Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Το δικό του ποίημα

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης



Τίποτες δεν ήταν όπως ήταν. Κι ούτε θα μπορούσε να είναι. Τουλάχιστον όπως το θυμόταν. Κοιταγμένο μέσα από τα νεανικά του μάτια. Όπου όλα αχτινοβολούσαν και έλαμπαν, ακόμη κι οι πιο φριχτές του αυταπάτες.

Όταν αποχαιρετούσε τη μάνα του με την υπόσχεση ότι ώσπου να κιτρινίσουν τα σπαρτά θα ’χει ξαναγυρίσει. Στην πατρίδα. Για να πάρει πίσω το αίμα του αδελφού του και του πατέρα του. Και να βγάλει στη βοσκή τα γελάδια τους, να πήξει κατσικίσιο τυρί και να κατεβάσει ξύλα από το βουνό.

Αλλά σαράντα πέντε φορές πρασίνισαν και κιτρίνισαν από τότες τα σπαρτά. Η μάνα του πέθανε στο μεταξύ. Άδειασε το μαντρί τους. Ερήμωσε το σπίτι τους. Γαϊδουράγκαθα και ακακίες, κισσοί και αγριοτριανταφυλλιές γέμισαν την αυλή τους.

Όπου τώρα στέκεται απέξω και θωρεί. Χωρίς να του απομένει ούτε μια εκδίκηση. Έτσι σαν δικαιολογία ή σαν εξήγηση για τη ζωή του τη χαμένη.

Τι είναι η πατρίδα;

Σπρώχνει την σκουριασμένη εξώπορτα. Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο πεισμώνει στο κρύο του Νοέμβρη. Είναι βεβαίως η πατρίδα κι αυτά και εκείνα. Τα πέταλα του λουλουδιού διαλύονται στο πρώτο άγγιγμα.

Αλλά πάνω απ’ όλα, είναι η πατρίδα ένας ωραίος τόπος για να πεθαίνεις.


Πηγή: artinews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου