Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Μια αυτόνομη χώρα μπορεί να υπάρξει μόνο εάν διαθέτει μια ανεξάρτητη και παραγωγική οικονομία, σχεδιασμένη για να καλύπτει τις ανάγκες του λαού της.

Του Κωστή Ανετάκη


Μέρος Δεύτερο: Στρατηγικό Σχέδιο


Παραγωγικό πρότυπο – Οικονομία

 

Η κλασική μαρξιστική θεώρηση αιτείται την κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη και ο Κοινωνισμός δεν διαφωνεί κατ’ αρχήν με αυτό. Πράγματι, θεωρούμε ότι τα μέσα παραγωγής θα πρέπει να ελέγχονται από την Λειτουργική Τάξη της χώρας. Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα; 

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελληνική Πολιτεία θα κληθεί να λειτουργήσει μέσα σ’ ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό περιβάλλον και ν’ ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις χώρες με ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Ένα τέτοιο έργο στις σημερινές συνθήκες αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι ν’ ανταποκριθούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. 

Αν λάβουμε υπόψη την εμπειρία που μας χάρισε το εφαρμοσμένο μοντέλο του Υπαρκτού Σοσιαλισμού του προηγούμενου αιώνα, μπορούμε να διδαχτούμε πολλά για το σήμερα. Το αίτημα για κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη μεταφράστηκε σ’ ένα συγκεντρωτικό ντετερμινιστικό μοντέλο, που ζητούσε τον αποκλειστικό έλεγχο κάθε μορφής οικονομικής δραστηριότητας, από την μαζική βιομηχανική παραγωγή, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της αγοράς. 

Όμως στην πραγματικότητα η οικονομία μιας χώρας και η αλληλεπίδρασή της με το διεθνές περιβάλλον, είναι μια διαδικασία χαοτική, με την έννοια ότι περιλαμβάνει έναν τεράστιο αριθμό παραμέτρων, τις οποίες φυσικά δεν υπάρχει καμμία κυβέρνηση –οσοδήποτε σοφή, εμπνευσμένη και καλά οργανωμένη κι αν είναι- που να μπορεί να τις προβλέψει και να τις διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια. 

Έτσι, η απαίτηση να ρυθμίζεται κεντρικά από το κράτος κάθε πτυχή της αγοράς, ακόμα και τι ώρα ή σε ποια ποσότητα θα παραχθεί το ψωμί σε οποιαδήποτε γωνιά της χώρας, εισάγει στο σύστημα τεράστια ποσά εντροπίας, που δεν είναι επ’ ουδενί διαχειρίσιμα. Ένα τέτοιο σύστημα είναι θνησιγενές και πάσχει από δυσκαμψία, ενώ απαιτεί μια τερατώδη γραφειοκρατία ώστε να λειτουργήσει, μέχρι μοιραία να καταρρεύσει. 

Αυτός, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατίας, είναι κατά τη δική μας ανάλυση ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός ηττήθηκε κατά κράτος στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο στον αχαλίνωτο Νεοφιλελευθερισμό. 

Σε τελική ανάλυση, αμφισβητείται έντονα κατά πόσον το πυραμιδοειδές άκαμπτο μοντέλο διοίκησης που δοκιμάστηκε, υπηρετούσε το βασικό πρόταγμα της κατοχής των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη. Στην πράξη αυτά είχαν περιέλθει στον δικαιωματικό έλεγχο μιας κομματικής ελίτ, που ταυτόχρονα ήλεγχε κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας, πέρα από την οικονομική. 

Από αυτήν την άποψη, το καπιταλιστικό σύστημα αποδείχτηκε πολύ πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό στις πραγματικές συνθήκες, γι’ αυτό και βγήκε νικητής, παρά τις εγγενείς του αντιθέσεις και την τυφλή του αρπακτικότητα. Θα ήτανε λοιπόν καλό να διδαχτούμε ορισμένα πράγματα από αυτό, ιδιαίτερα εφόσον θα είμαστε αναγκασμένοι να το ανταγωνιστούμε. 

Εδώ φτάνουμε στην πολύπαθη έννοια της Ελεύθερης Αγοράς. Έχει ειπωθεί πάρα πολλές φορές, ότι η ελεύθερη αγορά έχει την ικανότητα να αυτορυθμίζεται, πράγμα που στην πράξη δεν αποδείχτηκε αληθές. Όμως ας εστιάσουμε την κριτική μας ματιά λίγο βαθύτερα σ’ αυτό το ζήτημα. 

Στην πραγματικότητα η αγορά αποτελεί μια πολύπλοκη ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα πολλαπλά διασυνδεόμενο χαοτικό υπερσύστημα, εντός του οποίου ισχύουν οι ίδιοι νόμοι και περιορισμοί που διαπνέουν όλα τ’ ανάλογα συστήματα: κοινωνίες, οικοσυστήματα, ακόμα και περίπλοκους οργανισμούς όπως ο ίδιος ο άνθρωπος. 

Πράγματι, τέτοιου είδους συστήματα διαθέτουν εγγενώς την ικανότητα να αυτορυθμίζονται, ωστόσο μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για να συμβεί αυτό, η αγορά θα πρέπει να καταμεριστεί σε μεγάλο αριθμό παικτών, εκ των οποίων κανένας δεν θα μπορεί να κυριαρχήσει πλήρως επί των υπόλοιπων, ούτε θα μπορούν κάποιοι λίγοι να συμφωνήσουν υπόγεια, ώστε να την ελέγξουν. Ο κλασικός καπιταλισμός θεωρεί μέγιστο κακό τη δημιουργία μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων. Αυτά στη θεωρία. 

Στην πραγματικότητα η έννοια της ελεύθερης αγοράς, ακριβώς επειδή διαθέτει ένα ποσοστό αλήθειας στη βασική της σύλληψη, έχει χρησιμοποιηθεί δολίως, ως δούρειος ίππος, ώστε να δικαιολογήσει την έκρυθμη επιβολή του ανεξέλεγκτου κεφαλαίου σε όλο τον πλανήτη. Ουσιαστικά η παγκόσμια αγορά μόνο ελεύθερη δεν είναι. 

Ενώ ο Νεοφιλελευθερισμός καταγγέλλει σθεναρά κάθε προσπάθεια ελέγχου του κεφαλαίου από τα κράτη, στην πράξη έχει συστήσει πανίσχυρους υπερεθνικούς οργανισμούς που κανοναρχούν τα κράτη και τις παγκόσμιες αγορές, όπως το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ κ.λπ., και δείχνει συνεχώς τάσεις προς τη συσσώρευση, έτσι που ελάχιστες εταιρείες ελέγχουν σε συντριπτικό βαθμό την παγκόσμια οικονομία κι οι τράπεζες έχουν καταστεί «too big to fail», αξιώνοντας από τους λαούς να πληρώνουν τις ζημιές τους, ενώ δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους. 

Σε τελική ανάλυση, κάθε φυσικό ή ανθρωπογενές χαοτικό σύστημα έχει τους ενδογενείς και τους εξωτερικούς του περιορισμούς και μόνο υπό αυτές τις συνθήκες κατά τ’ άλλα αυτορυθμίζεται. 

Η διαλεκτική σύνθεση των παραπάνω, καταλήγει στα εξής: το κράτος υπηρετεί τη Λειτουργική Τάξη και μόνο αυτή, όπως δείξαμε προηγουμένως, κατά την ανάπτυξη του προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας. Υπ’ αυτήν την έννοια, ό,τι ανήκει στο κράτος ανήκει αυτομάτως στη Λειτουργική Τάξη, δηλαδή στον λαό. 

Στην Ελληνική Πολιτεία ανήκουν αποκλειστικά οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ορυκτός πλούτος, νερά, φυσικά οικοσυστήματα, αλλά και τα ενεργειακά δίκτυα κ.λπ. τα οποία έχουν πληρωθεί από γενιές ολόκληρες Ελλήνων. Η Πολιτεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης κι εκμετάλλευσης αυτών των πόρων. Θα δίνεται η δυνατότητα σύμπραξης με άλλα κράτη ή με ιδιωτικές εταιρείες, υπό την αυστηρή προϋπόθεση (που θα προτείνουμε να συμπεριληφθεί στο νέο Σύνταγμα) ότι η Πολιτεία δεν θα μπορεί να διαθέτει ποσοστό μικρότερο του 51%. 

Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ενεργειακή αυτονομία της χώρας, αξιοποιώντας όλες τις εναλλακτικές ενεργειακές πηγές, με σεβασμό στο περιβάλλον και δίχως τη φαραωνική αποικιοκρατική αντίληψη που χαρακτηρίζει τη δήθεν πράσινη ανάπτυξη, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα νεοφιλελεύθερα πλαίσια. 

Η υπόλοιπη οικονομική δραστηριότητα θα είναι ελεύθερη, ωστόσο η Ελληνική Πολιτεία διατηρεί το δικαίωμα να θέτει τους απαιτούμενους περιορισμούς και τις απαραίτητες προϋποθέσεις (εργατικό δίκαιο, περιβαλλοντικούς όρους, φορολογία κ.λπ.), ώστε η αγορά να λειτουργεί ομαλά και να διατηρούνται οι συνθήκες αυτορρύθμισης της. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ενθαρρυνθεί ιδιαίτερα η μικρομεσαία ή μεγαλομεσαία οικονομική δραστηριότητα, έτσι ώστε η αγορά να καταμερίζεται στην πράξη σε μεγάλο αριθμό παικτών. 

Η Πολιτεία, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τους πόρους που της ανήκουν αποκλειστικά, θα ιδρύει εταιρείες ιδιωτικού δικαίου. Αυτές θα τις διαχειρίζονται διοικήσεις, οι οποίες θα επιλέγονται μετά από ανοικτό διαγωνισμό. Η Πολιτεία, μέσω της βουλής ή τοπικά των λαοσυνάξεων, θα ελέγχει τα πεπραγμένα της εταιρείας, θ’ αποτιμά τα κέρδη και το εν γένει έργο της διοίκησης και θα θέτει τους στόχους για την επόμενη χρονιά, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τις δεδομένες συνθήκες των καιρών. Έτσι εγγυάται τον κοινωνικό έλεγχο, σε συνδυασμό με την ανάγκη βιώσιμης ανάπτυξης. 

Ο σύλλογος των εργαζομένων θα διαθέτει ποσοστό 15% των μετοχών (που δεν θα μπορεί να πουλήσει ή να παίξει στο χρηματιστήριο), έτσι θα συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας, αλλά και στις πιθανές της ζημιές. 

Δεν έχουμε σκοπό να επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος, που μας έχουν κοστίσει πολύ ακριβά. Σε περίπτωση που μια διοίκηση φανεί ανίκανη ή διεφθαρμένη, θα αντικαθίσταται και τα μέλη της θα υφίστανται τις ποινικές συνέπειες. Εφόσον φανεί όμως ότι η ίδια η επιχείρηση δεν είναι βιώσιμη και προκαλεί συστηματικά ζημίες στον ελληνικό λαό, τότε η εταιρεία θα κλείνει ή θα αναδομείται ριζικά. 

Δεν θέλουμε εργατοπατέρες, ούτε τη σημερινή δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία στην παραγωγική διαδικασία. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, θα εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο και σε μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα που θα λειτουργούν στη χώρα, εφόσον ξεπερνάνε κάποιο ποσό τζίρου. 

Η κατοχή από τους εργαζόμενους μέρους του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, μπορεί ν’ ακούγεται εκ πρώτης όψεως ως προσπάθεια επιβολής πάνω στην ιδιωτική περιουσία. Στην πραγματικότητα όμως, διασφαλίζει τον ιδιοκτήτη από παράλογες διεκδικήσεις από πλευράς των εργαζομένων, από σαμποτάζ, καταστροφικές απεργίες κ.λπ., καθώς τους καθιστά συνυπεύθυνους για την επιβίωση της εταιρείας. Από την άλλη πλευρά διασφαλίζει στους εργαζόμενους ένα δίκαιο μερίδιο απ’ την υπεραξία που παράγουν. Φυσικά οι σύλλογοι εργαζομένων θα λειτουργούν βάσει του αμεσοδημοκρατικού προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας και δεν θα υπάρχει ο νοσηρός εργατοπατερικός συνδικαλισμός που γνωρίσαμε ως τα σήμερα. 

Ως προς τον σκληρό πυρήνα του δημόσιου τομέα, που όπως είπαμε θα είναι όσο το δυνατόν μικρότερος και λιγότερο κοστοβόρος απ’ ό,τι μέχρι σήμερα, λόγω του αποκεντρωμένου μοντέλου διοίκησης, θα πάψει να ισχύει το εξευτελιστικό μέτρο της μονιμότητας. 

Πράγματι, η ιδέα της μονιμότητας στο δημόσιο, προέρχεται από τις απαρχές του άθλιου κομματικού πολιτικού συστήματος των Κοτζαμπάσηδων, αφού καθένας που ερχότανε στην εξουσία, απέλυε απ’ το δημόσιο όποιον δεν του ήταν αρεστός. Έτσι κάποια στιγμή νομοθετήθηκε η μονιμότητα, ώστε να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από αυτό το αίσχος. Είχε όμως πολλές παρενέργειες κάτι τέτοιο, τις οποίες όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε. 

Όπως προκύπτει από την περιγραφή του μοντέλου της Ελληνικής Πολιτείας, η δημόσια διοίκηση υποχρεωτικά θα δομηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε το σύστημα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται στη βουλή ή στην κυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς δεν θα υπάρχουν πλέον κόμματα, να ευνοούν τους δικούς τους. 

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η μονιμότητα δεν έχει πια να προσφέρει τίποτα θετικό, ενώ διατηρεί στο ακέραιο όλα της τ’ αρνητικά. Εμείς θέλουμε πλήρη και αποκλειστική εργασία για όλους τους Έλληνες, με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Τούτο θα ισχύσει τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Κανείς δεν θα διαθέτει προνόμια στην Ελληνική Πολιτεία. 

Μιλώντας για τον ιδιωτικό τομέα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για το μεγάλο πρόβλημα της χώρας τούτη την ώρα. Οι σχεδόν τέσσερις δεκαετίες κατά τις οποίες η ελληνική παραγωγική δραστηριότητα βρέθηκε υπό την κυριαρχία της ΕΟΚ-ΕΕ, την οδήγησε σε απαξίωση και σχεδόν πλήρη αφανισμό. Έχει γίνει κοινός τόπος πια, ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα». Τούτο μπορεί να μην είναι απόλυτα ακριβές, ωστόσο πλησιάζει επικίνδυνα στην πραγματικότητα. 

Για να γίνει αυτόνομη κι ελεύθερη η χώρα, έχει ανάγκη πάνω απ’ όλα από μια σοβαρή και στοχευμένη ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, με γνώμονα την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω». Η Μεταβατική Κυβέρνηση θα πρέπει να φέρει εις πέρας αυτό το έργο, που δεν θα σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται, στα πλαίσια της Ελληνικής Πολιτείας. 

Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση θα ξεπεραστεί, μόνο εάν η χώρα ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, τη δημιουργική ψυχή-στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, εφόσον δηλαδή ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τ’ αδιέξοδα και ν’ ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία. 

Είναι ή ώρα, στα πλαίσια της επώδυνης κοσμογονίας που καταστρέφει και γεννά παράλληλα, η μικρή αλλά πλούσια σε ποιότητες και μοναδικότητες Ελλάδα, μ’ ένα μεστό τεχνικό πολιτισμό, μ’ έναν λαό πολυμήχανο, ανθεκτικό αλλά παροπλισμένο και σε πλήρη σύγχυση, να διεκδικήσει ένα δικό της παρόν και μέλλον. 

Φυσικά θα πρέπει να γίνει πάρα πολλή και συντεταγμένη δουλειά, πάνω στις λεπτομέρειες αυτού του εγχειρήματος.Το βασικό παραγωγικό πρότυπο ωστόσο, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί, είναι συνοπτικά το εξής: 

Ως προς τον πρωτογενή τομέα κι ιδιαίτερα την αγροτική παραγωγή, η αρχική μας επιδίωξη θα είναι να εξασφαλίσουμε την εσωτερική διατροφική επάρκεια, πράγμα το οποίο ευτυχώς δεν είναι και τόσο δύσκολο στην πραγματικότητα. Έμφαση θα δοθεί στην εκ νέου επαναφορά της ελληνικής συνεταιριστικής παράδοσης,που βοήθησε παραδοσιακά την ευημερία των Ελλήνων, ακόμα και μέσα στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας. 

Η κυβέρνηση θα παρέχει τεχνογνωσία και κάθε δυνατή βοήθεια και κίνητρο, ώστε η αγροτιά της χώρας να πάρει και πάλι συλλογικά τη ζωή της στα χέρια της, δίχως αγροτοπατέρες και με βάση την πικρή εμπειρία των κομματικών συνεταιρισμών που δυσφήμισαν την ίδια την συνεταιριστική ιδέα. Δεν θα επιτρέψει κανείς να επαναληφθούν τα ίδια τραγικά λάθη που μας έφεραν στην καταστροφή. 

Στην επόμενη φάση θα δοθεί ιδιαίτερο βάρος προς την κατεύθυνση της αγροτικής παραγωγής υψηλής υπεραξίας, με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η Ελλάδα θα γίνει γνωστή παγκοσμίως για τα διατροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας –λάδι, μέλι, κρασί, κρέας, τυριά, γιαούρτι κ.ά.- και θα δοθεί έμφαση στα βιολογικά προϊόντα. Θα απαγορευτεί σε όλη τη χώρα η χρήση διαγονιδιακών ειδών (τα κοινώς λεγόμενα «μεταλλαγμένα») και η Ελλάδα θα κηρυχθεί ελεύθερη ζώνη. 

Τέλος θα διερευνηθεί και η πολλά υποσχόμενη και δυναμική οικονομικά καλλιέργεια της κάνναβης, για βιομηχανικούς, ιατρικούς και ψυχαγωγικούς σκοπούς. Η τεράστια ώθηση που θα δώσει κάτι τέτοιο στον ελληνικό τουρισμό και στη μεταποιητική βιομηχανία, αποτελεί ιδιαίτερα δελεαστική ιδέα για μια κοινωνία ανοικτόμυαλη και παραγωγική, ώστε να την αγνοήσει κανείς. 

Ως προς τον μεταλλευτικό τομέα, η εκμετάλλευσή του θα γίνει όπως είπαμε από κρατικές εταιρείες ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος και της φυσικής καλλονής της χώρας, αλλά κυρίως με διασύνδεση με τη μεταποιητική βιομηχανία, ώστε να παράγεται τελικά υψηλή υπεραξία από τα προϊόντα της εξόρυξης και να καλύπτεται το κόστος αποκατάστασης του περιβάλλοντος, όπου αυτό χρειάζεται. 

Στον δευτερογενή τομέα, στόχος μας είναι η ανάπτυξη ελαφριάς βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Θα αξιοποιηθεί η ανεξάντλητη επινοητικότητα των Ελλήνων, η οποία μέχρι σήμερα βρήκε μπροστά της το ελλαδικό κράτος ως απηνή εχθρό, σε μια διαδικασία εμπνευσμένης σύνθεσης της πιο σύγχρονης και ήπιας κατασκευαστικής τεχνολογίας με την πιο έγκυρη πολύτιμη μαστορική παράδοση. 

Μελετούμε την έξυπνη διασύνδεση και συνέργεια πολλών μικρών αποκεντρωμένων επιχειρήσεων, τεράστιας συλλογικής ισχύος, με αρετές βιωσιμότητας, ανταγωνιστικότητας, ευελιξίας και ευστάθειας, που γεννούν πράγματα τα οποία άλλοτε ήταν ανέφικτα κι ανεφάρμοστα. 

Με καθαρό μυαλό και ψυχή, εστιάζοντας σε απλές αλήθειες γύρω μας, σχεδιάζουμε να υπερβούμε την παραγωγή φαντασιώσεων και να περάσουμε στην παραγωγή πραγματικών αξιών. 

Μεγάλη έμφαση θα δοθεί στη δημιουργία start up εταιρειών, κατά το πολύ επιτυχημένο μοντέλο της Νέας Ζηλανδίας, αφού φυσικά το μελετήσουμε σε βάθος και το προσαρμόσουμε στα δικά μας μέτρα και ανάγκες. 

Στα πλαίσια αυτά, εξυπακούεται ότι θα δοθεί μεγάλη έμφαση στην έρευνα και κίνητρα στους νέους επιστήμονες-ερευνητές να ιδρύσουν τις δικές τους παραγωγικές μονάδες, με τη συμπαράσταση της Ελληνικής Πολιτείας. Θα συνεργαστούμε με τα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας (και θα επαναφέρουμε όσα τυχόν κλείσουν κατά τα χρόνια της κατοχής), ώστε αυτά να αναβαθμιστούν το μέγιστο και να συμβάλουν δυναμικά στην ανάπτυξη της νέας ελληνικής οικονομίας. 

Τέλος, σε περίπτωση που κάποια παραγωγική μονάδα του ιδιωτικού τομέα εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες της, θα δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να την αναλάβουν αυτοί, με την χορήγηση κατάλληλων πιστώσεων για επανέναρξη της λειτουργίας. 

Ωστόσο θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι θα καταρτιστούν ασφαλιστικές δικλείδες, που θ’ αποκλείουν το σαμποτάζ από τους εργαζόμενους, προκειμένου να διώξουν τον ιδιοκτήτη και να πάρουν το εργοστάσιο. Επίσης, σε περίπτωση που το εργοστάσιο δεν καταφέρει να γίνει κερδοφόρο ούτε υπό την εργατική διοίκηση, τότε δεν θα υπάρχει άλλη πίστωση, ούτε τρίτη ευκαιρία. Το εργοστάσιο θα κλείνει και η περιουσία του θα περιέρχεται προς εκποίηση στο ελληνικό δημόσιο. 

Για τον τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, πιστεύουμε ότι η συνεισφορά του στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να περιοριστεί, σε σχέση με τους δύο βασικούς παραγωγικούς τομείς. Το σαθρό ελλαδικό μοντέλο της κατάρρευσης, υπό την αιγίδα πάντοτε της Ευρωκρατορίας, έφερε τη συντριπτική πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού να εργάζεται στον τριτογενή και το 82% περίπου του ΑΕΠ να παράγεται απ’ αυτόν. 

Φυσικά δεν ξεχνάμε ότι σ’ αυτόν τον τομέα ανήκει και ο τουρισμός, η λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Το όραμά μας για τον τουρισμό είναι η χώρα να παρέχει αναβαθμισμένες και υψηλής ποιότητας τουριστικές υπηρεσίες με σκοπό την προσέλκυση τουρισμού με υψηλότερα βαλάντια. Ωστόσο το αποικιοκρατικό σύστημα του all inclusive δεν είναι επιθυμητό, καθώς μόνο τουριστική ανάπτυξη δεν προκαλεί, αντίθετα απομυζεί τις ελληνικές τουριστικές καλλονές, προς όφελος ξένων συμφερόντων. 

Στόχος μας είναι να αναδείξουμε όλες τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού –οικοτουρισμό, διατροφικό τουρισμό, θρησκευτικό τουρισμό κ.ά- ώστε να υπάρχει ροή τουριστικού συναλλάγματος καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όχι μόνο τέσσερις με έξι μήνες, όπως συμβαίνει σήμερα. Η συνεταιριστική λογική θα φανεί χρήσιμη και σε τούτη την περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιοχές τεράστιου φυσικού κάλλους, που όμως δεν διαθέτουν μέχρι σήμερα την απαιτούμενη προβολή. 

Όλα τα παραπάνω, θα συνδυαστούν με ένα επενδυτικό κλίμα φιλικό προς την υγιή επιχειρηματικότητα (τονίζουμε το «υγιή»), με ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας και με ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο, σταθερό και πάνω απ’ όλα απλό. 

Για παράδειγμα, θα σταματήσει να υπολογίζεται ΦΠΑ σε κάθε βήμα της παραγωγής και θα επιβάλλεται μόνο στο τελευταίο στάδιο, της λιανικής πώλησης. 

Με κινήσεις όπως αυτή, αλλά και με πολλές άλλες, η χώρα θα γίνει μαγνήτης σοβαρών επενδύσεων, ενώ θα γίνει εφιάλτης κάθε λογής αρπακτικών, υπεράκτιων εταιρειών και κερδοσκόπων, οι οποίοι δεν θα περνάνε ούτε έξω από τα σύνορά μας, δια παν ενδεχόμενο. 

Θα καταλήξουμε μιλώντας για την διανομή των εισοδημάτων. Όπως απέδειξε ο Άγγλος ερευνητής Ρίτσαρντ Γουίλκινσον, οι μεγάλες ανισότητες σε μια κοινωνία προκαλούν άμεσα κάθε λογής παθογένεια μέσα στα πλαίσια αυτής (http://www.nostimonimar.gr/i-kinoniki-pathologia-tis-ikonomikis-anisotitas-by-otto/ ). Ακόμα και η αδιαφορία για τη συμμετοχή στα κοινά, όπως και η εμπιστοσύνη που δείχνει ο κάθε πολίτης στους γύρω του, επηρεάζονται ισχυρά από την όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων. 

Από την άλλη πλευρά, η πλήρης εξίσωση έχει κι αυτή τις σκοτεινές της πλευρές. Στην πραγματικότητα αφαιρεί το κίνητρο και τη δημιουργικότητα, ώστε ο καθένας να οραματιστεί και να πετύχει κάτι καλύτερο απ’ αυτό που ήδη έχει. Γιατί άλλωστε να προσπαθήσει κανείς, όταν έτσι κι αλλιώς θα πάρει στο τέλος το ίδιο μ’ εκείνον που δεν προσπαθεί;

Ο Κοινωνισμός θεωρεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να γίνει διαλεκτική σύνθεση των δύο αυτών αληθών παρατηρήσεων. Πιστεύουμε ότι η λύση σ’ αυτό το ζήτημα είναι να τεθεί όριο στη φτώχεια, όπως και στον πλούτο. Μια καλή διανομή, όπως εμφανίζεται στις σκανδιναβικές χώρες και στην Ιαπωνία, είναι όταν το ανώτερο οικονομικά 20% των πολιτών διαθέτει περίπου τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερο εισόδημα απ’ το κατώτερο 20%. Τούτο θα γίνει εφικτό με βάση το σκανδιναβικό μοντέλο, δηλαδή αναδιανομή μέσω της φορολογίας και του κοινωνικού κράτους. 

Αν και γενική μας αρχή είναι ότι όποιος δουλεύει πρέπει να πληρώνεται, κι όποιος πληρώνεται θα πρέπει να δουλεύει, εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση: το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα. Πιστεύουμε ότι αυτό θα έχει πολλαπλά οφέλη στην κοινωνία, ιδιαίτερα στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής, θα βοηθήσει να ρυθμιστεί ορθολογικά η αγορά εργασίας, να αυξηθεί η καταναλωτική ζήτηση και θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων, την οποία έχουμε σε περίοπτη θέση στο πρόγραμμά μας, όπως αναφέραμε συνοπτικά στο πρώτο μέρος αυτού του συγγράμματος. 

Όσο περισσότερο πλούτο παράγει ο δημόσιος τομέας, όσο περισσότερα κέρδη αποφέρει ο ιδιωτικός μέσω της ορθολογικής φορολόγησης, αυτά θα μετατρέπονται σε κοινωνικό μέρισμα, υπό τη μορφή κοινωνικών παροχών και μείωσης των φόρων ή των ωρών εργασίας, όπως οφείλει κάθε ευνομούμενη Πολιτεία να πράττει.

Η δημοσίευση γίνεται ταυτόχρονα στην Σφήκα στον Άνεμο Αντίστασης και στο Great Chaos

Σημείωση: Το παραπάνω σύγγραμμα δεν θεωρείται ως θέσφατο αλλά αποτελεί την δική μας συνεισφορά στο ενιαίο δημοκρατικό κίνημα και είναι ανοικτό σε ευρεία διαβούλευση...

Συνεχίζεται

Κατεβάστε ολόκληρο το Μανιφέστο του Κοινωνισμού, από ΕΔΩ


sioualtec

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου