Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Υπάρχουν και κάποια άλλα πουλιά που περνούν την πόρτα, πετούν λίγο δεξιά κι αριστερά, και επιστρέφουν στο κλουβί. Αυτά τα πουλιά μου μαυρίζουν τα σπλάχνα.
















Ηλίας


Στο ίδιο μέρος πάλι. Στην ίδια μέρα. Κι από το παράθυρο ο ήλιος να λάμπει ξανά ψηλά στον γαλανό ουρανό. Πιο πέρα η θάλασσα και στην άκρη του ορίζοντα να αγνοφαίνονται οι σιλουέτες από τα ψηλά βουνά μιας άλλης στεριάς.

«Τι αξία έχουν όλα αυτά;» αναρωτιέται για μια ακόμη φορά. 

Ζω μέσα στην φυλακή – κατ’ οίκο περιορισμό το είπανε – τα τελευταία χρόνια. 

Στην πόρτα μου, δεκάδες φρουροί κρυμμένοι στις πιο απίθανες γωνιές παραφυλάνε να βγω στον κήπο για να βρουν την ευκαιρία να με πυροβολήσουνε. 

Κάμερες έχουνε βάλει παντού στο σπίτι-φυλακή μου για να παρακολουθούν νύχτα και μέρα τις κινήσεις μου. 

Και είναι απίστευτα έξυπνα και προνοητικά τα καθάρματα αυτά. 

Μήνες τώρα προσπαθώ να ανακαλύψω που έχουν κρύψει τις κάμερες και τα μικρόφωνα αλλά δεν έχω καταφέρει ακόμα τίποτα. 

Είναι επίσης κι ασύλληπτα ύπουλοι. 

Δεν πάνε λίγες μέρες που έβαλαν εκείνη την όμορφη κοπέλα –Μαρία την λέγανε– για να με πείσει πως είναι ο φόβος αυτό που με εμποδίζει να προχωρήσω μπροστά. 

Υπάρχουν άλλοι που τα κατάφεραν μου είπε. 

Ποιοι άλλοι ήθελα να της πω, αλλά κρατήθηκα. Χαμογέλασα μόνο. 

Ποιοι άλλοι έχουν κάνει κουράγιο κι υπομονή όπως εγώ; 

Ποιοι άλλοι έχουν βρεθεί στην θέση που βρίσκομαι εγώ; 

Κι έφυγε μετά η καριόλα βρίζοντας και φωνάζοντας. Μου φώναζε πως είμαι παράλογος. Ένας ψυχανώμαλος μαλακοχέστης! Έτσι έλεγε. 

Κι ύστερα έφυγε αφήνοντας ανοιχτή την εξώπορτα. 

Κατέβα κάτω να την κλείσεις αν σου βαστάει, μου φώναξε. 

Ίσως τότε να δεις πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο έξω εκτός από τα πουλάκια. Δεν χαραμίζουν φρουρούς για την κακομοιριά σου 

Την έστειλα φυσικά στο διάολο αλλά ακόμα δεν έχω βρει την δύναμη να κατεβώ να κλείσω την εξώπορτα. 

Κλειδώνομαι βέβαια μες το δωμάτιο μου, αλλά δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τον φόβο μου. 

Ξέρω βέβαια πως είναι παράλογο όλο αυτό. Η απόφαση του δικαστηρίου άλλωστε μιλούσε για «κατ’ οίκο» περιορισμό, όχι για «κατά δωμάτιο» περιορισμό». 

Οπότε σήμερα θα το κάνω. Το πήρα πια απόφαση. 

Με αυτά και με τα άλλα, κατεβαίνει σιγά-σιγά την εσωτερική σκάλα που οδηγεί στο σαλόνι. 


Από τα πρώτα κιόλας σκαλοπάτια είναι σε θέση να διακρίνει το φως που λούζει το χορτάρι στον κήπο. 

Η πόρτα χάσκει ακόμα ορθάνοιχτη, όπως την άφησε η Μαρία όταν αγανακτισμένη έφυγε από το σπίτι του. 

Φτάνοντας κάτω, του μύρισε ολόφρεσκη η άνοιξη. 

Προς στιγμή ένιωσε να τον πλημμυρίζει μια παλιά ευτυχία που όταν ήταν παιδί δεν χόρταινε. 

Όμως συνήλθε γρήγορα. «Πρόσεχε» είπε φωναχτά στον εαυτό του. «Πρόσεχε, μας την έχουν στημένη». 

Στον κήπο και στους γύρω δρόμους δεν υπήρχε κανείς. Μονάχα τα λουλούδια που ξεπρόβαλαν μέσα από το χώμα περήφανα και λίγα πουλιά πάνω στα δέντρα, να τραγουδούν. 

Εκείνος όμως ήταν σίγουρος – για μια ακόμα φορά στην ζωή του – πως κάπου ήταν «αυτοί» κρυμμένοι και παραφύλαγαν. Να κάνει την λάθος κίνηση, για να ορμήσουν. 

Ούτε σήμερα, όμως, πρόκειται να τους κάνει το χατίρι. 

Τα μάτια του άστραψαν, χαμογέλασε πλατιά και έκλεισε δυνατά την πόρτα. 

Φιλιά από την Εσπερία Ηλίας 

Υ.Γ.Το παραπάνω κείμενο μου ήρθε όταν διάβασα το εκπληκτικό δικό σου κείμενο σχετικά με την «Επαρχία». Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να περιγράψει καλύτερα εκείνο που συμβαίνει στην πατρίδα μας κι εκείνο που –δυστυχώς– πρόκειται να συμβεί. Κι είναι μεγάλο κρίμα γιατί η γη μας είναι όμορφη –πολύ όμορφη– και μπορεί να παράγει όλου του κόσμου τα καλά.

Οι άνθρωποι επίσης – σε ατομικό επίπεδο – δεν υστερούν πουθενά –το αντίθετο μάλιστα– όταν συγκριθούν στο ίδιο γήπεδο και κοινωνικό περιβάλλον με τους «σπουδαίους» ξένους, εχθρούς και φίλους μας. Φταίει όμως η τραγική έλλειψη κάθε συλλογικότητας και η απίστευτη απουσία της όποιας κοινωνικής συνείδησης.

Φταίει επίσης η αδικαιολόγητη έπαρση κι αλαζονεία της φυλής που κλείνει τα μάτια και τα αυτιά σε κάθε νέα γνώση, σε κάθε νεωτερισμό και σε κάθε διαφορετική άποψη.

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αν πας, θα διαπιστώσεις πως για αιώνες οι άνθρωποι ζούσαν σε φατρίες, σε κλειστές κι ημιαυτόνομες οικογένειες. Όλοι ζητούσαν τον πλούτο ολόκληρο για την φαμίλια τους. Συνεργασία μηδέν και στο τέλος έμενε η φτώχεια για όλους – ή για σχεδόν όλους – σε έναν τόπο πλούσιο.

Ιερά αίματα και γονίδια. Ένας εβραίος Χριστός που κουβαλά στον Γολγοθά αντί για σταυρούς αρχαία αγάλματα. Λεωνίδες και Εφιάλτες χωμένοι μέσα στους ίδιους τάφους και κάτω από τους ίδιους τύμβους. Από αυτή την άποψη, ίσως δεν πάψαμε ποτέ να αποτελούμε μια επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Κι επειδή συχνά σε αυτό το Blog μνημονεύουμε την φράση του Βέγγου από το «Βλέμμα του Οδυσσέα», ίσως τελικά η Ελλάδα από το 1993 – που γυρίστηκε η σκηνή – μέχρι σήμερα που ζούμε το τρίτο μνημόνιο, να μην πεθαίνει σιγά-σιγά αλλά να έχει ήδη πεθάνει κι απλά να μην έχει φράγκο για τα έξοδα της κηδείας και για το μνημόσυνο. 

(Αγαπητέ Ηλία, είναι ένα γλυκό απόγευμα στη Μεσόγειο. Το όμορφο κείμενό σου, μου έφερε στο μυαλό αυτό:» 

Ένα από τα πράγματα που έχω δει στη ζωή μου –και δεν μπορώ να ξεχάσω με τίποτα- είναι αυτό που συμβαίνει όταν ένα πουλί βρίσκεται στο κλουβί και ανοίγει η πόρτα του κλουβιού. 

Τα περισσότερα πουλιά δεν περνάνε ποτέ την πόρτα του κλουβιού.Ούτε καν προσέχουν πως είναι ανοιχτή. Ή κάνουν πως δεν το προσέχουν.

Ελάχιστα πουλιά περνούν την πόρτα και πετούν μακριά. Στην ελευθερία. Κάποιοι υποστηρίζουν πως αυτά είναι τα πουλιά που δεν γεννήθηκαν σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Όχι πάντα. 




Να είσαι καλά, Ηλία.)

pitsirikos


sioualtec

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου