί, προστατεύοντας, κακοποιημένες γυναίκες, φτωχούς και Ινδιάνους (βλ. ανάλυση της ταινίας εδώ). Στην ταινία ο Wales/Eastwood λέει μία από τις κορυφαίες ατάκες, καθώς στέκεται ψυχρός, αγέρωχος και έτοιμος για πιστολίδι, μπροστά από μια ομάδα από Βόρειους στους οποίους απευθύνει το εξής ερώτημα:

Are you gonna pull those pistols or whistle Dixie?”


Στις υποτιθέμενες αριστερές δεκαετίες του 1960 και της δεκαετίας του 1970, βρίσκεται στην πραγματικότητα, στο απόγειο το μοντέλο του Confederate Chic. Υπήρχαν, είναι αλήθεια και ταινίες όπως η αστυνομική “Heat of the Night” (1967) / “H Ιστορία ενός Εγκλήματος”, με τον Σίντνεϊ Πουατιέ, που έχουμε την γνωστή σήμερα απεικόνιση των λευκών ρατσιστών ανθρώπων του Νεάντερταλ, αλλά καθώς είχε περάσει ο νόμος περί δικαιωμάτων ψήφου και είχαν  τελειώσει οι φυλετικοί διαχωρισμοί με τον Jim Crow, η εικόνα του ειδυλλιακού παλαιού Νότου επανεμφανίστηκε, ανανεωμένη για την εποχή της κουλτούρας της διαμαρτυρίας.

Έτσι, έχουμε Νότιους με στυλ χίπις, μακριά μαλλιά, γενειάδα ή μουστάκι, που αντιστέκονται στην κρατική εξουσία, τραγουδάνε folk ή πιο σκληρά τραγούδια, όλα μέσα σε ένα αγροτικό, ειδυλλιακό, ρομαντικό Νότιο περιβάλλον. Κάθε αναφορά σε δουλεία, φυλετικό διαχωρισμό και απόσχιση έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς.

Στην μετά το Βιετνάμ ταινία του 1980, “The Long Riders”, η δολοφονία της συμμορίας του Τζέσε Τζέιμς είναι ένα είδος μείγματος Lynyrd Skynyrd με Bonnie και Clyde - ευγενείς παράνομοι που πολεμούν τις αρπακτικές βόρειες τράπεζες και τους "Pinkerton Men" (ντετέκτιβ) των σιδηροδρομικών εταιρειών. Ο Carradine και τα αδέλφια του, που παίζουν τα μέλη της συμμορίας, εμφανίζονται σαν rockers του Woodstock, με υπερβολικές νότιες προφορές, μακριά ατημέλητα μαλλιά, χίπικο στυλ, χιούμορ και ένα “I-dont-give-a-damn” στυλ αντίστασης.

Όταν ένας ανίδεος φιλο-Βόρειος μουσικός παίζει το "The Battle Cry of Freedom", ένας νεότερος αδελφός (Randy Quaid) στη συμμορία τον αναγκάζει να παίξει αντί γι’ αυτή την φιλο-Βόρεια γελοιότητα, το "I'm a Good OldRebel", το οποίο τραγουδάει ο Καλιφορνέζος hipster Ry Cooder. Οι στίχοι τα λένε όλα:

I hate the Yankee nation / And everything they do. / I hates the Declaration of Independence too. / I hates the glorious Union / ’Tis dripping with our blood. /And I hates their striped banner. /I fought it all I could...”

Τέτοιοι στίχοι σήμερα θα είχαν ως αποτέλεσμα το μποϋκοτάζ του Soundtrack της ταινίας, ή καμία επίσκεψη των antifa.
Όταν η ακτιβίστρια των πολιτικών δικαιωμάτων και συμμετέχουσα στο Woodstock Joan Baez, τραγούδησε το μελωδικό τραγούδι του Robbie Robertson (των The Band) “The Night They Drove Old Dixie Down”, (ένας γλυκός θρήνος στην πτώση του Νότου και μια καταγγελία της βαρβαρότητας που έδειξαν τα στρατεύματα των Βορείων, που έκαιγαν τα πάντα στο διάβα τους), είδε την φολκ καριέρα της να αναβιώνει. Τέτοιοι στίχοι δεν θα ακούγονταν σήμερα από αριστερούς:

«Όπως ο πατέρας μου πριν από μένα, θα δουλέψω σκληρά τη γη / Και όπως ο αδερφός μου πάνω από μένα, που ήταν ένας Rebel / Ήταν μόλις 18 ετών, περήφανος και γενναίος, αλλά ένας Yankee τον έριξε στον τάφο / Ορκίζομαι στη λάσπη που είναι κάτω από τα πόδια μου / Δεν μπορείς να φέρεις πίσω έναν Κάιν όταν έχει νικηθεί / Τη νύχτα που σώριασαν κάτω το παλιό Dixie κάτω και οι καμπάνες χτυπούσαν / Τη νύχτα που σώριασαν κάτω το παλιό Dixie κάτω και οι άνθρωποι τραγουδούσαν / και έλεγαν Nalanalanananananananananana »

Όσο και να φαίνεται σήμερα απίθανο, υπήρχε ένα κοινός παρονομαστής που ένωνε τη folk κουλτούρα της Αριστερής δεκαετίας του '60 με το Confederate cool και αυτό ήταν ένα αμοιβαίο μίσος για την μεγάλη, σκληρή, άκαρδη και ισχυρή Ουάσινγκτον, ένα μίσος για ό,τι έκανε στο Βιετνάμ και για την προσπάθειά της να καταπνίξει το άτομο - Ο Νότιος ήταν κάποτε τόσο ανυπεράσπιστος όσο ο Βιετναμέζος απέναντι σε μια τέτοια αθεόφοβη πολεμική μηχανή, και η συμμορία του Carradine ήταν σαν τους Allman Brothers με τουφέκια.

Μουσικοί και συγκροτήματα κάθε είδους, από Southern pop, μέχρι hard metal και φυσικά country και western, είχαν τραγούδια με στίχους με Νότια και Confederate θέματα. The Allman Brothers, Lynyrd Skynyrd (“Sweet Home Alabama”), the Marshall Tucker Band, Charlie Daniels (“The South’s Gonna Do It”), Confederate Railroad (“Summer in Dixie”), εξυμνούσαν τον old-style rebel/αλήτικο Νότιο τρόπο ζωής.
Μέχρι και την δεκαετία του 1980, αλλά και τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα  σύμβολα του Νότου και τα πρόσωπα που με καμάρι τα φορούσαν (τραγουδιστές και ηθοποιοί) ήταν “cool”, έστω με λιγότερη ένταση. Κανένας «διάσημος» δεν αισθανόταν να κινδυνεύει τον καιρό εκείνο από την αστυνομία σκέψης. (Όπως η Meryl Streep στο “Silkwood” του 1983, ή πιο πριν στο "Secret Service" του 1977, ο Johnny Depp στο “Cry Baby” του 1990, η Geena Davis στο “Thelma & Louise” του 1991, ο Brad Pitt στο “Kalifornia” του 1993 και άλλοι).

Αλλά σήμερα, όλα αυτά μοιάζουν παρελθόν. Ένας μετά τον άλλον δήμαρχοι και κυβερνήτες, ηθοποιοί και καλλιτέχνες (ακόμα και παιδιά του Νότιου), τρομοκρατημένοι από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας, σπεύδουν να αποκηρύξουν την σημαία των Νοτίων και φυσικά, κανείς δεν διανοείται να πει ένα τραγούδι ή να φτιάξει μια ταινία που θα απεικονίζει τους βετεράνους της Συνομοσπονδίας ως ήρωες.

Κανείς δεν τολμάει να πει ένα τραγούδι για τον Στρατηγό Lee, όπως κάποτε είχε πει ο μεγάλος Johnny Cash. Ή να βγάλει τραγούδι με τον τίτλο "An Old Unreconstructed", όπως έβγαλε ο Waylon Jennings. 
Κανείς δεν τολμάει να ποζάρει με μια σημαία του Νότου, όπως δεν είχαν κανένα πρόβλημα να το κάνουν τόσοι μεγάλοι star και τραγουδιστές του παρελθόντος.

Ακόμα και η «βέβηλη» νέα έκδοση (2005) των θρυλικών Dukes of Hazzard, επιμελώς έκρυβε την τεράστια Νότια σημαία στην οροφή του “General Lee”.  

Σήμερα, επιστρατεύονται γερανοί, που μαζί με όχλους αντίφα και δικαιωματιστών, προσπαθούν να σωριάσουν κάτω τα αγάλματα με τους μορφές της Συνομοσπονδίας και έχουν καταφέρει να θεωρείται «παράνομο» εάν κάποιος ανεμίσει μια σημαία του Νότου. Οτιδήποτε θυμίζει την Συνομοσπονδία πρέπει να εξαλειφθεί. Φτάσαμε στο σημείο να ζητούν να λογοκριθεί ακόμα και η λέξη Dixie! Μιλάμε για συντονισμένο σχέδιο εξάλειψης της ιστορίας και της μνήμης ενός λαού. Γιατί εκεί στο Νότο υπάρχει ένας άλλος λαός. Τον οποίον εργάζονται μεθοδικά να το αντικαταστήσουν.

Αλλά αυτό νομίζω ξέρετε, ότι δεν συμβαίνει μόνο στο Νότο.


ΚΟ / με πηγές από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου