Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Μαζί με τα γέρικα άλογα, γερνούν, μαραίνονται, ξενιτεύονται τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Το δικό τους μερτικό στη χαρά, τη δημιουργία, τη δουλειά μέρα τη μέρα λιγοστεύει, κι ας έχουν τη δύναμη να λυθούν από τον πάσσαλο.


Αποτέλεσμα εικόνας για εικονεσ με αλογα


της Μαριάννας Τζιαντζή*
Την αργή εξόντωση ενός γέρικου αλόγου περιγράφει ο Γκι ντε Μοπασάν στο διήγημά του «Κοκός» («Coco», 1884). Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα μεγάλο, πλούσιο και νοικοκυρεμένο αγρόκτημα. Εκεί γερνά γλυκά ο Κοκός καθώς η κυρά του δεν θέλει να θανατωθεί το αγαπημένο της άσπρο άλογο που το είχε μεγαλώσει και το κρατούσε πάντα κοντά της.
Η φροντίδα του αλόγου έχει ανατεθεί σε έναν δεκαπεντάχρονο άξεστο υπηρέτη, τον Ζιντόρ. Τον χειμώνα ο Ζιντόρ τού δίνει καθημερινά βρώμη και σανό, ενώ το καλοκαίρι πρέπει καθημερινά να τον πηγαίνει σε μια πράσινη πλαγιά και να τον δένει σε διαφορετικό σημείο κάθε φορά ώστε ο Κοκός να βρίσκει άφθονο χορτάρι.
Το γέρικο άλογο κινείται με δυσκολία, ο Ζιντόρ εκνευρίζεται που είναι αναγκασμένος να το σέρνει και σιγά σιγά γεννιέται μέσα του η διάθεση να εκδικηθεί το άλογο. Απορεί που δεν το σκοτώνουν και αγανακτεί που ξοδεύονται χρήματα για τη βρώμη του.
Συχνά, παρά τις αντίθετες διαταγές του αφέντη του, κάνει οικονομία στην τροφή του αλόγου δίνοντάς του μισή μερίδα βρώμη και σανό. Ποιος ο λόγος να το τρέφουν; αναρωτιέται. «Του φαινόταν ότι αυτό το ψωράλογο κλέβει το φαΐ των άλλων, κλέβει την περιουσία των ανθρώπων, τ’ αγαθά του Θεού, κλέβει ακόμα και τον ίδιο τον Ζιντόρ».
Ετσι, βαθμιαία το αγόρι περιορίζει την επιφάνεια της βοσκής του αλόγου, μετατοπίζοντας ελάχιστα τον πάσσαλο απ’ όπου είναι δεμένος ο Κοκός. Μένει νηστικό το ζωντανό, σιγολιώνει. Πολύ εξασθενημένο για να λυθεί, μάταια τεντώνει το κεφάλι του προς το ψηλό χορτάρι που λάμπει μπροστά στα μάτια του, νιώθοντας τη μυρωδιά του χωρίς να μπορεί να το πλησιάσει.
Μέχρι που ο Ζιντόρ αποφασίζει να μη μετακινήσει άλλο πια τον Κοκό και μπήγει τον πάσσαλο στο ίδιο σημείο. Η συνέχεια είναι αναμενόμενη. Το ζώο πεθαίνει από ασιτία. Και το έγκλημα του «κουτοπόνηρου και άρπαγα χωριάτη» μένει ατιμώρητο
Με κάθε νέο μνημόνιο, με κάθε νέο κύμα μέτρων περιορίζεται η επιφάνεια βοσκής των γέρικων αλόγων στο δικό μας λιβάδι. Τα άνεργα, τα γέρικα αλλά και τα εργαζόμενα άλογα κόβουν στη μέση τη μερίδα του σανού και της βρώμης, κόβουν στη μέση ή και απαρνιούνται πολλά. Βλέπουν το πράσινο χορτάρι να φουντώνει γύρω τους αλλά δεν μπορούν να το φτάσουν.
Ο πάσσαλος μένει καθηλωμένος και το σχοινί κονταίνει. Οχι όμως εξαιτίας της κακίας και της βλακείας του μοχθηρού εφήβου, αλλά γιατί έτσι ορίζει το σχέδιο των θεσμών.
Ομως η ζωή δεν μιμείται ακριβώς την τέχνη. Στην ιστορία του Μοπασάν ο αφέντης είναι σπλαχνικός και ο δούλος άκαρδος, όμως ο Ελληνας Ζιντόρ δεν μισεί. Διαπραγματεύεται με τους επικυρίαρχους για το μήκος του σχοινιού, με πόνο ψυχής κόβει ξανά και ξανά τη μερίδα του σανού και της βρώμης, τους μισθούς, τα επιδόματα, τις συντάξεις, παραχωρεί το λιβάδι στους επενδυτές και εξηγεί στο άλογο ότι έτσι μένει Ευρώπη, έτσι γλιτώνει τα χειρότερα.
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών

mao

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου