Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Καμιά «Φιλιππινέζα» δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους γονείς.


Μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα με τον ήλιο να επιστρέφει μετά από τόσο καιρό, πήγα το γιο μου στην παιδική χαρά της γειτονιάς. Καθώς τον έκανα κούνια παρατήρησα να μπαίνει ένα καινούριο πρόσωπο –στην παιδική χαρά όλοι γνωριζόμαστε, τουλάχιστον εξ’ όψεως. 

Ήταν ένας ασπρομάλλης κύριος, γύρω στα πενήντα. Από τα ρούχα του και, κυρίως, από τον τρόπο που περπάταγε και κοιτούσε, καταλάβαινες ότι δεν ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Είχε αυτό το χαμένο βλέμμα της απόγνωσης και της απελπισίας, τόσο συνηθισμένο τον τελευταίο καιρό. Κουβαλούσε δυο πλαστικές σακούλες, που συχνά άνοιγε για να ελέγξει. Ίσως να ήταν από κάποιο χωριό ή από κάποια πιο φτωχική συνοικία. Μπορεί να ήταν και μετανάστης. 
Σίγουρα δεν ένιωθε άνετα στο χώρο και οι κινήσεις του, το πρόσωπο του, το όλο παρουσιαστικό του, μου θύμισαν κάποιο από τους ήρωες του «Σταφύλια της Οργής», έναν άνθρωπο περήφανο που είχε αναγκαστεί να ξεσπιτωθεί για να επιβιώσει. 

Μαζί του είχε ένα αγοράκι, περίπου δέκα χρονών. Το παιδί έμοιαζε να κουβαλάει τη θλίψη και την απόγνωση του πατέρα του. Δε χαμογέλασε ούτε έτρεξε στις κούνιες μόλις μπήκανε. Έκατσε στο παγκάκι δίπλα στον πατέρα του και κοιτούσε τ’ άδεια χέρια του. Μέχρι που εκείνος του ανακάτεψε τα μαλλιά και πήγε μαζί του στο «γύρω-γύρω». 

Τον έκανε μερικές γύρες, αλλά ήταν τόσο παράδοξο το θέαμα. Κανείς δε μιλούσε ούτε καν χαμογελούσαν. Μόνο, κάποιες φορές, το παιδί κοιτούσε στα μάτια τον πατέρα του κι εκείνος έσφιγγε τα δόντια και μισόκλεινε τα μάτια σαν να τον τύφλωνε ο ήλιος. 

Έπειτα τον άφησε μόνο του και πήγε στις σακούλες του. Το παιδί περίμενε μέχρι το «γύρω-γύρω» να σταματήσει να γυρνάει. Μετά κατέβηκε και πλησίασε διστακτικά δυο αγόρια της ηλικίας του που έπαιζαν μπάλα. Δεν τους μίλησε ούτε τους χαιρέτησε. 

Τα παιδιά το ρώτησαν αν ήθελε να παίξει μαζί τους κι εκείνο δέχτηκε κουνώντας αργά το κεφάλι. Αφού όμως πρώτα γύρισε να δει αν τον άφηνε ο πατέρας του. Του έκανε ένα ράθυμο νόημα που έμοιαζε να σημαίνει, σε κάθε γλώσσα: «Παίξε, παίξε». 

Το αγόρι έπαιξε μαζί τους μέχρι που έφυγαν. Μετά πλησίασε, με τον ίδιο διστακτικό τρόπο, κάποια άλλα παιδιά που έπαιζαν μήλα. Πάλι δεν είπε τίποτα, περίμενε μέχρι να τον καλέσουν στο παιχνίδι τους. 

Κάποια στιγμή ο πατέρας κοίταξε το ρολόι του και σηκώθηκε. Έπιασε τις σακούλες και απλά γύρισε το κεφάλι του προς το γιο του. Εκείνος, χωρίς να διαμαρτυρηθεί που έφευγαν τόσο νωρίς, έτρεξε δίπλα του και βγήκαν από την παιδική χαρά, τόσο αθόρυβα όσο μπήκαν. 

~~{}~~

Λίγη ώρα μετά είχα κάτσει σε ένα παγκάκι μπροστά στο σκάμμα. Ο γιος μου, μ’ ένα συμμαθητή του κι ένα μικρότερο παιδί έψαχναν στην άμμο για απολιθώματα δεινοσαύρων.

Τόσο χιμαιρική αναζήτηση, αλλά και τόσο ευχάριστη. Σαν την ίδια την τέχνη. 

Διάβαζα μια νουβέλα του Τσέχωφ, με τίτλο τόσο ταιριαστό: «Ένα παιδί στην απέραντη στέπα.» 

Κάθε τόσο σήκωνα τα μάτια και έκανα παρατηρήσεις στο παιδί μου, τις γνωστές γονικές παρατηρήσεις: «Μην πετάς άμμο», «μη κυλιέσαι μες στην άμμο, χθες σε κάναμε μπάνιο», «μοιράσου τα παιχνίδια σου», «πες ευχαριστώ» κλπ. Οι παππούδες και οι μανάδες των άλλων παιδιών έλεγαν ακριβώς τα ίδια –στα παιδιά τους. 

Ώσπου μπήκαν στην παιδική χαρά, βγαλμένα λες από την πένα του Τσέχωφ, τρία νέα πρόσωπα. 

Ήταν δύο αδέλφια, δυο αγόρια –οκτώ και δέκα χρονών πάνω κάτω, που τα συνόδευε η οικιακή βοηθός, υπηρέτρια, νταντά, δεν ξέρω τι απ’ όλα ήταν, ίσως να ήταν όλα αυτά. Ήταν ασιατικής καταγωγής, κι αυτόματα -στερεότυπα- σκέφτηκα: «Φιλιππινέζα», αν και θα μπορούσε να ήταν απ’ τη Μαλαισία ή το Βιετνάμ. 

Τα παιδιά ήταν καλοντυμένα και ξανθωπά. Στα πρόσωπα τους είχαν την έκφραση του αριστοκράτη που μπαίνει στο στάβλο και αηδιάζει με τη μυρωδιά της κοπριάς. 

Το μεγαλύτερο αγόρι ξεκίνησε να κάνει γρήγορα ποδήλατο αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή τα νήπια που έκαναν τα πρώτα τους αβέβαια βήματα στο ταρτάν. 
Το μικρότερο ήρθε στο σκάμμα. Αφού κοίταξε με φθόνο τα παιδιά που έπαιζαν άρχισε να κλωτσάει την άμμο. Μετά πήγε κοντά, τους έπαιρνε χωρίς να ρωτάει τα παιχνίδια απ’ τα χέρια και ξεκίνησε να σκάβει και να γεμίζει σκόνη όποιον καθόταν κοντά του. 

Η «Φιλιππινέζα», φορτωμένη με σακούλες από γνωστό ζαχαροπλαστείο και άλλες με επώνυμα ρούχα, μπήκε στο σκάμμα και προσπάθησε να τον σταματήσει. Αλλά μιλούσε τόσο σιγά που ενώ βρισκόταν δύο μέτρα μακριά μου δεν μπορούσα να ακούσω τη φωνή της. Ούτε και ο μικρός την άκουσε. Συνέχισε να καταστρέφει τις τόσο σημαντικές ανασκαφές των άλλων παιδιών. 

Το αγόρι με το ποδήλατο σταμάτησε απότομα μπροστά στο σκάμμα και άρχισε να λέει στον αδελφό του:

«Κωνσταντίνε, μπήκες στην άμμο; Μπήκες στην άμμο. Θα το πω στη μαμά ότι μπήκες στην άμμο.» 

Ο Κωνσταντίνος συνέχισε χαιρέκακα να κωφαίνει και να καταστρέφει το παιχνίδι των άλλων. 

Κάποια στιγμή αποφάσισα να παρέμβω.


«Κωνσταντίνε», του είπα δυνατά, αλλά ευγενικά, «μην πετάς άμμο στα άλλα παιδιά». 
Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε σαν να έβλεπε ένα παράξενο έντομο. Για μια στιγμή έμεινε να σκέφτεται. Μετά πέταξε το φτυαράκι στην άμμο και πήγε παραδίπλα για να συνεχίσει να κλωτσάει την άμμο. 

Η «Φιλιππινέζα» του μιλούσε, αλλά για τον Κωνσταντίνο ήταν σαν να μην υπήρχε. 

Ένας παππούς του είπε, λίγο πιο αυστηρά: «Μην κλωτσάς την άμμο, παιδί μου». 

Ο Κωνσταντίνος βγήκε από την άμμο και άρχισε να τρέχει στην παιδική χαρά, με τη Φιλιππινέζα στο κατόπιν του. 

«Αν μεγαλώνεις με υπηρέτριες», είπε μια γυναίκα και όλοι καταλάβαμε τι εννοούσε. 

Αν μεγαλώνεις με υπηρέτες νομίζεις ότι όλος ο κόσμος είναι υπηρέτης σου. 

Και πού να βρισκόντουσαν οι γονείς τους; Πιθανότατα στο εστιατόριο θαλασσινών, δίπλα στην παιδική χαρά, όπου θα απολάμβαναν το κρασί τους και τα ψάρια τους. 

~~{}~~

Καθώς τα δύο κακομαθημένα έφευγαν από την παιδική χαρά, με τη Φιλιππινέζα πίσω τους, θυμήθηκα μια σκηνή από την Νάξο, το καλοκαίρι που μας πέρασε. 

Ένα ζευγάρι ήρθε στην πιο σαγηνευτική παραλία του νησιού, την Πλάκα. Δύο αυτάρεσκοι άνθρωποι που κουβαλούσαν ένα παιδί της αγκαλιάς. Πίσω τους ερχόταν η Φιλιππινέζα κουβαλώντας όλον τον οικιακό εξοπλισμό. 

Η υπηρέτρια έστησε την ελλειπτική σκηνή, τοποθέτησε τις ξαπλώστρες, ανέπτυξε τα τρόφιμα και ετοίμασε τους καφέδες, όσο οι γονείς έβρεχαν τα πόδια τους και θαύμαζαν τα πρασινογάλαζα νερά. 

Μετά εκείνοι ξάπλωσαν και εξέθεσαν τα υπέροχα κορμιά τους στον ήλιο, ενώ η Φιλιππινέζα τάιζε, άλλαζε, απασχολούσε το παιδί. Όταν ψηθήκανε αρκετά μπήκαν στη θάλασσα για να δροσιστούνε, ενώ η Ασιάτισσα, ίδρωνε με όλα της τα ρούχα, απασχολώντας το παιδί. 

Όταν ήρθε η ώρα για να φύγουνε η μητέρα πήρε το παιδί, ο πατέρας πήρε τον πολύτιμο εαυτό του, αυτόν που έβγαζε τόσα λεφτά για να πληρώνει υπηρέτρια, και η Φιλιππινέζα τους ακολούθησε τρέχοντας, φορτωμένη σαν το γαϊδούρι. 

~~{}~~

Γυρνώντας στο σπίτι από την παιδική χαρά σκεφτόμουν τους δύο κόσμους που βρέθηκαν απρόοπτα στο χώρο της καθημερινότητας μου. 
Απ’ τη μια ο ασπρομάλλης πατέρας με τις πλαστικές σακούλες, τις τόσο πολύτιμες. Και το αμίλητο παιδί, υπέρμετρα σοβαρό για την ηλικία του, που περίμενε να το καλέσουν για να παίξει. 

Από την άλλη η «Φιλιππινέζα» με τις επώνυμες σακούλες της και την τόσο σιγανή φωνή της. Μαζί με τα παιδιά που απαξίωναν τους πάντες. Και οι απόντες γονείς. 

Ο γιος μου ανησύχησε που δε μιλούσα και με ρώτησε, για πολλοστή φορά, πώς θα είναι οι εξωγήινοι που ζουν στην Ευρώπη, το δορυφόρο του Δία. 

Μόλις ξεκίνησα να του εξηγώ χαμογέλασε, ίσως ανακουφισμένος. 

Καμιά «Φιλιππινέζα» δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους γονείς. Και είναι προτιμότερο να έχεις έναν φτωχό πατέρα που σου ανακατεύει τα μαλλιά, παρά δέκα υπηρέτες που σου χαϊδεύουν τα αυτιά.

Γελωτοποιός


sioualtec

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου